3171
| Creative Protagon / Shutterstock

Ζει ο βασιλιάς Ελβις; Ζει και αποθεώνεται

Ζει ο βασιλιάς Ελβις; Ζει και αποθεώνεται

Ενα παγωμένο και γκρίζο πρωινό, στις 8 Ιανουαρίου 2022, η Πρισίλα Πρίσλεϊ στέκεται πάνω σε ένα μαύρο βάθρο έξω από την Γκρέισλαντ στο Μέμφις, πλάι σε μια τεράστια λευκή τούρτα, διακοσμημένη με πλήκτρα πιάνου, λαχούρια, μπλε και χρυσές γιρλάντες και ένα παγώνι… Είναι τα 87α γενέθλια του Ελβις Πρίσλεϊ (αν ζούσε) και οι θαυμαστές του έχουν συγκεντρωθεί γύρω της για την ετήσια τελετή στον κήπο της έπαυλης, που είναι πλέον εθνικό μνημείο.

«Είμαι έκπληκτη με το πλήθος των ανθρώπων που είναι εδώ», λέει στον συγκεντρωμένο κόσμο η πρώην σύζυγος του βασιλιά του ροκ εν ρολ, «Στο αεροπλάνο σκεφτόμουν, “Κι αν δεν εμφανιστεί κανείς;” Αλλά ξέρω ότι οι θαυμαστές του Ελβις θα εμφανίζονται πάντα».

Τουλάχιστον 500 άτομα ήταν συγκεντρωμένα γύρω της γράφει ο Κεν Μπαντ στην Washington Post, που ήταν επίσης παρών. Μπροστά του είχε δύο ηλικιωμένες, πλην όμως γοητευτικές, γυναίκες με ασορτί μαύρα μπουφάν, δίπλα ένα ζευγάρι μιλούσε γερμανικά, ενώ λίγο πιο πέρα ένας άντρας με προκοίλι και φαβορίτες α λα Ελβις, μιλούσε με βαριά σκωτσέζικη προφορά. «Είμαστε όλοι εδώ για να κρατήσουμε ζωντανή την υστεροφημία του», ορκίστηκε η Πρισίλα, μιλώντας στο ακροατήριό της· και πράγματι το 2022 είναι μια μεγάλη χρονιά για την εκπλήρωση αυτής της δέσμευσης.

Στις 24 Ιουνίου αναμένεται η πρεμιέρα του «Ελβις», της νέας ταινίας του Μπαζ Λούρμαν με πρωταγωνιστή τον Οστιν Μπάτλερ, στον πολυπόθητο ρόλο του Ελβις, και τον Τομ Χανκς να υποδύεται τον μάνατζέρ του, «συνταγματάρχη» Τομ Πάρκερ. Το βιογραφικό μιούζικαλ προβλήθηκε ήδη στις Κάννες την Τετάρτη 25 Μαΐου, ξεσηκώνοντας το κοινό που χειροκροτούσε όρθιο επί 12 λεπτά (Ηταν το πιο μακρύ χειροκρότημα στο φετινό φεστιβάλ μέχρι στιγμής, όπως αναμεταδίδουν οι ανταποκριτές του Variety)

Τομ Χανκς και Οστιν Μπάτλερ στη νέα ταινία του Μπαζ Λούρμαν «Ελβις» (Warner Bros.)

Φέτος τον Αύγουστο, εξάλλου, η Γκρέισλαντ θα γιορτάσει την 45η επέτειο από τον θάνατο του Ελβις (στις 16 Αυγούστου) με μια εννιαήμερη «Εβδομάδα Ελβις» γεμάτη εκθέματα , συναυλίες, δώρα και άλλες εκδηλώσεις, στις οποίες αναμένεται μεγάλη προσέλευση.

Αναμφισβήτητα ο Ελβις Πρίσλεϊ, που πέθανε το 1977 σε ηλικία μόλις 42 ετών, βυθίζοντας στο πένθος τους θαυμαστές του, ήταν η μεγαλύτερη μουσική προσωπικότητα του 20ού αιώνα και του θεάματος όλων των εποχών, και ο πιο επιτυχημένος εμπορικά καλλιτέχνης με πωλήσεις άνω του ενός δισ δίσκων παγκοσμίως, που άφησε το στίγμα του στη μουσική του μέλλοντος. Χάρη στην ιδιαιτερότητα της φωνής του, που του επέτρεπε να ασχοληθεί με πολλά διαφορετικά είδη, την ξεχωριστή σκηνική παρουσία και τις χορευτικές φιγούρες του, έγινε το είδωλο της νεολαίας που ντυνόταν, χόρευε και τραγουδούσε όπως ο Ελβις. Ελαβε 14 υποψηφιότητες Grammy και τιμήθηκε με τρία, ακόμη του δόθηκε και το Grammy Lifetime Award, στα 36 του, ενώ οι τιμές και τα βραβεία θα συνεχίζονταν και μετά θάνατον: τον Αύγουστο του 1992, η Ενωση Βιομηχανίας Ηχογράφησης της Αμερικής (RIAA) του απένειμε 110 χρυσά, πλατινένια και πολυπλατινένια άλμπουμ και σινγκλ, σε μια παρουσίαση βραβείων χρυσού και πλατινένιου δίσκου που ήταν η μεγαλύτερη στην ιστορία.

Ωστόσο, κάποια στιγμή, η λάμψη του άρχιζε να ξεθωριάζει. Το 1987, όταν ο Μότζο Νίξον και ο Σκιντ Ρόπερ τραγούδησαν το «Elvis is everywhere», ο στίχος ακουγόταν αληθινός γράφει ο Κεν Μπαντ στην Washington Post. Εκτοτε όμως «ο Ελβις ζει» βασικά στα πρωτοσέλιδα των ταμπλόιντ (αφού με θεωρίες συνωμοσίας για τον Ελβις η επιτυχία τους ήταν σίγουρη). Το περιοδικό Memphis μελέτησε, μάλιστα, το φαινόμενο κατά τη διάρκεια ενός χρόνου, σταχυολογώντας 53 παραδείγματα δημοσιευμάτων σε ταμπλόιντ και χωρίζοντάς τα σε κατηγορίες όπως «Ο Ελβις και οι εξωγήινοι» και το «Φάντασμα του Ελβις»…

Στο βιβλίο της «Elvis Culture: Fans, Faith, and Image» που κυκλοφόρησε το 1999, η Ερικα Ντος, καθηγήτρια στο Τμήμα Αμερικανικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Νοτρ Νταμ στην Ιντιάνα των ΗΠΑ, αναφέρεται στον σχεδόν θρησκευτικό θαυμασμό για τον Ελβις που συνεχίστηκε και μετά τον θάνατό του. Στην ερώτηση του Κεν Μπαντ, ωστόσο, τι έχει αλλάξει τα τελευταία 23 χρόνια, η Ντος απάντησε ότι δεν έχει παρακολουθήσει το φαινόμενο Ελβις τα τελευταία χρόνια. «Η μουσική σκηνή έχει αλλάξει πολύ τις τελευταίες δεκαετίες και ο Ελβις δεν ανήκει καθόλου σε αυτή» του έγραψε σε e-mail.

Το πλήθος που πήγε στην Γκρέισλαντ για να τιμήσει τα γενέθλια του θρυλικού ροκ σταρ είχε κοινά χαρακτηριστικά: ήταν όλοι μεγάλοι σε ηλικία και λευκοί. Οι μόνοι έγχρωμοι που είδε ο δημοσιογράφος της Washington Post ανήκαν στο προσωπικό ξενοδοχείων, εστιατορίων, μουσείων και καταστημάτων δώρων της περιοχής. Δικαίως, λοιπόν, αναρωτιέται κατά πόσο μπορεί να παραμένει δημοφιλής στις γενιές Χ και Ζ και των millennials, και αν οι κατηγορίες για πολιτιστική ιδιοποίηση θα μπορούσαν να βλάψουν την υστεροφημία του σε μια ολοένα και πιο ποικιλόμορφη Αμερική…

Για να ελέγξει την κατάσταση της «βασιλείας του Ελβις» και τι λέει για την ταυτότητα, τη νεολαία, τη φυλή και κατά πόσο αντέχει μουσικά και πολιτιστικά, ο Κεν Μπαντ έκανε ένα «Elvis road trip», ξεκινώντας από την Γκρέισλαντ στο Μέμφις του Τενεσί, όπου πέθανε ο Ελβις, πήγε κατόπιν στη γενέτειρά του, στο Τούπελο του Μισισιπί, και μετά στη Νάσβιλ. Ακόμη και ο ίδιος ο Ελβις αμφέβαλε για την υστεροφημία του: «Δεν πρόκειται να με θυμούνται», είχε πει, λίγο πριν πεθάνει, στην τραγουδίστρια Κάθι Γουέστμορλαντ, «Ποτέ δεν έχω κάνει κάτι που θα κρατήσει».

Στο Μέμφις έχει στηθεί στη μνήμη του μια ολόκληρη βιομηχανία εκκλησιαστικού τύπου: το ξενοδοχείο στην Ελβις Πρίσλεϊ Μπουλβάρ είναι διακοσμημένο με φωτογραφίες του και ακούγονται μελωδίες του των 50s, των 60s και των 70s, τηλεοπτικά κανάλια δείχνουν συνεχώς συναυλίες του Ελβις, μάλιστα, σε μια εκπομπή για τα Χριστούγεννα στη Γκρέισλαντ, ένας αρχειοφύλακας με γάντια δείχνει ένα καλσόν της εγγονής του (κόρη της κόρης του Λίζα Μαρί) με τη φροντίδα που θα κρατούσε κάποιος την Ιερά  Σινδόνη του Τορίνο… γράφει σαρκαστικά ο Μπαντ.

Ο Ελβις παίζει στη γενέτειρα του, στο Τούπελο, το 1956 (Michael Ochs Archives/Getty Images)

Το θέρετρο ήταν γεμάτο, παρόλο που η παραλλαγή Ομικρον του κορονοϊού βρισκόταν στο αποκορύφωμά της, σαν να έλεγε ότι η πρόβλεψη του τέλους του Ελβις δεν είναι παρά μια ανόητη ιδέα.

Σε μια εκδήλωση με τίτλο «Conversations on Elvis» η Πρισίλα Πρίσλεϊ αφηγήθηκε μια ιστορία για τα επακόλουθα του θανάτου του. Ηταν εκτελέστρια της περιουσίας του και ένας από τους δικηγόρους την παρότρυνε να πουλήσει την Γκρέισλαντ: «Ο Ελβις θα ξεχαστεί σε έξι μήνες», της είπε, πράγμα που ωστόσο δεν συνέβη.

Το 1982, όταν η Γκρέισλαντ άνοιξε σαν μουσείο για το κοινό, δέχτηκε 400.000 επισκέπτες. Τον επόμενο χρόνο αυξήθηκαν σε 550.000 και έκτοτε συνεχίζει να υποδέχεται μισό εκατομμύριο επισκέπτες κάθε χρόνο (είναι ένα από τα πέντε σπίτια με τις περισσότερες επισκέψεις στις ΗΠΑ). Αλλά κανείς δεν εγγυάται ότι το ενδιαφέρον του κοινού θα διατηρηθεί. Το 2020, το Rolling Stone δημοσίευσε ένα άρθρο με τον δυσοίωνο τίτλο «Μπορεί ο Ελβις να σηκωθεί ξανά;», το οποίο αναφέρεται σε μια έκθεση του Forbes, σύμφωνα με την οποία η περιουσία του Πρίσλεϊ «πριν από μια δεκαετία απέφερε 60 εκατ. δολάρια ετησίως», αλλά το ποσόν είχε μειωθεί κατά 30%· το Rolling Stone προσθέτει, ακόμα, ότι οι πωλήσεις αναμνηστικών του Ελβις σε δημοπρασίες μειώθηκαν, επίσης, από 4 εκατ. δολάρια το 2017 σε λιγότερο από 1,5 εκατ. δολάρια το 2019.

Αλλά ο διαχειριστής της Elvis Presley Enterprises Τζόελ Γουαϊνσένκερ δήλωσε στην Washington Post: «Ακόμη και κατά τη διάρκεια της πανδημίας, τα έσοδα από τις εκδόσεις και τα δικαιώματα συνέχισαν να αυξάνονται. Το 2019, μόνο στην Γκρέισλαντ πουλήσαμε εμπορεύματα/αναμνηστικά αξίας άνω των 12 εκατ. δολαρίων».

Ο Γουαϊνσένκερ αποκαλεί  τον Ελβις «το πιο όμορφο και χαρισματικό άτομο που έχει υπάρξει ποτέ» και με αυτό το πνεύμα προωθεί και προστατεύει την κληρονομιά του. «Εχουμε ίσως το πιο δημοφιλές κανάλι ψυχαγωγίας, στο SiriusXM», λέει ως απόδειξη του διαρκούς ενδιαφέροντος για τον Ελβις, προσθέτει επιπλέον μια τριάδα επιτυχημένων ταινιών στο Hallmark Channel, και ότι πριν από την πανδημία, το «Elvis in Concert — Live on Screen», με τον Ελβις να τραγουδά σε μια μεγάλη οθόνη συνοδευόμενος από τη Royal Philharmonic Concert Orchestra, γέμιζε στάδια στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Αυστραλία και τη Λατινική Αμερική. Και αποκαλύπτει ότι στα νέα του projects περιλαμβάνεται το «Agent King», μια σειρά κινουμένων σχεδίων του Netflix με τον Ελβις κυβερνητικό κατάσκοπο.

«Είμαστε πολύ προσεκτικοί, δεν πρόκειται για τα δολάρια», λέει ο Γουαϊνσένκερ «Εχει πραγματικά να κάνει με το τι είναι καλύτερο για τον Ελβις και τι είναι καλύτερο για την μπράντα του. Αλλά ποτέ δεν ήμασταν πιο απασχολημένοι», τονίζει.

Τι συμβαίνει όμως με τους νέους;

Στο Spotify, όπου το 55% των χρηστών είναι ηλικίας 34 ετών και άνω, ο Ελβις κατατάσσεται, τη συγκεκριμένη ημέρα, 368ος στη λίστα με τους 500 καλλιτέχνες με τα περισσότερα ακούσματα, θέση αναμφίβολα εντυπωσιακή για έναν καλλιτέχνη που έχει πεθάνει πριν από 45 χρόνια. Μάλιστα είναι πάνω από τον Φρανκ Σινάτρα (466η θέση) αλλά κάτω από τον Μάικλ Τζάκσον (86η θέση), και τους Beatles (109η θέση).

Σε μια έρευνα του YouGov το 201 σε περισσότερους από 2.000 Βρετανούς ηλικίας 18 έως 24 ετών, το 29% είπε ότι δεν είχαν ακούσει ποτέ τραγούδι του Ελβις. Αλλά γιατί κάποιος κάτω των 30 θα πρέπει να γνωρίζει απαραιτήτως τον Ελβις; Οι νέοι λαχταρούν πάντα κάτι καινούργιο.

Οταν η μουσική «μπαγιατεύει», ένα «τράνταγμα» είναι αναπόφευκτο, από το progressive rock της δεκαετίας του 1970 μέχρι το punk ή το grunge. Αυτό έκανε, άλλωστε, και ο Ελβις, που ιδιαίτερα για τους λευκούς εφήβους, ήταν συναρπαστικός, συγκλονιστικός, υπνωτικός, διαφορετικός. Γι’ αυτό ο Γουαϊνσένκερ δεν ανησυχεί· πιστεύει ότι οι νέοι θα ανακαλύψουν τον Ελβις, για έναν απλό λόγο: Το κάνουν πάντα.

Ηταν ο Ελβις ρατσιστής;

Ενδιαφέρον έχει ωστόσο το γεγονός ότι σήμερα το κοινό των θαυμαστών του Ελβις Πρίσλεϊ μοιάζει διχασμένο για λόγους φυλετικούς, πράγμα που δεν συνέβαινε στο παρελθόν. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960, οι Μαύροι Αμερικανοί ήταν από τους πιο ένθερμους θαυμαστές του, σύμφωνα με τον Τσαρλς Πονς ντε Λεόν, καθηγητή Ιστορίας και Αμερικανικών Σπουδών στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Λονγκ Μπιτς και συγγραφέα της βιογραφίας του Ελβις «Fortunate Son». Οι οπαδοί της κυριαρχίας των λευκών είδαν τότε την άνοδό του ως απειλή για τη νομοθεσία του Τζιμ Κρόου και τον φυλετικό διαχωρισμό.

Η στάση άλλαξε, λέει ο Πονς ντε Λεόν, κατά τη διάρκεια του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα, όταν «πολλοί Μαύροι αποθαρρύνθηκαν από το να πατρονάρουν λευκούς καλλιτέχνες» και άρχισαν οι ισχυρισμοί πολιτιστικής ιδιοποίησης. Στο «Fight the Power» (1989) ο frontman των Public Enemy, Chuck D, ραπάρει: «Elvis was a hero to most/But he never meant shit  to me you see/Straight up racist that sucker was» («Ο Ελβις ήταν ήρωας για τους περισσότερους / Αλλά ποτέ δεν ήταν… για μένα, βλέπεις / Ξεκάθαρα ρατσιστής ήταν αυτό το κορόιδο». Ωστόσο, το 2002 σε μια συνέντευξή του στο Newsday με αφορμή την 25η επέτειο του θανάτου του Eλβις, ο Chuck D παρουσίασε μια διαφοροποιημένη άποψη:

«Ως μουσικολόγος –και θεωρώ τον εαυτό μου τέτοιο– υπήρχε πάντα μεγάλος σεβασμός για τον Ελβις, ειδικά για το άλμπουμ του “Sun Sessions», είπε ο ράπερ, «Ως Μαύροι, όλοι το ξέραμε αυτό. Το όλο μου θέμα ήταν η μονόπλευρη συμπεριφορά, το εμβληματικό στάτους του Ελβις στην Αμερική, σαν να μην υπήρχε κανείς άλλος. … Οι ήρωές μου υπήρχαν πριν από αυτόν. Οι ήρωές μου ήταν μάλλον και δικοί του ήρωες. Οσο για το “Ελβις ο Βασιλιάς”, δεν μπορούσα να το δεχτώ».

Στον Λευκό Οίκο με τον Ρίτσαρντ Νίξον, το 1970 (National Archive/Newsmakers)

Ο Ελβις προκαλεί έντονες φυλετικές αντιδράσεις για πολλούς λόγους, σημειώνει ο Μάικλ Τ. Μπέρτραντ, καθηγητής Ιστορίας στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Τενεσί, στο βιβλίο του «Race, Rock, and Elvis»: «Η επιτυχία του βασίστηκε στα τραγούδια και τα στυλ μαύρων καλλιτεχνών,  που ιστορικά ήταν αποκλεισμένοι από τη μουσική αγορά για το ευρύ κοινό». Δεν ήταν απλώς Νότιος, είχε μια έπαυλη που για κάποιους παρέπεμπε στον «Παλιό Νότο» (για την πλειονότητα των Μαύρων αναφορά σε εποχές δουλείας και φυτειών) ενώ για χρόνια στις συναυλίες του τραγουδούσε το «Dixie» ως μέρος της «Αμερικανικής Τριλογίας» του. Συνδέθηκε επίσης με συντηρητικούς ρατσιστές πολιτικούς όπως ο Ρίτσαρντ Νίξον και ο Τζορτζ Γουάλας.

Για τους λευκούς θαυμαστές του, η ταπεινοφροσύνη, η γενναιοδωρία, η πνευματικότητά του και η υποτιθέμενη έλλειψη προκαταλήψεων του Ελβις είναι κομμάτι της εξιδανικευμένης εικόνας του. Αλλά για πολλούς έγχρωμους, η εικόνα του διαφέρει. «Ο Πρίσλεϊ συμβόλιζε όλα όσα ήταν καταπιεστικά για τους μαύρους στο δυτικό ημισφαίριο», γράφει ο Μπέρτραντ στο βιβλίο του.

Τα παιδικά του χρόνια στο Τούπελο

Στο Τούπελο τα πράγματα είναι πολύ πιο ήσυχα και γραφικά. Μόνο οι τοιχογραφίες σε δύο σοκάκια και ένα άγαλμα του Ελβις στην πλατεία της πόλης υπάρχουν για να θυμίζουν μια συναυλία που έκανε στην πατρίδα του το 1956. Το σπίτι όπου γεννήθηκε ο Ελβις –μουσείο σήμερα– βρίσκεται περίπου ενάμισι χιλιόμετρο έξω από την πόλη, σε γη που αγόρασε ο Πρίσλεϊ, για να δημιουργήσει ένα πάρκο. Ηταν ένα κυνηγετικό περίπτερο με δύο υπνοδωμάτια που είχαν χτίσει ο πατέρας, ο παππούς και ο θείος του. Σε αντίθεση με την Γκρέισλαντ, όπου η ξενάγηση με iPad περιλαμβάνει αφήγηση του Τζον Στάμος, εδώ λίγα λεπτά αρκούν για να δει ο επισκέπτης αντικείμενα όπως ένα κρεβάτι με πάπλωμα και μια ξυλόσομπα.

Τη διεύθυνση του μικρού μουσείου (κάτι που πάντα ονειρευόταν) ανέλαβε ο Ρόι Τέρνερ, αφού συνταξιοδοτήθηκε ύστερα από 48 χρόνια στη βιομηχανία τροφών για κατοικίδια. Είχε σχέσεις με τον Ελβις: ο Τέρνερ είναι γέννημα θρέμμα του Ιστ Τούπελο, στα 28 του εργάστηκε ως ερευνητής  για την Ελέιν Ντάντι, συγγραφέα της βιογραφίας «Elvis and Gladys», και ο μπαμπάς του εργαζόταν μαζί με τη μητέρα του Ελβις, Γκλάντις, σε ένα εργοστάσιο υποκαμίσων. Ο Τέρνερ εξηγεί στην Washington Post τη δομή της τοπικής κοινωνίας όταν ο Ελβις ήταν παιδί. Οι ευκατάστατοι λευκοί ζούσαν στο Τούπελο και η κατώτερη τάξη στο Ιστ Τούπελο. Μια παρόμοια ταξική δομή ίσχυε και για τους Αφροαμερικανούς. «Είχες το Χιλ, με γιατρούς, δικηγόρους, δασκάλους και καταστηματάρχες», λέει ο Τέρνερ, «και είχες το Σέικ Ραγκ, όπου ζούσαν υπηρέτες, κηπουροί, άνθρωποι που εργάζονταν στα τρένα, τέτοιοι άνθρωποι. Και οι άνθρωποι του Χιλ κοίταζαν αφ’ υψηλού τους ανθρώπους στο Σέικ Ραγκ».

Οι Πρίσλεϊ ήταν μία από τις τρεις οικογένειες λευκών που ζούσαν στο Ιστ Τούπελο. Ο Τέρνερ διηγείται στον Κεν Μπαντ μια ιστορία για τη φιλία του Ελβις με ένα αγόρι ονόματι Σαμ Μπελ (τον οποίο γνώρισε ο Τέρνερ αργότερα) από την εποχή του διαχωρισμού: «Ο Ελβις έτρωγε και κοιμόταν στο σπίτι του Σαμ και το αντίστροφο», λέει, «Τον Σαμ τον μεγάλωσαν οι παππούδες του· ο πατέρας του σκοτώθηκε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και η μητέρα του είχε πάει βόρεια για να βρει δουλειά. Και ο Ελβις έλεγε πάντα στη γιαγιά του “ναι, κυρία” και “όχι, κυρία”, κάτι που κανένας λευκός δεν έλεγε σε μαύρο εκείνη την εποχή».

Το σπίτι στο οποίο γεννήθηκε ο Ελβις, στο Τούπελο (Wikipedia)

Τα δύο αγόρια πήγαιναν στο «Lyric Theatre» της πόλης για να δουν ταινίες. Ο Ελβις έμπαινε από την μπροστινή πόρτα και ο Σαμ από την πλαϊνή, στο τμήμα για τους έγχρωμους. Ο Ελβις περνούσε το διαχωριστικό –ύψους περίπου μισού μέτρου– και καθόταν μαζί με τον φίλο του. «Κανείς δεν μας ενόχλησε ποτέ», είχε πει ο Σαμ στον Ρόι Τέρνερ, ο οποίος πιστεύει ότι το Τούπελο διαμόρφωσε τον Ελβις, τόσο μουσικά όσο και πνευματικά. Η μουσική του επηρεάστηκε από την εκκλησία, τη μουσική σκηνή της Νάσβιλ Grand Ole Opry, και από τη φτώχεια της νιότης του. «Μπορείς να ακούσεις το χώμα στη φωνή του Ελβις όπως μπορείς να ακούσεις το τσιμέντο στη φωνή του Σινάτρα», γράφει στο βιβλίο της η Ντάντι.

Στον Ελβις δεν άρεσε να τον αποκαλούν «βασιλιά», πράγμα που ίσως οφειλόταν στη φτωχική ανατροφή του. Στη βιογραφία του «Careless Love: The Unmaking of Elvis Presley», ο Πίτερ Γκουράλνικ γράφει ότι σε μια συνέντευξη Τύπου το 1969 στο Λας Βέγκας, ο Ελβις πόζαρε για μια φωτογραφία με τον φίλο του Φατς Ντόμινο και μίλησε στους δημοσιογράφους για την επιρροή που είχε δεχτεί από τον τραγουδιστή, ανακηρύσσοντάς τον πραγματικό βασιλιά του ροκ εν ρολ. Δεν ήταν ασυνήθιστο. Ο Ελβις τόνιζε συχνά το χρέος του στους μαύρους καλλιτέχνες. Και για πολλούς λευκούς θαυμαστές του, η επιτυχία του «American Dream» ξεπερνά τη φυλή: «Ο Ελβις προήλθε από το τίποτα και έγινε τα πάντα», λέει ο Γουαϊνσέικερ.

Το πρόβλημα  είναι η κοινωνία των λευκών

Για το φυλετικό ζήτημα ο Κεν Μπατ πιστεύει ότι ο Chuck D είχε δίκιο. Το πρόβλημα δεν είναι ο καλλιτέχνης Ελβις ή ο άνθρωπος Ελβις. Είναι η κοινωνία των λευκών που εξύψωσε τον Ελβις πάνω από τους έγχρωμους καλλιτέχνες. Μάλιστα, 45 χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Ελβις εξακολουθεί να λειτουργεί ως βαρόμετρο φυλετικών συμπεριφορών στην Αμερική. Ωστόσο, «αυτό το βαρόμετρο μπορεί να μετρήσει λιγότερο ποιος ήταν στην πραγματικότητα ο Πρίσλεϊ και περισσότερο ποιοι είμαστε αυτή τη στιγμή», λέει στην Washington Post ο Μπέρτραντ.

Ενα παράδειγμα είναι ο Κουίνσι Τζόουνς, ο οποίος το 2021 σε συνέντευξή του στο Hollywood Reporter αποκάλεσε τον Ελβις ρατσιστή. Ωστόσο, όπως σημειώνει ο Μπέρτραντ, ο Τζόουνς είχε δουλέψει με τον Ελβις το 1956 και μίλησε για τον Ελβις στην αυτοβιογραφία του το 2001, αλλά «δεν ανέφερε ότι ο Πρίσλεϊ ήταν ρατσιστής», σημειώνει ο Μπέρτραντ, «Στην πραγματικότητα, ο Τζόουνς συμπεριέλαβε τον Ελβις μαζί με τον Φρανκ Σινάτρα, τους Beatles, τον Στίβι Γουόντερ και τον Μάικλ Τζάκσον στα εμβληματικά πρόσωπα που άλλαξαν τη μουσική και τη βοήθησαν να προχωρήσει. Δεν έχω επικοινωνήσει με τον Τζόουνς, αλλά προφανώς το 2021 δεν είναι 2001 ή 1956. Τι άλλαξε;», αναρωτιέται ο αμερικανός καθηγητής.

Ωστόσο η στάση των ανθρώπων αλλάζει και το φυλετικό θα συνδεθεί με τη μακροπρόθεσμη απήχηση του Ελβις. Και η συζήτηση δεν θα υπαγορεύεται από παραγωγούς δίσκων, ηθοποιούς-επιχειρηματίες ή μεσήλικες ακαδημαϊκούς, αλλά από έξυπνους, στοχαστικούς νέους όπως ο Τζος Σο, ο 26χρονος αφροαμερικανός ξεναγός του Κεν Μπαντ στο θρυλικό Sun Studio στο Μέμφις και frontman της indie-rock μπάντας Blvck Hippie.

«Δεν έχω τίποτα εναντίον του Ελβις», απαντάει ο Σο στην ερώτηση του Κεν Μπαντ αν του αρέσει ο Ελβις, σημειώνοντας ότι είναι θαυμαστής του Τζόνι Κας. «Νομίζω ότι ήταν ένας ταλαντούχος άνθρωπος και σίγουρα εισήγαγε μια ολόκληρη γενιά ρόκερ και είχε τεράστια επιρροή. Αλλά νιώθω ότι υπάρχουν πάρα πολλές διαφορές, ειδικά όσον αφορά το πόσο μεγάλο μέρος της επιτυχίας του βασίστηκε σε μαύρους καλλιτέχνες που έγραψαν αρχικά τα τραγούδια. Δεν μου έχει αφήσει καλές αναμνήσεις», λέει.

Υπάρχουν πολλές ιστορίες για την ευγένεια με την οποία συμπεριφερόταν ο Ελβις (όσο λίγοι σταρ) στους θαυμαστές του. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που συγκινεί τους πάντες –ακόμη και όσους του επιτίθενται– είναι η μοναδική φωνή του. Πολλοί τραγουδιστές είχαν καλύτερες φωνές, λέει ο Γκουράλνικ. Αλλά η φωνή του Ελβις συνδέεται αμέσως με τους ακροατές. Είναι ένα ασυνήθιστο δώρο. Θα εξακολουθούν άραγε οι άνθρωποι να ακούνε αυτή τη φωνή τον επόμενο αιώνα; Ποιος ξέρει. Δεν μπορούμε να προβλέψουμε αν θα αντέξει. Αλλά είτε ακούγεται το «Suspicious Minds» το 2072 είτε όχι, κανείς δεν μπορεί να το υποτιμήσει, ούτε ως έργο ούτε στο πώς επηρέασε άλλους. Και ίσως, τελικά, το αν θα είναι παροδική η φήμη του δεν έχει τόση σημασία. Το σίγουρο είναι ότι όσοι τον αγάπησαν, όταν ακούν τον Ελβις να τραγουδάει, νιώθουν ευτυχείς…

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News