Σεισμοί στη Σαντορίνη: Από τον Αύγουστο του 2024 ξεκίνησε η ανύψωση της καλντέρας
Σεισμοί στη Σαντορίνη: Από τον Αύγουστο του 2024 ξεκίνησε η ανύψωση της καλντέρας
Στο 10o Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών παρουσιάστηκαν τα πρώτα αποτελέσματα για τη χρήση υψηλής τεχνολογίας και Τεχνητής Νοημοσύνης στην παρακολούθηση της έντονης σεισμικής δραστηριότητας στη Σαντορίνη.
Ομιλητές ήταν οι Θανάσης Γκανάς (Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών), Εύη Νομικού (ΕΚΠΑ) και Μαργαρίτα Σέγκου (Βρετανική Γεωλογική Υπηρεσία – BGS).
Τη συζήτηση συντόνισε ο ακαδημαϊκός Κώστας Συνολάκης, παρουσιάζοντας ιστορικά δεδομένα από το τσουνάμι του 1956 και πιθανά σενάρια μελλοντικής σεισμικής ή ηφαιστειακής δραστηριότητας στη νοτιοανατολική Μεσόγειο.
Η ομάδα της κυρίας Σέγκου στη BGS χρησιμοποίησε μηχανική εκμάθηση για την καταγραφή της σεισμικότητας, εντοπίζοντας σχεδόν 50.000 σεισμούς, δηλαδή 10 φορές περισσότερους από τις παραδοσιακές μεθόδους. Αυτό επέτρεψε την εξαιρετικά ακριβή παρακολούθηση της εξέλιξης των σεισμικών επεισοδίων και την κατανόηση των μαγματικών διεργασιών σε σχεδόν πραγματικό χρόνο.
Η κυρία Σέγκου τόνισε ότι παλαιότερα απαιτούνταν χρόνια έρευνας για τέτοιας ποιότητας δεδομένα, αλλά η Τεχνητή Νοημοσύνη και το υπολογιστικό σύννεφο αλλάζουν τα δεδομένα στη σεισμολογία.
Μάλιστα, σύμφωνα με αναδρομική ανάλυση, η σεισμική και ηφαιστειακή κρίση στη Σαντορίνη, φαίνεται να ξεκινά από τον Νοέμβριο, δηλαδή δύο μήνες νωρίτερα από την έναρξη της έντονης φάσης, κάτι που δείχνει πόσο χρήσιμη είναι η έγκαιρη τεχνολογική προετοιμασία για την ενημέρωση του πληθυσμού και των Αρχών.
Η κρίση εξελίσσεται σε τέσσερις φάσεις με σεισμικότητα σε παλμούς και με αυξανόμενη διάρκεια. Η ανάλυση των επιστημόνων υποδεικνύει την ύπαρξη μαγματικής φλέβας σε διεύθυνση ΒΑ, με πιθανό κέντρο κάτω από τη νήσο Ανυδρο.
Η καθηγήτρια Εύη Νομικού σημείωσε ότι η παρακολούθηση σε πραγματικό χρόνο προσφέρει κρίσιμο χρόνο αντίδρασης, προστατεύοντας κοινότητες και τουριστική δραστηριότητα. Η σεισμική διέγερση σχετίζεται με τη διείσδυση μάγματος σε βάθος 3-5 χλμ. κάτω από την Ανυδρο, προκαλώντας τεκτονικές τάσεις και ενεργοποίηση ρηγμάτων. Το φαινόμενο θα συνεχιστεί όσο διαρκεί η τροφοδοσία του μαγματικού θαλάμου.
Το θαλάσσιο παρατηρητήριο SANTORY, το πρώτο του είδους στην Ελλάδα, συμβάλλει καθοριστικά στην επιστημονική γνώση γύρω από τις διεργασίες στο υποθαλάσσιο ηφαίστειο με εντυπωσιακά αποτελέσματα.
Το παρατηρητήριο παρέχει παρακολούθηση φυσικών παραμέτρων και αποτελεί πρότυπο για την Ανατολική Μεσόγειο, ενισχύοντας την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και είναι δυνατό να δώσει απαραίτητα δεδομένα για τη μελλοντική ανάπτυξη στρατηγικών διαχείρισης κινδύνων για τις παράκτιες περιοχές.
Ο Θανάσης Γκανάς παρουσίασε τα γεωδαιτικά δεδομένα και παρατήρησε ότι ήδη από τον Αύγουστο του 2024 έδειξαν μια σταδιακή ανύψωση της καλντέρας, η οποία ανήλθε συνολικά σε τέσσερα εκατοστά έως τα τέλη Ιανουαρίου του 2025, οπότε και η παραμόρφωση σταμάτησε και μεταφέρθηκε στην ευρύτερη περιοχή της νησίδας Ανυδρος.
Τα δεδομένα GNSS (δηλαδή τρισδιάστατες μετρήσεις παραμόρφωσης) από τον σταθμό της Ανύδρου έδειξαν μια καθίζηση 12 εκατοστών μέσα σε διάστημα δύο εβδομάδων και παράλληλη κίνηση προς δυσμάς.
Η προσομοίωση της παραμόρφωσης έδειξε τη διέγερση του ηφαιστείου που έγινε σε δύο φάσεις: πρώτα συνέβη η άνοδος μάγματος οκτώ εκατ. κυβικών μέτρων στον μαγματικό θάλαμο της Καμμένης, εν συνεχεία το μάγμα κατευθύνθηκε βορειοανατολικά προς την Ανυδρο, αξιοποιώντας φλέβα μήκους αρκετών χιλιομέτρων, συνοδευόμενη από έντονη σεισμικότητα στον ανώτερο φλοιό.
Τα τελευταία δεδομένα του Μαρτίου δείχνουν ότι η παραμόρφωση συνεχίζεται με μειωμένους ρυθμούς στο ανατολικό μέρος της καλντέρας.
Ο κ. Συνολάκης υπενθύμισε ότι το τσουνάμι του 1956 έφτασε έως και 20 μέτρα μέσα στη στεριά. Παρά τη σοβαρότητα του κινδύνου, η Ελλάδα έχει μόλις 12 παλιρροϊογράφους και κανέναν υποθαλάσσιο σεισμογράφο συνδεδεμένο σε πραγματικό χρόνο.
Τόνισε την ανάγκη δημιουργίας ηφαιστειακού παρατηρητηρίου, στο υποθαλάσσιο τμήμα με βάση το SANTORY, που χρειάζεται όμως να πλαισιωθεί με ενισχυμένα χερσαία δίκτυα παρατήρησης με ανάλυση υψηλής ακρίβειας σε πραγματικό χρόνο με τη χρήση ΤΝ για συνεχή παρακολούθηση όλων των ελληνικών ηφαιστείων, χωρίς να βασιζόμαστε σε ξένες υποδομές.
Επίσης, επισήμανε και την ανάγκη αξιοκρατίας στους διορισμούς σε επιστημονικές επιτροπές για αξιόπιστη ενημέρωση του κράτους σε κρίσεις.
Τέλος, η κυρία Σέγκου υπογράμμισε ότι το κόστος αστοχίας στις εκτιμήσεις είναι τεράστιο. Σύμφωνα με εκτίμηση του Lloyd’s, η έκρηξη ενός ή κάποιων από τα 16 πιο επικίνδυνα ηφαίστεια του κόσμου θα μπορούσε να κοστίσει έως και 1,4 τρισ. δολάρια στην παγκόσμια οικονομία σε πέντε χρόνια μετά την έκρηξη.
Για την Ελλάδα, η ζημιά από μια ηφαιστειακή έκρηξη εκτιμάται από την ίδια πηγή στα 40 δισεκατομμύρια ευρώ.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
