1143
H δημιουργός των Bradt Travel Guides Χίλαρι Μπραντ ταξίδευε ανά τον κόσμο με έναν σκαραβαίο ή με τα σακίδια της | CreativeProtagon/Bradt Guides/Facebook

Σίξτις, ωραία χρόνια, ωραία ταξίδια…

H δημιουργός των Bradt Travel Guides Χίλαρι Μπραντ ταξίδευε ανά τον κόσμο με έναν σκαραβαίο ή με τα σακίδια της
|CreativeProtagon/Bradt Guides/Facebook

Σίξτις, ωραία χρόνια, ωραία ταξίδια…

Η δεκαετία του 1960, ήταν μια ένδοξη εποχή ελευθερίας και ανακαλύψεων. Εκείνη την εποχή, οι διακοπές ακόμη και στην Ευρώπη ήταν μια μεγάλη περιπέτεια, μετά τη μεταπολεμική λιτότητα της δεκαετίας του 1950 και πριν από την κυκλοφορία των ταξιδιωτικών οδηγών που κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1970.

Φυσικά υπήρχαν και μειονεκτήματα, γράφει στην Telegraph η δημιουργός των Bradt Travel Guides Χίλαρι Μπραντ. Αλλά δεν ήταν αποτρεπτικά για τους γενναίους ταξιδιώτες με μικρό προϋπολογισμό, όπως εκείνη. Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, για παράδειγμα, η βρετανική κυβέρνηση, όπως και άλλες κυβερνήσεις, έλαβαν μέτρα για την προστασία του εθνικού τους νομίσματος, περιορίζοντας το ποσό που θα μπορούσε να διατεθεί στο εξωτερικό.

Αν λοιπόν ήθελες να μείνεις πάνω από μια εβδομάδα σε ένα αξιοπρεπές ξενοδοχείο έπρεπε να καταφύγεις σε διάφορα κόλπα, όπως εκείνο της μαμάς που έστελνε στον γιο της σε μια διεύθυνση poste restante λίρες συσκευασμένες μέσα σε σούπες Knorr και της δικής μου που κόλλαγε χιλιάρικα (δραχμές, μην μπερδευτείτε…) τυλιγμένα σε αλουμινόχαρτο μέσα στο περιοδικό «Ταχυδρόμος», το οποίο ερχόταν σαν αθώο έντυπο στη Γερμανία όταν ήμουν φοιτήτρια.

Ολα αυτά συμβαίνανε πριν από την άφιξη των ελαφριών αποσκευών. Ωστόσο εμείς οι απένταροι φοιτητές αρκούμασταν σε διάφορες τσάντες και βαλίτσες ή, όπως στην περίπτωση της Μπραντ, στο ορειβατικό σακίδιο του πατέρα της, που άδειο ζύγιζε μπορεί και περισσότερο από ένα πλήρως φορτωμένο μοντέρνο σακίδιο πλάτης.

Τουρίστες επισκέπτονται την Σαντορίνη, τη δεκαετία του 1960 (Mondadori/Getty Images)

Τα αεροπλάνα και οι φθηνές αεροπορικές εταιρείες ανήκαν στο μέλλον, αλλά κανένα πρόβλημα, αφού υπήρχε ο Μπράιαν Χιουζ  και το γρήγορο τρένο του για την Ελλάδα. Ο Χιουζ ήταν ένας επιχειρηματίας, που όντας φοιτητής ακόμη στην Οξφόρδη, έκλεινε ολόκληρα βαγόνια για να μεταφέρει νέους από και προς την Αθήνα, ταξιδεύοντας non-stop  από το Καλέ (τότε δεν υπήρχε η σήραγγα της Μάγχης) προς την Ελλάδα μέσω Γιουγκοσλαβίας.

Κάθε κουπέ είχε οκτώ θέσεις και όσο ήταν μέρα οι νεαροί βρετανοί ταξιδιώτες απολάμβαναν το τοπίο που στα μάτια τους φαινόταν όλο και πιο εξωτικό καθώς το τρένο προχωρούσε προς τον Νότο. Το βράδυ το κουπέ αναδιατασσόταν για έναν κάπως ανεκτό ύπνο. Οπως διαφήμιζε ο Μπράιαν Χιουζ: «Οι αποσκευές πηγαίνουν στο πάτωμα και γίνονται κρεβάτι για δύο, άλλοι δύο κοιμούνται στα καθίσματα, που μετατρέπονται σε κρεβάτια (οι πιο ευνοημένοι), και ακόμη δύο ψηλά στις σχάρες των αποσκευών». Ωστόσο, αν είχες την ατυχία να κοιμηθείς στη σχάρα μπορεί και να ξύπναγες «σαν σκουλήκι, εξαιτίας των ράβδων κάτω από το σώμα σου» όπως έγραψε σε μια καρτ ποστάλ η Χίλαρι Μπραντ.

Η Χίλαρι Μπραντ πριν από την άφιξη των ελαφριών αποσκευών…

Παρόλα αυτά, όπως σημειώνει στην Telegraph, η Ελλάδα ήταν μια αποκάλυψη. Αποβιβαζόσουν από το τρένο σε συνθήκες καύσωνα και προσπαθούσες να συμπεριφερθείς σαν ενήλικας, που τον ενδιαφέρουν τα αρχαία ερείπια, αλλά αυτό που λαχταρούσες στην πραγματικότητα ήταν να βουτήξεις στα νερά της Μεσογείου και να φας «μυστηριώδη» φαγητά. Δεν χρειαζόταν να καταλάβεις τι έλεγε το μενού, απλά έμπαινες στην κουζίνα και έδειχνες ό,τι σου προκαλούσε το ενδιαφέρον στην κατσαρόλα ή το ταψί.

Εκείνη την εποχή όλοι έκαναν οτοστόπ. Και κοιμόντουσαν σε ταράτσες ξενοδοχείων δωρεάν ή με ένα υποτυπώδες κόστος. Ηταν υπέροχα! Μια υπανάπτυκτη χώρα, εντελώς ξένη και χωρίς ταξιδιωτικό οδηγό να σε καθοδηγεί. Ταξίδι ανόθευτο (Αχ ναι…)

Η Χίλαρι Μπραντ γιόρτασε τα 20 χρόνια της, το 1961, στο πρώτο της ταξίδι στην Ελλάδα, γράφει στην Telegraph. Και επέστρεψε δύο φορές στη χώρα μας. Τρία χρόνια αργότερα, συνέχισε προς τη Μέση Ανατολή, κάνοντας οτοστόπ σε όλη τη διαδρομή, απολαμβάνοντας «ξεδιάντροπα» τη γενναιοδωρία των οδηγών και των φιλόξενων κατοίκων του Λιβάνου, της Συρίας και της Ιορδανίας (η οποία ήταν σημαντικά μεγαλύτερη το 1963), και μη δίνοντας σημασία στα σεξουαλικά υπονοούμενα που αντιμετώπιζε στην Ιταλία και τις αραβικές χώρες. Ταξίδευε επί τρεις μήνες, ξόδευε 90 λίρες, και αυτό ήταν όλο. Ηταν πλέον ταξιδιώτισσα και δεν έπαψε ποτέ να θέλει να γνωρίσει νέες χώρες.

Η Αθήνα και ο Ναός του Ηφαίστου, στο Θησείο, στη δεκαετία του 1960 (Leber/ullstein bild via Getty Images)

Το 1964, αφού είδε στο θέατρο το «Βασιλικό Κυνήγι του Ηλιου» (έργο του Πίτερ Σάφερ που αναφέρεται στην κατάκτηση του Περού από τους Ισπανούς), η Μπραντ έβαλε στόχο της να δει τη χώρα των Ινκας. Αλλά στη Βρετανία δεν κέρδιζε πολλά από τη δουλειά της ως εργοθεραπεύτρια· πήγε, λοιπόν, στις ΗΠΑ όπου εργάστηκε ιδιωτικά και κάθε μήνα έβλεπε να μπαίνουν  στον τραπεζικό της  λογαριασμό απίστευτα χρηματικά ποσά.

Εκεί έβγαλε αρκετά δολάρια, που της έδωσαν την ευκαιρία να πάει την Ισλανδία για τρέκινγκ με πόνι, και να ταξιδέψει στις ΗΠΑ, παρέα με μια φίλη με το VW Beetle της. Και το 1969, ξεκίνησε μόνη της για το Περού, με λεωφορεία από το Μεξικό και την Κεντρική Αμερική, την Κολομβία, τον Ισημερινό και το Περού, πριν πλεύσει με διάφορα πλοία στον ποταμό Αμαζόνιο. Ανέβηκε το Μάτσου Πίτσου, κοιμήθηκε στα ερείπια του σε ένα κρεβάτι από άχυρο –η μία από τους μόνο δύο «γκρίνγκο» που είχαν επισκεφτεί το μνημείο εκείνη την ημέρα. Αυτές και άλλες περιπέτειες τέτοιου τύπου εδραίωσαν την ταξιδιωτική καριέρα της και οδήγησαν στην έκδοση του πρώτου οδηγού Bradt (στο Περού και τη Βολιβία) το 1973.

H Μπραντ σε ένα από τα ταξίδια της στο Περού

Βέβαια, η δεκαετία του 1960 δεν ήταν για τους δειλούς· ήταν απίστευτα συναρπαστική και σίγουρα η καλύτερη δεκαετία για ταξίδια, γράφει η Μπραντ στην Telegraph.

Μπάφοι, ιδρώτας και …κεφτεδάκια

Να θυμίσουμε, ωστόσο, στους μεγαλύτερους ότι η –ακόμα πιο φθηνή- ταξιδιωτική εμπειρία λεγόταν «Magic Bus». Το χίπικο πούλμαν με την ψυχεδελική διακόσμηση ξεκινούσε από το Λονδίνο και με ενδιάμεσους σταθμούς την Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη, έφτανε στις Ινδίες και στο Νεπάλ (Κατμαντού), όπου τη δεκαετία του 1960 χιλιάδες Δυτικοί νέοι, εμπνευσμένοι από τον Κέρουακ και τους Beatles, άρχισαν να αναζητούν «φώτιση» και φτηνά ναρκωτικά. Γρήγορα, η επιχειρηματική ιδέα του «Magic Buss» άνθισε και η εταιρεία απέκτησε συνεργαζόμενα ταξιδιωτικά γραφεία στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πόλεις.

Στην Αθήνα το  «Magic Bus» στεγαζόταν αρχικά στην Κυδαθηναίων και αργότερα σε ένα ημιυπόγειο στη Φιλελλήνων. Εκείνα τα χρόνια ήταν καθημερινή η εικόνα των 50 νεαρών, που περίμεναν ξαπλωμένοι στο πεζοδρόμιο της Βασιλίσσης Ολγας, στον δρόμο που περνά μπροστά από το Ζάππειο, μέχρι να επιβιβαστούν στο πούλμαν. Το ταξίδι δεν ήταν ό,τι πιο άνετο μπορούσες να φανταστείς στριμωγμένος επί τρεις μέρες μέσα σε ένα όχημα, που μύριζε ιδρώτα,  μπάφους, απλυσιά και… κεφτεδάκια. Αλλά η τιμή ήταν ασυναγώνιστη (πιο φτηνή και από το τρένο) και για τους εναλλακτικούς τύπους της εποχής, η ατμόσφαιρα ήταν απλά ροκ.

Με άλλα λόγια, οι στίχοι «Λονδίνο, Αμστερνταμ ή Βερολίνο/ έχεις ξεχάσει πού ακριβώς  θέλεις να πας / όσα κι αν έχω δανεικά πια δεν σου δίνω / να κάνεις βόλτες με το Magic Bus», που τραγούδησαν οι Τρύπες για πρώτη φορά το 1985, δεν ήταν φανταστικοί. Ο Αγγελάκας αποτύπωσε στο τραγούδι του τη ροκιά της εποχής.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News