1684
|

Σταμάτης Κόκοτας: Μια φωνή που δεν έμπαινε στο… κουτί

Σταμάτης Κόκοτας: Μια φωνή που δεν έμπαινε στο… κουτί

Ας το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή: Ο Σταμάτης Κόκοτας ήταν μια προσωπικότητα και μια φωνή που δεν έμπαινε σε… κουτιά. Ίσως το μόνο κουτί όπου μπήκε ήταν, στην αρχή της καριέρας του, όταν κλείστηκε στη μικρή οθόνη της Γαλλικής Τηλεόρασης.

Τραγουδώντας, ως Takis Coccotas, στα γαλλικά «Τα δάκρυά μου είναι καυτά», των Σταύρου Ξαρχάκου και Βαγγέλη Γκούφα, υπό τον τίτλο «Ne leur dis pas». Κάνοντας και τότε «το δικό του».

Με δυο λόγια, μπορεί ο πατέρας του να τον έστειλε να σπουδάσει ιατρική στο Παρίσι (όπως και ο ίδιος), όμως εκείνος από τα 15 του, που πήρε δώρο μια κιθάρα, το τραγούδι αγαπούσε.

Και άρχισε να το «αποθεώνει» (ένα ρήμα που χρησιμοποιούσε και ο ίδιος) από τα χρόνια, που με έναν τρόπο συνέπεσε στο Παρίσι με το Γιάννη Σπανό. Αν και ο Σταμάτης Κόκοτας δεν βρέθηκε στις μπουάτ, παρέα με τη Ζιλιέτ Γκρεκό και την ΜπεΜπέ, όπως ο συνθέτης.

Βέβαια, στο Παρίσι κέρδισε την εξαιρετικά αποδοτική συμπόρευσή του με το Σταύρο Ξαρχάκο.

Ένα το κρατούμενο, λοιπόν. Δεν έμπαινε και σαν ταμπεραμέντο, αλλά και σαν ιδιότυπη, λαϊκή μεν, λυρική δε, φωνή σε κουτιά. Ούτε η εκφορά του έμπαινε.

Ο Σταμάτης Κόκοτας με τον Γιάννη Σπανό

Ακούστε το «μαγικό» τρόπο, με τον οποίο μπαίνει, γλυκά, στις πρώτες λέξεις του στου «Οθωνα τα χρόνια»: «Ένα μεσημέρι, στης Ακρόπολης τα μέρη άπονοι ληστές κάναν’ τις πέτρες, τις ζεστές, λημέρι» των Σταύρου Ξαρχάκου και Νίκου Γκάτσου (1966). Κι αυτό πάνω σε δύο μεγάλα μπουζούκια: Κωστής Παπαδόπουλος και Λάκης Καρνέζης.

Σε συγκινεί κάθε φορά που το ακούς. Όπως και την εκφορά του στο «Πες πως μ’ αντάμωσες» (1968) του αξέχαστου Γιάννη Σπανού (που λέγαμε) και του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Ή πόσο γλυκά, τρυφερά, στροβιλίζεται η φωνή του «Στου Προφήτη Ηλία τα σοκάκια, τα βραδάκια», των Δήμου Μούτση και Γιώργου Παπαστεφάνου.

Και όλα αυτά με έναν τρόπο δικό του. «Αυτοδίδακτο». Με το έτσι θέλω. Έξω από κάθε κουτί. Πέρα από τις διδαχές – συχνά – των συνθετών. Και με το «δικό του» να γίνεται σχεδόν πάντα έκανε τεράστιες επιτυχίες. Διότι μιλούσε απευθείας στην καρδιά, τρυφερά, δίχως να την εκπορθεί. Και, πάντα, πάνω στο λαϊκό «ιδίωμα».

Φρέντι Γερμανός, Στέλιος Καζαντζίδης και Σταμάτης Κόκοτας

Αν σάς αρέσουν οι αποτιμήσεις (πόσο μάλλον καλλιτεχνών αυτού του βεληνεκούς, τουλάχιστον ως προς την παλλαϊκή απήχηση), ιδού και το δεύτερο κρατούμενο: ο Σταμάτης Κόκοτας ήταν… τα 45αράκια. Τα υπηρέτησε, τα απογείωσε, ακόμη και τα πένθησε, όταν ήρθε το τέλος των μικρών δίσκων 45 στροφών. «Η αποχώρηση του δίσκου των 45 στροφών εμένα μου στοίχισε πέντε χρόνια καριέρας», είχε αποφανθεί.

Διότι ο ίδιος αγαπούσε τα τραγούδια. Ένα ένα. Όχι σε κύκλους. Και όταν τα αγαπούσε, τα βίωνε και τα «αποθέωνε», ήθελε άρον άρον να μπει στο στούντιο και να τα πει, «για τον κόσμο». Να «τα γραμμοφωνήσει», όπως έλεγε χαρακτηριστικά. Να τα μοιραστεί.

Αυτή η γλυκιά αποσπασματικότητα των 45άρηδων δίσκων ήταν ο Σταμάτης Κόκοτας. Υπήρχαν και άλλοι σταρ εκείνη την εποχή στη δισκογραφία και τα κέντρα. Όμως, αυτή η αγάπη του για το «ένα και καλό» (έστω, δύο και καλά) ήταν που τον έκανε να τραγουδήσει τόσα πολλά μικρά αριστουργήματα (ή μικρά τραγουδιστικά μονόπρακτα) με μεγάλη ιστορία. Που εισακούσθηκαν από χιλιάδες καρδιές.

Διότι «μέσα έβαζε τη δική του καρδιά», όπως μάς είχε πει σε μια συνάντησή μας, παρέα με τον αξέχαστο Πάνο Γεραμάνη του λαϊκού τραγουδιού. «Ούτε εταιρεία υπολόγισα ποτέ μου, ούτε γνωριμίες, ούτε τίποτα. Το τραγούδι έπρεπε να κάνει για μένα, να μ’ ακουμπήσει, να με ‘πειράξει’», έλεγε.

Και επίσης: «Η ερμηνεία μου στα τραγούδια είναι κάτι προσωπικό, δεν είναι θέμα στιλ. Έτσι γεννήθηκα», έλεγε στο Γιάννη Νένε. «Αλλά το θέμα της καλλιτεχνίας είχε μιλήσει από πολύ νωρίς για μένα. Τώρα, πώς έγινε, δεν μπορώ να καταλάβω. Εκείνο που ξέρω είναι ότι ξημεροβραδιαζόμουνα με την κιθάρα».

Τρίτο κρατούμενο; Αυτή η τρυφερή εκφορά του, τον έκανε… Beatles (και τους τέσσερις μαζί!) στα αυτιά του ανά την Ελλάδα – και τη διασπορά – γυναικείου πληθυσμού. Πα-ρα-λη-ρού-σαν! Ποιος Έλβις;

Λι-πο-θυ-μού-σαν! Στα πόδια του. Έκαναν ουρές κάποιων εκατοντάδων μέτρων, ξεροσταλιάζοντας, για να τον ακούσουν και να… λιποθυμήσουν. Ανάμεσα σε άπειρα σπασμένα πιάτα ή λουλούδια. Μέγας ερωτικός τραγουδιστής και ο Γιάννης Πάριος, αλλά τόσες λιποθυμίες θαυμαστριών δεν είχε.

Με τον σπουδαίο Βασίλη Τσιτσάνη

Και ο άρρην πληθυσμός; – θα μου πείτε. Εκείνος τού χρωστούσε ένα και σημαντικό. Πιο βαθύ, πιο απλό, πιο μεγάλο, που θα έλεγε κι η ποιήτρια Μυρτιώτισσα. Ο Σταμάτης Κόκοτας έβαλε, σχεδόν λυγμικά, στο (παλ)λαϊκό τραγούδι τον πόνο της απώλειας του πατέρα.

Ναι, αυτό σε ένα τραγουδιστικό σύμπαν, στο οποίο ο πόνος της μάνας, για την απώλεια, για το βλαστάρι της, ήταν μέχρι τότε το πιο μεγάλο και πιο συγκινητικό, σε επίπεδο ευρείας αποδοχής.

Έβαλε ένα κρυφό, μικρό, δάκρυ στην άκρη από τα μάτια των πατεράδων που είχαν ζήσει την απώλεια. Με τη μεγάλη – και μάλλον ύστερη – επιτυχία του (1977), «Γιε μου, είναι ο πόνος μου αβάσταχτος, καλέ μου, που σε βλέπω σαν ξερόφυλλο του ανέμου, στη ζωή κυνηγημένος να γυρνάς». Πάνω στη μεγάλη έμπνευση των Απόστολου Καλδάρα και Λευτέρη Παπαδόπουλου.

Άλλο αν το 1983 τραγούδησε και την «απάντηση» της μάνας, που χάνει την κόρη, χάρη στο Γιάννη Σπανό και το Λευτέρη Παπαδόπουλο, με το «Κόρη μου γιατί». Άλλωστε στο Σπανό δεν έλεγε ποτέ όχι. «Ήταν ο πιο ευαίσθητος», εξηγούσε. «Με τραγούδια που έτσι και πάρεις ένα, μετά ζητάς και τ’ άλλα».

Ένας μύθος ήθελε το «Γιέ μου» να γράφτηκε για το χαμό του γιου του Αριστοτέλη Ωνάση, Αλέξανδρου, σε τραγικό δυστύχημα (με το αμφίβιο αεροσκάφος του), τον Ιανουάριο του 1973.

Με τον Αριστοτέλη Ωνάση

Αν προσέξει κάποιος και τους στίχους του ποιητή, θα συμφωνήσει με την εκδοχή του Σταμάτη Κόκοτα, ότι είχε γραφτεί για έναν φίλο ή γνωστό, που είχε χάσει το γιό του από υπερβολική χρήση ναρκωτικών. Αφού περιπλανήθηκε σαν «ξερόφυλλο του ανέμου» και κυνηγήθηκε για τον εθισμό του. «Οι αρχόντοι είν εμπόροι του πολέμου και γελούν όταν το δάκρυ μας κυλά»…

Πάντως, ο Σταμάτης Κόκοτας το αφιέρωνε, στα κέντρα που τραγουδούσε, όταν έβλεπε, από κάτω, τον φίλο του, Ωνάση. Άλλωστε, είχαν και οι δύο ιδιαίτερη αδυναμία, ο ένας στον άλλον.

«Ο Ωνάσης ήταν πάντα το παλικάρι από το λιμάνι, ο βαρκάρης με το μαντήλι στην κωλότσεπη, η προσωποποίηση της λεβεντιάς, ένας άντρας που ποτέ δεν είχε υπολογίσει τα λεφτά. Γινόταν πάντα ό,τι ήθελε η παρέα», εξηγούσε ο Σταμάτης Κόκοτας. Ο οποίος βρέθηκε πολλές φορές, σε πριβέ «πίστα», στον Σκορπιό.

Δεν τα απέκτησε δίπλα στον «Αρίστο» (όπως τον αποκαλούσαν οι περισσότεροι) τα ακριβά γούστα. Τα είχε… αφ’ εαυτού του. Είπαμε, ταμπεραμέντο που δεν χωράει σε κουτιά.

Ήταν, βλέπετε, και η αγάπη του για το αυτοκίνητο, που τον έφερε μπροστά από το τιμόνι μιας καφετί Lamborghini Μiura (Φωτογραφία κάτω). Και σε αγώνες, στο Τατόι.

Όπως η μεγάλη του αγάπη για το ποδόσφαιρο τον οδήγησε στη φιλία του με τον μέγα Φέρεντς Πούσκας και σε ματς με τον αγαπημένο του Παναθηναϊκό.

Στις 17 Μαΐου του 1971, καθώς ο Παναθηναϊκός προετοιμαζόταν για τον μεγάλο τελικό του Γουέμπλεϊ, απέναντι στον Άγιαξ, φόρεσε και τη φανέλα με το τριφύλλι και έβαλε και γκολ, με μπαλιά που τού «έστρωσε» (δέκα φορές) ο Μίμης Δομάζος, σύμφωνα με την «Αθλητική Ηχώ». Ιστορικό έμεινε το σχόλιο του διεθνή Αριστείδη Καμάρα: «Με το Δομάζο πλάι, ακόμη κι ο Κόκοτας βγάζει γκολ!».

Αχ, κι αυτές οι περίφημες φαβορίτες του Σταμάτη Κόκοτα. Και οι μύθοι τους. Ένας από αυτούς λέει ότι μεγάλη εταιρεία με ξυραφάκια («οι Αμερικάνοι», όπως είχε πει ο ίδιος) τού προσέφερε πολλά, πολλά λεφτά για να τη διαφημίσει, ξυρίζοντας τις φαβορίτες που «λανσάρησε» με το έτσι θέλω, από τότε που τις πρωτοθαύμασε σε υπαρξιστές του Παρισιού. Αρνήθηκε. Πεισματικά. «Εμ, αύριο θα ‘ρθουν και θα μου πουν ‘βγάλε και τα ρούχα σου’ και πάρε λεφτά». Όχι, λοιπόν.

Όπως όλοι σχεδόν οι σταρ του τραγουδιού έτσι και ο Σταμάτης Κόκοτας είχε βάλει τη Θεσσαλονίκη στο ρεπερτόριό του, με το «Ρωμιός αγάπησε Ρωμιά, Ρωμιά και Θεσσαλονικιά». Ήταν ιδέα του Γιώργου Ζαμπέτα, κι ας είχε ήδη στη φαρέτρα του τη θρυλική «Θεσσαλονίκη», με τον – φαντάρο τότε – Δημήτρη Μητροπάνο. Ζήτησε από το στιχουργό Ξενοφώντα Φιλέρη, «παραγγελιάααα» (αυτό, ακούστε το μέσα σας με ζαμπετική, μάγκικη και συρτή, φωνή), να τού γράψει ένα ακόμη. «Γιατί έτσι».

Ο μύθος θέλει τους στίχους να γράφτηκαν με θέα το Κάστρο του Πλαταμώνα, στην Πιερία, το οποίο και μνημονεύουν. Ο Σταμάτης Κόκοτας έβαλε «το δικό του» και σε αυτή την ιστορία. Οι στίχοι έλεγαν «πάρε θεέ του έρωτα το φωτεινό σου άστρο και ρίξ’ το ξημερώματα στο μαγεμένο κάστρο».

«Ποιο φωτεινό; Το άστρο είναι φωτεινό», φέρεται να ήταν η αντίδραση του Σταμάτη Κόκοτα, όταν τραγούδησε «το δυνατό σου άστρο» και πήγαν να τον διορθώσουν. «Δυνατό, θα το πω». Τελεία και παύλα. Ο Ζαμπέτας, που τον υπεραγαπούσε, έγνεψε καταφατικά. Και αυτό, το «δυνατό άστρο» του, έμεινε στην ιστορία.

Ο Γιώργος Ζαμπέτας, αριστερά, με τον Σταμάτη Κόκοτα

Όπως έμεινε και το «Όνειρο απατηλό» του (1967), σε μουσική Απόστολου Καλδάρα και στίχους της μεγάλης Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου. Δηλαδή, της «μουσικής ερωμένης του Καλδάρα», όπως το έχει θέσει ο γιός του, Κώστας. Η οποία έβαλε την δική της ιστορία στους στίχους της:

«Μ’ ένα όνειρο τρελό, όνειρο απατηλό ξεκινήσαμε κι οι δυο μας και στου δρόμου τα μισά, σβήσαν’ τ’ άστρα τα χρυσά ξαφνικά από τον ουρανό μας».

Ένα τραγούδι που συνδέεται με το θάνατο της μητέρας της Παπαγιαννοπούλου, στην αναβίωσή του από τον Μίνω Μάτσα (με τη φωνή του Κώστα Τριανταφυλλίδη) στην πρόσφατη μεγάλη κινηματογραφική επιτυχία «Ευτυχία».

Το θάνατο δεν τον φοβόταν, όπως είχε πει αρκετές φορές, ο Σταμάτης Κόκοτας. Ήταν και αισθανόταν γεμάτος. Από τη ζωή: «Έχω πληρωθεί στη ζωή μου απ’ όλας και καθ’ όλας τας απόψεις», με τα δικά του λόγια.

Ας κλείσουμε λοιπόν, εδώ, με τη… μεταφυσική του τραγουδιού. Νομίζω ότι ο Σταμάτης Κόκοτας ήταν σαν να μάς είχε τραγουδήσει, από το 1989, τη σημασία της απώλειάς του, με το «Εγώ είμαι η ιστορία σου» του Τάκη Μουσαφίρη: «Χωρίς εμένα δεν μπορείς ούτε στιγμή δεν κάνεις… Εγώ είμ’ από τα πράγματα που δεν μπορείς να χάνεις».

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News