1675
| CreativeProtagon / Shutterstock

Το Brexit σκοντάφτει, οι Βρετανοί γκρινιάζουν

Protagon Team Protagon Team 12 Σεπτεμβρίου 2021, 11:30
|CreativeProtagon / Shutterstock

Το Brexit σκοντάφτει, οι Βρετανοί γκρινιάζουν

Protagon Team Protagon Team 12 Σεπτεμβρίου 2021, 11:30

Επεσε η μάσκα του Brexit και οι Βρετανοί έχουν ήδη αρχίσει να συνειδητοποιούν περί τίνος πρόκειται: «περί της αυτοκτονίας ενός μεγάλου έθνους», υποστηρίζει ο Τζιανλούκα Μερκούρι της Corriere della Sera. Γιατί από τις μεγάλες αλλαγές που σημειώθηκαν κατά το δεύτερο μισό της περασμένης δεκαετίας, καθώς ένα τεράστιο λαϊκιστικό κίνημα σάρωνε τον δυτικό κόσμο, η αποχώρηση της Βρετανίας από τους κόλπους της ΕΕ πολύ δύσκολα μπορεί να αντιστραφεί. Και οι άκρως αρνητικές συνέπειες αυτής της απόφασης έχουν αρχίσει ήδη να γίνονται δυσάρεστα αισθητές.  

Τα ράφια των σούπερ μάρκετ αδειάζουν ανησυχητικά συχνά και το μέλλον διαγράφεται τουλάχιστον δύσκολο. Ο Σάιμον Τζένκινς, σεβάσμιος αρθρογράφος του Guardian, πρώην διευθυντής των «Times», προβλέπει πως «τα φρούτα θα σαπίζουν στα χωράφια, οι χοίροι δεν θα μπορούν να μεταφερθούν στα σφαγεία και οι γαλοπούλες των Χριστουγέννων θα είναι ένας “εφιάλτης”». Ωστόσο τα ζητήματα που απασχολούν και ανησυχούν τους Βρετανούς στην μετά-Brexit εποχή δεν σχετίζονται μόνο με τη σίτισή τους.

«Οι μονάδες φροντίδας στην Αγγλία χρειάζονται 170.000 προσωπικό και οι εταιρείες παράδοσης 100.000 οδηγούς. Ξενοδοχεία περιόρισαν δωμάτια και εστιατόρια τραπέζια. Οι δημιουργικές βιομηχανίες που προσφέρουν 110 δισεκατομμύρια στερλίνες στη βρετανική οικονομία – λησμονήθηκαν από τους διαπραγματευτές του Brexit και τώρα είναι σχεδόν απομονωμένες από την Ευρώπη», επισημαίνει ο Τζένκινς, αναφερόμενος σε μία από τις άμεσες συνέπειες του Brexit, τη δραστική μείωση των μεταναστευτικών ροών από την Ευρώπη προς τη Βρετανία και την συνεπακόλουθη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού στη χώρα.   

Μια δεύτερη άμεση συνέπεια της αποχώρησης των Βρετανών από τους κόλπους της ΕΕ είναι η μείωση των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των δύο πλευρών (γεγονός που οφείλεται, ωστόσο, και στην πανδημία) και μία τρίτη συνέπεια είναι η εντυπωσιακή αύξηση της γραφειοκρατίας, με τους εμπόρους να καλούνται πλέον να διαχειρίζονται επιπλέον 215 εκατομμύρια έγγραφα εισαγωγής/εξαγωγής προϊόντων τον χρόνο και το επιπρόσθετο γραφειοκρατικό κόστος να εκτιμάται στα 7,5 δισεκατομμύρια στερλίνες ανά έτος. «Μπορεί δασμοί να μην επιβάλλονται αλλά οι κανόνες καταγωγής και οι υγειονομικές προδιαγραφές τηρούνται. Κάθε φορτηγό κάθε φορτίο πρέπει να ελέγχεται».  

Συμπερασματικά μπορεί να ειπωθεί ότι ο Μπόρις Τζόνσον εξαπάτησε τον βρετανικό λαό, εκμεταλλευόμενος την ξενοφοβία που κυρίευσε πολλά εκατομμύρια συμπολίτες του καθώς και πολλά από τα μέλη του κυβερνώντος Συντηρητικού Κόμματος, ηγέτης του οποίου ο νυν βρετανός πρωθυπουργός δεν θα είχε καταστεί δίχως το Brexit. 

Θα μπορούσε, ωστόσο, να τους ξεγελάσει με πιο έξυπνο τρόπο, υπαινίσσεται τρόπον τινά ο αρθρογράφος του Guardian, αναφέροντας πως η Βρετανία θα μπορούσε να έχει εγκαταλείψει την ΕΕ, παραμένοντας, ωστόσο, στην ενιαία αγορά και την τελωνειακή ένωση. 

O Μπόρις Τζόνσον εξαπάτησε τον βρετανικό λαό, εκμεταλλευόμενος την ξενοφοβία που κυρίευσε πολλά εκατομμύρια συμπολίτες του.

Πρόκειται σίγουρα για μια ενδιαφέρουσα θέση όσον αφορά το Brexit καθώς η ενιαία αγορά εγγυάται την ελεύθερη και απρόσκοπτη κυκλοφορία όχι μόνο αγαθών αλλά και υπηρεσιών και ανθρώπων στο εσωτερικό της, συνεπάγεται, με λίγα λόγια, μετανάστες, και από αυτούς υποσχόταν ο Τζόνσον και η κλίκα του να απαλλάξουν δια παντός τους Βρετανούς. Ως δήμαρχος, ωστόσο, του κοσμοπολίτικου Λονδίνου, οι πολίτες του οποίου ψήφισαν στην πλειονότητά τους κατά του Brexit, ο Μπόρις Τζόνσον τασσόταν «σφόδρα υπέρ», υπενθυμίζει ο Τζένκινς, των εργαζόμενων/εργατών από την ΕΕ. Στη συνέχεια, όμως, επέλεξε να κάνει στροφή 180 μοιρών, με στόχο την πρωθυπουργία.

Αλλά τώρα βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο, αναζητώντας απεγνωσμένα εναλλακτικούς εμπορικούς εταίρους και ανησυχώντας ιδιαίτερα για την επικείμενη έκθεση του National Audit Office (Εθνικής Ελεγκτικής Υπηρεσίας), όσον αφορά τον αντίκτυπο της συμφωνίας που υπέγραψαν οι δυο πλευρές για τις σχέσεις τους στην μετά-Brexit εποχή. «Φαντάζομαι πως η αξιολόγησή θα έχει το χρώμα του αίματος», γράφει ο Τζένκινς.   

Ενα ήπιο – αν όχι μόνο κατ΄όνομα – Brexit επιδίωξε η Τερέζα Μέι αλλά δεν άντεξε στις αφόρητες πιέσεις. Η Βρετανία θα μπορούσε να ακολουθήσει τη συνταγή της Νορβηγίας η οποία δεν ανήκει στην ΕΕ αλλά συμμετέχει στην ενιαία αγορά και στην τελωνειακή ένωση. Οι πολίτες της χαίρουν μιας σχετικής αυτονομίας ενώ συγχρόνως συμμορφώνονται με τους όποιους κανόνες της ΕΕ, ούτως ώστε να απολαμβάνουν όλα όσα προσφέρει. Εάν, όμως, ακολουθούσε αυτήν την οδό το Λονδίνο θα υποχρεούνταν να αποδέχεται τις όποιες ευρωπαϊκές αποφάσεις, δίχως, ωστόσο, να συμμετέχει στη διαδικασία λήψης αυτών των αποφάσεων. 

Το παράδοξο είναι, ωστόσο, ότι σήμερα αυτή είναι η μοναδική διέξοδος για τον Μπόρις Τζόνσον. «Δεν ήταν απαραίτητο το Brexit να είναι τόσο καταστροφικό για την βρετανική οικονομία. Τη ζημιά προξένησε μία απόφαση – να αποχωρήσουμε από την ενιαία αγορά. Η λογική αντίδραση για τον Τζόνσον τώρα θα ήταν να παραδεχτεί το λάθος του, και να επιδιώξει, στον βαθμό που μπορεί και το ταχύτερο δυνατό, την επανένταξη σε αυτήν την αγορά. Η Βρετανία θα μπορούσε να αντιγράψει το πρωτόκολλο που συμφωνήθηκε για τη Βόρεια Ιρλανδία. Αυτό δεν θα σήμαινε την επανένταξη της στην ΕΕ, μόνον την επανένταξή της στην Ιρλανδία», αναφέρει ο Τζένκινς, προσθέτοντας πως κάτι τέτοιο θα αποτελούσε «την πιο απολαυστική από τις ιστορικές ειρωνείες».  

Το ότι δεν υπήρχε κανένας ουσιαστικός λόγος το τίμημα του Brexit να καταστεί τόσο βαρύ για τη Βρετανία το αναγνωρίζουν ολοένα περισσότεροι στη χώρα. Αλλά μεταξύ των συνεπειών της αποχώρησης από την ΕΕ συγκαταλέγονται και κάποιες που δεν είναι αρνητικές.   

Για να γίνουν αντιληπτές κάποιες από τις αλλαγές που επήλθαν λόγω του Brexit, πρέπει να επισκεφτεί κανείς τις κομητείες του Λινκολνσάιρ και του Κεϊμπριτζσάιρ στην ανατολική Αγγλία – αναφέρει σε κείμενο του ο επίσης αρθρογράφος του Guardian Τζον Χάρις – «όπου δίπλα σε τεράστια αγροκτήματα με λαχανικά υπάρχουν επιχειρήσεις επεξεργασίας τροφίμων και όπου πόλεις όπως το Γουίσμπιτς, το Σπόλντινγκ και η Βοστώνη κατέστησαν σημεία αναφοράς για μετανάστες από την κεντρική και Ανατολική Ευρώπη».  

Συνομιλώντας το 2016, αμέσως μετά το Brexit, με τον διευθυντή του Rapid Recruitment, ενός γραφείου ευρέσεως εργασίας που εδρεύει στο Γουίσμπιτς, ο αρθρογράφος του Guardian τον άκουσε να του λέει πως η αγορά εργασίας στην περιοχή επρόκειτο να περάσει μια μορφή κρίσης.  Αλλά οι κατάλογοι του γραφείου του ήταν ακόμα γεμάτοι με τα ονόματα εκατοντάδων ανθρώπων από χώρες της ΕΕ, στους οποίους προσέφερε θέσεις εργασίας όχι μόνον στη βιομηχανία των τροφίμων αλλά και στις μεταφορές και στη μεταποίηση. 

Τώρα, όμως, που το Brexit ανάγκασε πάρα πολλές χιλιάδες Ευρωπαίους να επιστρέψουν στις πατρίδες τους και οι νέοι κανόνες όσον αφορά την έκδοση βίζας καθιστούν σχεδόν αδύνατη την αντικατάστασή τους από νέους μετανάστες, οι εργοδότες της Βρετανίας δίνουν μάχη διεκδικώντας μερίδιο από μία αγορά εργασίας που διαρκώς συρρικνώνεται. 

Τι απαντά μηχανικά η κυβέρνηση του Μπόρις Τζόνσον και με τον «γνωστό λαϊκιστικό ζήλο» που τη χαρακτηρίζει; Οτι οι «εργοδότες πρέπει να επενδύουν στο εγχώριο εργατικό δυναμικό αντί να βασίζονται σε εργατικά χέρια από το εξωτερικό». Ωστόσο στην συγκεκριμένη περιοχή της Βρετανίας η απασχόληση είναι σχεδόν πλήρης ενώ οι γηγενείς τείνουν στην πλειονότητά τους να επιλέγουν να εργαστούν σε άλλους κλάδους.  

Οσον αφορά τις θετικές συνέπειες της έλλειψης εργατικών χεριών η πρώτη είναι, φυσικά, η αύξηση των μισθών. Στην συγκεκριμένη περιοχή «το ωρομίσθιο αυξήθηκε από το κατώτατο όριο των 8,91 στερλινών στις 9,5 στερλίνες» και ενδέχεται η εν λόγω τάση να συνεχιστεί, τουλάχιστον όσο το επιτρέψουν τα στενά περιθώρια κέρδους που επιβάλλουν οι μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα δημιουργηθούν νέες στρατιές εργαζομένων, επισημαίνει ο Τζον Χάρις. 

Ωστόσο ακόμη και στην περίπτωση που βρεθούν αρκετοί εργαζόμενοι πρόθυμοι να δουλεύουν στα χωράφια ή να κόβουν καρότα και κρεμμύδια για τις έτοιμες σαλάτες που πωλούνται στα σούπερ μάρκετ, η περιοχή και οι επιχειρήσεις της θα συνεχίσουν να βρίσκονται σε κρίση γιατί δεν υπάρχουν αρκετά φορτηγά για τη μεταφορά των αγροτικών προϊόντων στους επόμενους προορισμούς τους. «Το αποτέλεσμα ήταν να καταλήξουν στα σκουπίδια ακόμη περισσότερα τρόφιμα», υπογραμμίζει ο Χάρις.  

Η έλλειψη επαγγελματιών οδηγών φορτηγών (100.000 λιγότεροι σε σχέση με τις ανάγκες της βρετανικής οικονομίας) αποτελεί τον πυρήνα του συλλογισμού του βρετανού δημοσιογράφου, ο οποίος αναδεικνύει ένα ζήτημα που δεν σχετίζεται μόνο με το Brexit και δεν αφορά μόνο τη Βρετανία. 

Εξαιτίας υπηρεσιών όπως το Amazon Prime εκατομμύρια καταναλωτές σε όλον τον κόσμο άρχισαν να πιστεύουν πως το κόστος συσκευασίας και αποστολής προϊόντων μπορεί να απαλειφθεί και ότι η μεταφορά τους μπορεί με κάποιον τρόπο να διεξάγεται δωρεάν, γεγονός που επιτάχυνε τη μείωση των αμοιβών των οδηγών φορτηγών και την επιδείνωση των συνθηκών κάτω από τις οποίες εργάζονται.  

Χάρη στο Brexit, οπότε, και τη συνεπακόλουθη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού στη Βρετανία, ένας παραμελημένος επαγγελματικός κλάδος ξαφνικά ωφελείται σημαντικά με τις αμοιβές των οδηγών φορτηγών στη χώρα να αυξάνονται τρεις και τέσσερις φορές σε σχέση με τον πληθωρισμό.  

«Επί δεκαετίες, σημαντικό κομμάτι της αγοράς εργασίας λειτουργούσε υποθέτοντας ότι θα υπάρχουν πάντα αρκετοί άνθρωποι πρόθυμοι να εργάζονται για χαμηλές αλλά πολύτιμες απολαβές. Αλλά τόσο εδώ όσο και στον υπόλοιπο κόσμο, καθώς τομείς της οικονομίας έκλεισαν και οι άδειες μετ’ αποδοχών προσέφεραν στους ανθρώπους ένα διάλειμμα για να σκεφτούν, η ιδέα ότι δεν πρέπει να παραμένουν σε θέσεις εργασίας όπου αισθάνονται πως πτοούνται ηθικά και ότι τους εκμεταλλεύονται έγινε της μόδας», γράφει ο Τζον Χάρις.  

Ειδικά για την κατάσταση όπως αυτή διαμορφώνεται στη Βρετανία, «το Brexit εξακολουθεί να είναι ένα καταστροφικό και χαοτικό εγχείρημα – αλλά, μεταξύ των αμέτρητων και απρόβλεπτων συνεπειών της, η αποχώρηση από την ΕΕ στέρησε από τους εργοδότες την πρόσβαση σε μια δεξαμενή ανθρώπων που πολύ συχνά έπεφταν θύματα εκμετάλλευσης».  

Στο πλαίσιο του ρεπορτάζ του για την αγορά εργασίας στη Βρετανία στην μετά-Brexit εποχή, ο δημοσιογράφος του Guardian συνομίλησε και με τον Ντάβιντ Ιμρε, έναν τριαντάχρονο Ρουμάνο που μετανάστευσε στη Γηραιά Αλβιόνα από την πατρίδα του πριν από μία εξαετία. 

Εργάζεται σε ένα εργοστάσιο επεξεργασίας πτηνών στην Ουαλία, όπου εδώ και δύο χρόνια εκτελεί και χρέη εκπροσώπου του Unite, του δεύτερου μεγαλύτερου συνδικάτου της Βρετανίας. Η δουλειά στο εργοστάσιο είναι ιδιαίτερα σκληρή  ενώ σημαντικός αριθμός εργαζομένων κατάγεται από την Πολωνία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. 

Πριν από μερικά χρόνια συνδικαλισμένοι ήταν μόλις 80 εργαζόμενοι ενώ σήμερα σχεδόν 800. Χάρη στο Brexit, παραδέχτηκε ο ρουμάνος συνδικαλιστής, υπάρχει πραγματικά μεγάλη έλλειψη εργατικών χεριών. Πριν από έξι μήνες χάρη στις πιέσεις του συνδικάτου το βασικό ωρομίσθιο στο εργοστάσιο αυξήθηκε από τις 8,93 στις 9,50 στερλίνες. Τώρα ο Ντάβιντ Ιμρέ επιδιώκει να αυξηθεί το κατώτατο ωρομίσθιο στις 10,50 στερλίνες. «Χρησιμοποιώ αυτήν την έλλειψη εργαζομένων για να πάρω περισσότερα λεφτά για τους ανθρώπους», εξήγησε.

«Εν μέσω του χάους και της αβεβαιότητας, πράγματα που υποτίθετο πως δεν επρόκειτο να συμβούν, ξαφνικά φαίνονται ιδιαίτερα πιθανά», καταλήγει ο βρετανός αρθρογράφος.  

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News