1800
| CreativeProtagon

Τα καλύτερα comeback της Iστορίας

Protagon Team Protagon Team 2 Μαΐου 2021, 20:34

Τα καλύτερα comeback της Iστορίας

Protagon Team Protagon Team 2 Μαΐου 2021, 20:34

Δεν είναι θέμα ηλικίας. Ο Ιησούς ήταν τριαντάρης όταν βγήκε από τον τάφο του την πιο κρίσιμη στιγμή της δυτικής κουλτούρας. Και η Γκλόρια Σουάνσον ήταν 51 ετών, -νεότερη δηλαδή από τη Ναόμι Κάμπελ σημερα- όταν «μετοίκησε» στο σώμα της Νόρμα Ντέσμοντ, μιας ξεπεσμένης σταρ του βωβού κινηματογράφου στη «Λεωφόρο της Δύσης» («Sunset Boulevard», 1950).

Γιατί μερικά comeback εμπνέουν ενώ άλλα τρομάζουν; Σε κάθε περίπτωση τα καλύτερα δεν διαγράφουν την απουσία που έκανε δυνατή την επιστροφή, ούτε αγνοούν το τραύμα που ακολουθεί. Όταν ο Ελβις επέστρεψε το 1968 στην περιοδεία του, οι θαυμαστές του τρελάθηκαν τόσο με την παρουσία του στη σκηνή όσο και με τη φωνή του, και άρπαζαν στον αέρα τις ιδρωμένες πετσέτες που τους πέταγε το είδωλο του ροκ εντ ρολ.

Οταν η Μόνικα Σέλες επέστρεψε στα τερέν του τένις, δύο χρόνια μετά την αδιανόητη επίθεση που δέχτηκε από ένα παράφρονα -την μαχαίρωσε στην πλάτη με μια λεπίδα εννέα ιντσών κατά τη διάρκεια ενός παιχνιδιού- το πλήθος επευφημούσε τη σωματική και ψυχική νίκη της επί του επιτιθέμενου.

Ο Υιός του Θεού ταιριάζει επίσης σε αυτό το μοτίβο, γράφει στον Economist ο Μάθιου Σουίτ. Αφού μαστιγώθηκε, σταυρώθηκε, δολοφονήθηκε, επέστρεψε με μια μορφή κατάλληλη για ανάληψη στους ουρανούς. Όχι πια πρακτική εργασία, διδασκαλίες και θαύματα στην Κανά, μόνο μετά θάνατον ζωή. Και, μας διαβεβαιώνει, ότι δεν ισχύει μόνο για εκείνον. Εάν ζούμε όπως πρέπει, θα αναληφθούμε κι εμείς στους ουρανούς όταν έρθει η ώρα.

Η επιστροφή της μπάντας που αγαπήσαμε στην εφηβεία μας αποδεικνύοντας ότι μπορεί ακόμα να γεμίζει στάδια ή του ηθοποιού με τον οποίο μοιραστήκαμε τα νιάτα μας, είναι κάτι που εμπνέει και παρηγορεί. Τα comebacks δείχνουν ότι ο κόσμος δεν είναι ένα σώμα σε φθορά, όπως πίστευαν ορισμένοι μεσαιωνικοί μελετητές, ούτε μια διαδικασία απώλειας η ζωή. Κοιτάζουμε τα λουλούδια, που ανθίζουν στα πάρκα και τους κήπους, και σαν λουλούδι σκεφτόμαστε τον εαυτό μας. Παραδείγματα αναστάσιμα; Πολλά.

Η Χιονάτη και ο θάνατος στο παραμύθι των αδελφών Γκριμ
Franz Jüttner/Schneewittchen/Wkipedia

Στα παραμύθια, το πεπτικό σύστημα είναι μια ζώνη μυστηρίου. Κοριτσάκια, γιαγιάδες και έξι μικρά κατσικάκια μπορούν να φαγωθούν επί τόπου από έναν λύκο και μετά να κάνουν μια θριαμβευτική επανεμφάνιση, εντελώς αχώνευτα. Η τραχεία της Χιονάτης, ωστόσο, προσφέρει την πιο περίεργη υπόθεση στο «CSI: Νεραϊδοχώρα»…

Σε αντίθεση με τις δύο πρώτες προσπάθειες της κακιάς μητριάς να σκοτώσει την ηρωίδα, το μήλο αποδείχτηκε πραγματικά θανατηφόρο. (Θυμόσαστε; Πρώτα της έδεσε πολύ σφιχτά τα κορδόνια του κορσέ και όταν το κόλπο δεν έπιασε, της έβαλε  ένα δηλητηριασμένο χτενάκι στα μαλλιά). Ο μαγικός καθρέφτης το επιβεβαιώνει: η κακιά βασίλισσα είναι τελικά η πιο ωραία. Πώς, λοιπόν, επιστρέφει στη Χιονάτη;

Στην ταινία της Disney την σώζει ο πρίγκιπας με ένα φιλί-αντίδοτο. Ελάφια, ρακούν και μικροσκοπικοί ανθρακωρύχοι μαζεύονται γύρω από το πτώμα της, ο πρίγκιπας (με τον οποίο έχουν γνωριστεί στην αρχή της ιστορίας) σκύβει να τη φιλήσει και ξαφνικά η Χιονάτη χασμουριέται και τεντώνεται μέσα στο φέρετρό της.

Στην εκδοχή των παραμυθάδων αδελφών Γκριμ, η πρώτη συνάντηση του ζευγαριού γίνεται όταν ο γιος του βασιλιά βλέπει ένα όμορφο πτώμα μέσα σε ένα γυάλινο φέρετρο και διαπραγματεύεται με τους νάνους να το πάρει μαζί του στο παλάτι. Καθώς οι στρατιώτες του πρίγκιπα σηκώνουν το φέρετρο, ένα τράνταγμα βοηθάει το κομμάτι του δηλητηριασμένου μήλου να ξεκολλήσει από τον λαιμό της βασλοπούλας. Οι αεραγωγοί απελευθερώνονται, η Χιονάτη ζωντανεύει, και αμέσως δέχεται πρόταση γάμου.

Ηταν, λέει, «ευγενική και πήγε μαζί του». Ισως, όμως, το κίνητρο να ήταν η εκδίκηση. Η κακιά μητριά είναι στη λίστα με τους καλεσμένους του γάμου και η νύφη εκτός από τα καναπεδάκια έχει έτοιμη και την  τιμωρία της: Την περίμεναν «σιδερένια παπούτσια, πυρακτωμένα, που υποχρεώθηκε να τα φορέσει και να χορέψει μέχρι να πέσει νεκρή». Δεν υπάρχει μαγεία εδώ, απλά φεουδαρχικά βασανιστήρια, γράφει ο Μάθιου Σουίτ στον Economist.

Ο καταζητούμενος Σέρλοκ Χολμς
Shutterstock

Όταν ο Αρθουρ Κόναν Ντόιλ δολοφόνησε τον Σέρλοκ Χολμς, έκανε ένα έγκλημα πάθους. Γιατί, αναρωτήθηκε, το κοινό λατρεύει αυτές τις μικρές εγκλήματικές ιστορίες  με δηλητηριασμένα κουκούτσια πορτοκαλιών, φίδια που γλιστρούν κάτω από ρόπτρα, και ανθρώπινα αυτιά πακεταρισμένα μέσα σε χάρτινα κουτιά γεμάτα με αλάτι, αλλά τα στρατιωτικά έργα του για τον πόλεμο στη Νότια Αφρική δεν αρέσουν;

Στο «Τελικό Πρόβλημα», ο Σέρλοκ Χολμς πέφτει μαζί με τον ορκισμένο εχθρό του, καθηγητή Μοριάρτι, στους καταρράχτες του Ράιχενμπαχ. Και χρειάστηκε μια δεκαετία ώσπου ο Ντόιλ να υποχωρήσει στις πιέσεις των φανατικών οπαδών του «ικανότερου παγκοσμίως ντετέκτιβ» και να τον επαναφέρει στη ζωή στο «Σκυλί των Μπάσκερβιλ». Η εξήγηση δόθηκε στην «Περιπέτεια του Αδειου Σπιτιού» (1903): μόνο ο Μοριάρτι έπεσε στα αφρισμένα αλπικά νερά.  Εχοντας και άλλους επικίνδυνους εχθρούς, ο Χολμς σκηνοθέτησε τον θάνατό του και εξαφανίστηκε προσωρινά στο Μονπελιέ για να μελετήσει τα παράγωγα άνθρακα και πίσσας.

Ηθικό δίδαγμα: μην αμφισβητείτε  τους λόγους για τους οποίους σας αγαπούν οι άνθρωποι. Ο Ντόιλ το έμαθε με τον δύσκολο τρόπο.

«Δεν θα παραδοθούμε ποτέ», Ουίνστον Τσόρτσιλ
British Government/ Imperial War Museums

Πέρσι το άγαλμά του χρειάστηκε κρατική προστασία όταν διαδηλωτές οπαδοί του Black Lives Matter έγραψαν πάνω του το σύνθημα «ρατσιστής» προκαλώντας την οργή του Μπόρι Τζόνσον. Ωστόσο, η αμφισβήτηση ήταν παρούσα σε όλη τη διάρκεια της ζωής του Ουίνστον Τσόρτσιλ, μαζί με τον καπνό του πούρου του και τον «μαύρος σκύλο», όπως χαρακτήριζε την κατάθλιψή του ο βρετανός πολιτικός. Τη δεκαετία του 1930, ο Τσόρτσιλ θεωρήθηκε αντιδραστικός και οπορτουνιστής. Κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν ένθερμος οπαδός της εκστρατείας της Καλλίπολης, που όμως αποδείχτηκε καταστροφική. Μόνο τον πρώτο μήνα, οι Σύμμαχοι έχασαν  45.000 άντρες και τότε ο Τσόρτσιλ δέχτηκε πολύ μεγάλες επικρίσεις (Οι πολιτικοί του αντίπαλοι τον χλεύαζαν με τη φάση «Θυμήσου τα Δαρδανέλια»).

Στο πλαίσιο αυτό, ο θρίαμβός του είναι ακόμη πιο αξιοσημείωτος. Ο Τσόρτσιλ ήταν ηγέτης της Μεγάλης Βρετανίας από την άνοιξη του 1940 μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και ένας από τους αρχιτέκτονες της συμμαχικής νίκης. Από την περίφημη ομιλία που έδωσε στη Βουλή των Κοινοτήτων στις 18 Ιουνίου 1940, πριν από τη Μάχη της Αγγλίας, για να ανυψώσει το ηθικό των Βρετανών, προέρχεται η ιστορική φράση «Δεν θα παραδοθούμε ποτέ!»

Το 1951, και μέχρι το 1955, επέστρεψε στο νούμερο 10 της Ντάουνινγκ Στριτ, αλλά ήταν πλέον ένας άρρωστος άνθρωπος, που αρνιόταν να αφήσει τη δουλειά του. Ωστόσο το μεγαλύτερο comeback του ήταν μεταθανάτιο. Κανένας άλλος πρωθυπουργός δεν έχει καταλάβει τόσο πολύ χώρο και χρόνο στο πολιτιστικό φαντασιακό των συμπατριωτών του. Ο Τσόρτσιλ είχε μάλιστα επιλέξει ο ίδιος το σημείο που επρόκειτο να τοποθετηθεί το άγαλμά του στην πλατεία του Κοινοβουλίου, όπου εκφράζεται η βρετανική πολιτική οργή.

Το Μεγάλο Αλμα του Ντενγκ Σιάο Πινγκ
EPA

Ο Ντενγκ Σιάο Πινγκ ήταν παρών στη γέννηση του κινεζικού κομμουνισμού. Και τον κατάργησε επίσης, εκτός βεβαίως από το όνομα. Διέλυσε κομμούνες, και με σύμβουλό του τον νεοφιλελεύθερο οικονομολόγο Μίλτον Φρίντμαν ανακοίνωσε ένα πρόγραμμα οικονομικών μεταρρυθμίσεων, άνοιγμα των αγορών της Κίνας στον καπιταλιστικό κόσμο και τελικά τη μετατροπή της σε ένα σύγχρονο αυταρχικό υπερκαπιταλιστικό κράτος. Μιλώντας γι’ αυτή την αλλαγή, την χαρακτήρισε σαν μια σειρά από κωλοτούμπες. Εκανε και ο ίδιος μερικές, καθώς οι αλλαγές στην ανθρώπινη πυραμίδα της ηγεσίας του Κομμουνιστικού Κόμματος του αφαιρούσαν κατά καιρούς τα αξιώματα.

Η πρώτη του πτώση συνέβη κατά τη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης, παρά το γεγονός ότι ήταν ενθουσιώδης οπαδός της. Ταπεινώθηκε και εξαναγκάστηκε να επικρίνει δημόσια τη συμπεριφορά του, εξορίστηκε στην αγροτική Κίνα, όπου εργάστηκε σε ένα εργοστάσιο τρακτέρ, και ο μικρότερος αδερφός του αυτοκτόνησε μετά την κακοποίησή του από τους Ερυθοφρουρούς.

Ο Ντενγκ αποκαταστάθηκε το 1974, αλλά δύο χρόνια μετά τον θάνατο του Μάο Τσετούνγκ, η «Συμμορία των Τεσσάρων», με επικεφαλής τη χήρα του Μάο, Τσιανγκ Τσινγκ, τον ανάγκασε σε κατ’ οίκον περιορισμό για σχεδόν έναν χρόνο. Μετά την σύλληψη της συμμορίας, ο Ντενγκ Σιάο Πινγκ αποκαταστάθηκε, επέστρεψε στην εξουσία και έγινε πρωθυπουργός. Στο εξωτερικό διαπραγματεύτηκε με τη Μεγάλη Βρετανία και την Πορτογαλία την επανένταξη του Χονγκ Κονγκ και του Μακάο αντίστοιχα, στον εθνικό κορμό της Κίνας και εξομάλυνε τις σχέσεις της χώρας του με τη Δύση, ειδικά με τις ΗΠΑ. Και η συμφωνία με την Coca-Cola έγινε το σύμβολο του δικού του μεγάλου άλματος.

Πες μου κι άλλα Τζον Τραβόλτα
Miramax

Ο Τζον Τραβόλτα έφτασε στον γαλαξία των σταρ  με τη βοήθεια της μπριλ κριμ και των ρόλων του Τόνι Μανέρο και του Ντάνι Ζούκο στα μιούζικαλ «Πυρετός το Σαββατόβραδο» (1977) και «Grease» (1978), αντίστοιχα. Αλλά μετά, η επιτυχία του άρχισε να ξεθωριάζει. Η επιστροφή του με την κομεντί «Κοίτα ποιος μιλάει» (1990) δεν σήμαινε και πολλά. Παρότι έκανε δύο σίκουελ, χάθηκε πάλι. Τον έσωσε, όμως, ο Κουέντιν Ταραντίνο και ο ρόλος του επαγγελματία δολοφόνου στο «Pulp fiction» (1994), που βοήθησε στη συνέχεια  το κασέ του να φτάσει στα ύψη στην «Κόρη του Στρατηγού» (1999).

Αλλά ήδη από το 1998, που υποδύθηκε έναν, τύπου Μπιλ Κλίντον, αμερικανό πρόεδρο στο «Ολες οι γυναίκες του προέδρου», άρχισε η τελευταία και μεγαλύτερη πτώση του και η οποία συνεχίζεται ακόμη, με ταινίες που απλώς «περπατάνε».

Ο Τραβόλτα είναι σαϊεντολόγος. Ίσως λοιπόν το μυστικό της επιστροφής του τη δεκαετία του 1990 να είναι θαμμένο στην έρημο του Νέου Μεξικού μαζί με τη «γαλαξιακή σοφία» του Λαφαγιέτ Ροναλντ Χάμπαρντ χαραγμένη σε ανοξείδωτους δίσκους μέσα σε κάψουλες τιτανίου. (Ο Χάμπαρτ ήταν ιδρυτής της αίρεσης και συγγραφέας ιστοριών επιστημονικής φαντασίας με εξωγήινους και τέρατα, σε φτηνά pulp περιοδικά τη δεκαετία του 1940).  Ισως, βέβαια υπάρχει και μια απλούστερη εξήγηση. Aν μια γενιά εφήβων πίστεψε ότι ο Τραβόλτα ήταν η επιτομή του cool, όσοι από αυτούς έγιναν σκηνοθέτες αργότερα θέλησαν να τον επαναφέρουν στην τροχιά τη κουλτούρας.

Η αναβίωση του αβοκάντο

Ορισμένοι επιστήμονες πιστεύουν ότι το αβοκάντο δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Οι λαμπεροί καρποί του αναπτύχθηκαν όταν η προϊστορική πανίδα τους κατάπινε ολόκληρους και τους αφόδευε πάνω στη χλωρίδα του Καινοζωικό αιώνα. Τα περισσότερα από εκείνα τα νωθρά τέρατα εξαφανίστηκαν πριν από 11.000 χρόνια. Το αβοκάντο, όμως επιβίωσε και παρά την μαλθακή του φύση έγινε κατακτητής, έστω καθυστερημένα.

Πατρίδα του είναι η Κεντρική Αμερική και αρχικά λεγόταν αχουακάτλ, όνομα που προέρχεται από τη λέξη των Αζτέκων για τους όρχεις. Φυσικά, οι πρώτοι Ευρωπαίοι που το δοκίμασαν ήταν οι Ισπανοί κονκισταδόρες. Η Βόρεια Αμερική το αγκάλιασε το αβοκάντο το 1930, και από τη δεκαετία του 1970 η Βρετανία άρχισε να το απολαμβάνει, πρώτα σαν ελαφρώς βαρετό ορεκτικό σε εκλεπτυσμένα γεύματα και στη συνέχεια σε μοντέρνους συνδυασμούς χρωμάτων για το μπάνιο.

Σήμερα, εξακολουθεί να υπάρχει σε χρωματολόγια, αλλά το εκπληκτικό είναι ότι ενώ δεν το αγκάλιασαν οι μετρ της γαστρονομίας, τα κατάφερε μια χαρά μόνο του και αναδείχτηκε σε υπερτροφή, κατακτώντας τα χωράφια όλου του κόσμου. Παράγεται κυρίως στις χώρες της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής, ΗΠΑ, Ινδονησία και Κίνα, και το Μεξικό είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας παγκοσμίως. Στην Ελλάδα αυξάνεται επίσης αλματωδώς η παραγωγή του με τα κρητικά αβοκάντο να διακρίνονται ιδιαίτερα για τη γεύση τους.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News