2002
Γούντγουορντ και Νιούμαν: Το ζευγάρι σύμβολο συζυγικής σταθερότητας στο Χόλιγουντ, όταν άρχισαν τη διαδρομή τους και λίγο πριν τη σταματήσει ο θάνατος εκείνου | CreativeProtagon / Getty

Πολ Νιούμαν-Τζόαν Γούντγουορντ, έξι ώρες για πενήντα χρόνια

Κική Τριανταφύλλη Κική Τριανταφύλλη 24 Ιουλίου 2022, 19:41
Γούντγουορντ και Νιούμαν: Το ζευγάρι σύμβολο συζυγικής σταθερότητας στο Χόλιγουντ, όταν άρχισαν τη διαδρομή τους και λίγο πριν τη σταματήσει ο θάνατος εκείνου
|CreativeProtagon / Getty

Πολ Νιούμαν-Τζόαν Γούντγουορντ, έξι ώρες για πενήντα χρόνια

Κική Τριανταφύλλη Κική Τριανταφύλλη 24 Ιουλίου 2022, 19:41

Η σειρά των έξι ωριαίων επεισοδίων του HBO Max «The Last Movie Stars», ένα ντοκιμαντέρ για τον Πολ Νιούμαν και την Τζόαν Γούντγουορντ σε σκηνοθεσία Ιθαν Χοκ, είναι ένα έργο απόλυτης αγιογραφίας, ακόμη και αγιοποίησης, γράφει στον New Yorker ο Ρίτσαρντ Μπρόντι. Ο σεβασμός του ξεπερνά τους πρωταγωνιστές (που ήταν παντρεμένοι για πενήντα χρόνια, μέχρι τον θάνατο του Νιούμαν, το 2008) για να αγκαλιάσει επίσης τους ηθοποιούς, τους σκηνοθέτες και τους σεναριογράφους, με τους οποίους συνεργάστηκαν. Ακόμη, ο σκηνοθέτης, ο οποίος είναι και ο ίδιος τους ένας από τους πιο δημιουργικούς και περίεργους ηθοποιούς της εποχής μας, μετατρέπει την ταινία του σε μια γιορτή, που αξιοποιεί στο έπακρο τις ταραγμένες συνθήκες της παραγωγής της, κατά την πανδημία της Covid.

Ο Πολ Νιούμαν, σχεδιάζοντας να γράψει τα απομνημoνεύματά του, ανέθεσε στον στενό του φίλο, σεναριογράφο Στιούαρτ Στερν να ηχογραφήσει συνεντεύξεις με φίλους, συναδέλφους και μέλη της οικογένειάς του. Αργότερα, όμως, φαίνεται ότι ο διάσημος σταρ το μετάνιωσε και κατέστρεψε τις ηχογραφήσεις (στην κυριολεξία τις έκαψε). Η  οικογένειά του, όμως, βρήκε 10.000 σελίδες με απομαγνητοφωνήσεις συνεντεύξεων, τις οποίες παρέδωσαν στον Χοκ. Τον Οκτώβριο, εξάλλου, θα κυκλοφορήσει  η βιογραφία «Paul Newman: The Extraordinary Life of an Ordinary Man», η οποία βασίζεται σε αυτές τις μεταγραφές.

Ο Χοκ ανέλαβε τη σκηνοθεσία του ντοκιμαντέρ και, όπως γράφει ο Μάικ Χέιλ στους New York Times, ανταποκρίθηκε με μια προσέγγιση εξαντλητική και ταυτόχρονα αφοπλιστικά χαλαρή, κρατώντας για τον εαυτό του τον ρόλο του ενθουσιώδους θαυμαστή και του τελετάρχη. Με τις απομαγνητοφωνήσεις στα χέρια, ο Χοκ άρχισε να στρατολογεί φίλους του ηθοποιούς για να «κάνουν αυτά τα ηχητικά να ζωντανέψουν» και περιγράφει την ταινία που προέκυψε ως «ένα παιχνίδι με φωνές».

Το «The Last Movie Stars», που άρχισε να προβάλλεται την Πέμπτη 21 Ιουλίου στο HBO Max, αφηγείται την εκτεταμένη και περίπλοκη ιστορία δύο από τους πιο διάσημους και πιο τιμημένους αμερικανούς ηθοποιούς, και ταυτόχρονα την ιστορία ενός ιδιαίτερα δημόσιου και πολύ γεμάτου γάμου, που κράτησε μισό αιώνα.

Η Τζόαν Γούντγουορντ ποζάρει για τον Πολ Νιούμαν στο διαμέρισμά τους στο Γκρίνουιτς Βίλατζ της Νέας Υόρκης | Louis Goldman/Photo Researchers History/Getty Images

Το πρώτο επεισόδιο ξεκινάει με βιντεοσύσκεψη τύπου Zoom·  κοιτάζοντας στην οθόνη ενός φορητού υπολογιστή, με τα «πανδημικά» μαλλιά του να κυματίζουν στους ώμους του, ο Ιθαν Χοκ καλωσορίζει μια εξίσου ανεπίσημη πομπή ηθοποιών, που εμφανίζονται στο έργο του: Τζορτζ Κλούνεϊ (υποδύεται τον Νιούμαν) και Λόρα Λίνεϊ (Γούντγουορντ), Μέλανι Γκρίφιθ, Μπίλι Κράνταπ, Οσκαρ Αϊζακ, Ζόι Καζάν, Σάλι Φιλντ, Κάρεν Αλεν, Σαμ Ρόκγουελ και πολλούς άλλους. Και είναι σαν να βλέπεις ένα καστ ηθοποιών που μαζεύτηκαν νωρίς το πρωί γύρω από ένα τραπέζι για την πρώτη ανάγνωση του σεναρίου, γράφει ο Μάικ Χέιλ στους New York Times. Αλλά βρίσκονται στο σπίτι τους, ντυμένοι απλά ενώ κάποιοι έχουν μαζί τους και τα κατοικίδιά τους.

(Δείτε το trailer του σινεμασκόπ μελοδράματος «Μακρύ Καυτό Καλοκαίρι» (1958) του Μάρτιν Ριτ, από τη διασκευή δύο διηγημάτων και ενός μυθιστορήματος του Γουίλιαμ Φόκνερ που χάρισε στον Πολ Νιούμαν το βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Καννών και σηματοδότησε τη σχέση του με τη μετέπειτα σύζυγό του Τζόαν Γούντγουορντ)

Τα επεισόδια έχουν τρία βασικά στοιχεία: αποσπάσματα από τις ταινίες των ηθοποιών, άλλα πλάνα αρχείου (συμπεριλαμβανομένου του οικογενειακού αρχείου) και εμφανίσεις Zoom του Χοκ με τους φίλους του ηθοποιούς, που φιγουράρουν περισσότερο ηχητικά και όχι με την εικόνα τους.

Αν και η ταινία χάνει τη δυναμική της καθώς απλώνεται σε έξι επεισόδια, το αποτέλεσμα είναι γοητευτικό, διασκεδαστικό, εθιστικό. Η σειρά είναι εν μέρει μια παραδοσιακή, χρονολογική βιογραφία, με τον Νιούμαν και τη Γούντγουορντ να εμφανίζονται συνεχώς στην οθόνη, σε κινηματογραφικά και τηλεοπτικά αποσπάσματα, άγνωστες σεκάνς ταινιών που είχαν κοπεί στο μοντάζ, συνεντεύξεις και ερασιτεχνικά βίντεο. Το αποτέλεσμα είναι ένας μεγάλος όγκος ομορφιάς και προσωπικότητας, που δεν μπορεί να βρει κανείς σε πολλά ντοκιμαντέρ.

Αυτό όμως, που κάνει το «The Last Movie Stars» να διαφέρει από άλλες σειρές είναι η συμμετοχή τόσο πολλών συναδέλφων του Χοκ. Παίρνουν τη θέση των ακαδημαϊκών, που εμφανίζονται συνήθως σε ιστορικά ντοκιμαντέρ, και μέρος της δουλειάς τους είναι να χρησιμεύσουν ως συνομιλητές του Χοκ για τις σκέψεις του για τη ζωή και την καριέρα του Νιούμαν και της Γούντγουορντ.

(Δείτε το trailer του γουέστερν «Οι δύο ληστές» (1969) του Τζορτζ Ρόι Χιλ με πρωταγωνιστές τους Πολ Νιούμαν, Ρόμπερτ Ρέντφορντ και Κάθριν Ρος)

Κυρίως, όμως, είναι εκεί όχι για να μιλήσουν αλλά για να διαβάσουν αποσπάσματα από αυτές τις ζωντανές, εκπληκτικά ειλικρινείς συνεντεύξεις στις απομαγνητοφωνήσεις των οποίων είχε πρόσβαση ο Χοκ. Εκτός από τον Κλούνεϊ – Νιούμαν και την Λίνεϊ – Γούντγουορντ, ο Μπρουκ Ασμάνσκας υποδύεται τον Γκορ Βιντάλ, ο Βίνσεντ Ντ’ Ονόφριο τον Καρλ Μάλντεν, ο Μπόμπι Καναβάλε τον Ελία Καζάν και πάει λέγοντας. Αποτέλεσμα; Η βιογραφία δύο άριστων ηθοποιών γίνεται άσκηση ερμηνείας.

Ωστόσο, αυτό που θα τραβήξει τη μεγαλύτερη προσοχή στο «The Last Movie Stars» είναι μάλλον η αφήγηση της δύσκολης προσωπικής ζωής του Νιούμαν και της Γούντγουορντ: τα πέντε χρόνια που είχαν σχέση ενώ εκείνος ήταν ακόμη παντρεμένος με την πρώτη του σύζυγο· οι καταστροφικές συνέπειες του αλκοολισμού του και το τίμημα των ανασφαλειών του· οι επιπτώσεις που είχαν στα παιδιά τους οι επαγγελματικές τους δεσμεύσεις (και αργότερα, η αφοσίωση του Νιούμαν στους αγώνες αυτοκινήτων και στη φιλανθρωπία).

Ο Νιούμαν ήταν αλκοολικός και η συμπεριφορά του επιβάρυνε τον γάμο τους. Ηταν ένας στοργικός μεν αλλά απόμακρος πατέρας και ειδικά η σχέση του με τον γιο του, Σκοτ, που γεννήθηκε το 1950, ήταν ιδιαίτερα τεταμένη. Ο Σκοτ ​​ήταν χρήστης ναρκωτικών και αλκοόλ και πέθανε από υπερβολική δόση το 1978, μια απώλεια εξαιτίας της οποίας ο Νιούμαν υπέφερε βαθιά αλλά, όπως λένε οι φίλοι του, σχεδόν ανέκφραστα.

(Ο Πολ Νιούμαν και η Τζόαν Γούντγουορντ πρωταγωνιστούν στην ταινία «Ο κύριος και η κυρία Μπριτζ»)

Τα πιο συναρπαστικά σημεία παρουσιάζονται νωρίς, όταν είναι νέοι επίδοξοι ηθοποιοί που δεν μπορούν να κρατήσουν τα χέρια τους μακριά ο ένας από τον άλλο. Υπάρχει ένας ηλεκτρισμός και μια χαρά στις αφηγήσεις για το Actors Studio και τη ζωή στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 1950, και οι εικόνες είναι συχνά πολύ δυνατές επειδή είναι λιγότερο οικείες: ο Νιούμαν πάνω σε άλογο σε οντισιόν για το μιούζικαλ «Οκλαχόμα!» (1955) ή με κοστούμι εποχής στο άβολο κινηματογραφικό του ντεμπούτο με το «Ασημένιο Δισκοπότηρο» («The Silver Chalice», 1954). Καθώς, όμως, με τα χρόνια η ιστορία γίνεται πιο σκοτεινή, η σειρά χάνει μέρος της λάμψης της και αρχίζει να μοιάζει με αναγκαστική πορεία στους καταλόγους κινηματογραφικών και τηλεοπτικών ταινιών των δύο σταρ. Ο Χοκ δεν φαίνεται να νιώθει πολύ άνετα, ούτε και να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα, όποτε το θέμα απομακρύνεται από την υποκριτική.

Μειονεκτεί επίσης εξαιτίας της ατυχούς πραγματικότητας, γράφει ο Μάικ Χέιλ στους New York Times: πολλές, αν όχι οι περισσότερες, από τις ταινίες που έκαναν οι Νιούμαν και Γούντγουορντ, συμπεριλαμβανομένων των μεγαλύτερων επιτυχιών του Νιούμαν, ήταν κατώτερες του ταλέντου τους. Συνήθως τα αποσπάσματα της μιας κακής ταινίας μετά την άλλη προβάλλονται ασχολίαστα, αν και ο Χοκ δεν το αποφεύγει εντελώς. Ο «Πύργος της Κολάσεως» (1974) είναι ένας εύκολος στόχος για καυστικά σχόλια ενώ με μια φράση του Μάρτιν Ριτ, ο Χοκ καταδικάζει τολμηρά την υπερπαραγωγή «Οι Δύο ληστές» («Butch Cassidy and the Sundance Kid», 1969) επαινώντας τη απλώς αμυδρά.

Αφίσα του Φεστιβάλ Καννών του 2013 με φωτογραφία των Πολ Νιούμαν και Τζόαν Γούντγουορντ από την κομεντί «Στους δυο τρίτος δεν χωρεί» (1963)

Ωστόσο, το γεγονός ότι αποφεύγει να δώσει έμφαση στις ελλείψεις των ταινιών είναι κατανοητό, παρατηρεί ο Χέιλ, αφού η σειρά αποτίει ξεκάθαρα φόρο τιμής στο ζευγάρι των εξαιρετικών ηθοποιών. Δεδομένου, όμως, ότι ο Χοκ εστιάζει στην υποκριτική, το πιο ατυχές είναι ότι η εκπληκτική αναζωπύρωση της καριέρας του Νιούμαν στα τέλη της, σε ταινίες όπως «Ο Νόμος του Μπρονξ» (1981), «Η Ετυμηγορία» (1982) και (με την Γούντγουορντ) «Ο κύριος και η κυρία Μπριτζ» παρουσιάζεται μόλις στο τελευταίο επεισόδιο και χωρίς να σαφή οριοθέτηση. Κάνοντάς το, όμως, έτσι, ο Χοκ ίσως θέλει να δείξει πόσο συχνά τις προηγούμενες δεκαετίες ερμήνευε κάποιους ρόλους ο Νιούμαν χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια ή ενδιαφέρον. Και συμβαίνει να το ακούμε αυτό από τη φωνή του ίδιου του Νιούμαν, ο οποίος σπάνια είχε να πει κάτι καλό ή ευγενικό για τον εαυτό του ή τη δουλειά του.

Ιδιαίτερα δυνατές είναι οι παρουσίες των παιδιών του Νιούμαν και της Γούντγουορντ (Νελ, Μελίσα και Κλέα), και από τον πρώτο γάμο του Νιούμαν (Σκοτ, Σούζαν και Στέφανι Κένταλ), ειδικά στα μεταγενέστερα επεισόδια, αλλά ο πιο άγριος, διορατικός και συχνά ξεκαρδιστικός σχολιασμός προέρχεται από τα vintage αποσπάσματα των δύο πρωταγωνιστών, ειδικά της Γούντγουορντ, (η οποία ζει μεν ακόμη αλλά διαπιστώθηκε ότι έπασχε από τη νόσο του Αλτσχάιμερ το 2007, ένα χρόνο πριν πεθάνει ο Νιούμαν από καρκίνο). Εξάλλου, δεν ήταν ποτέ μυστικό ότι για μεγάλο μέρος της κοινής τους ζωής, εκείνη ήταν καλύτερη ηθοποιός από τον κατά πολύ πιο διάσημο σύζυγό της, και ότι η καριέρα της έδυσε όταν ανέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της φροντίδας των τριών κοριτσιών τους. Αλλά είναι σοβαρό όταν ακούς με τα δικά της λόγια, πόσο καθαρά έβλεπε τις διαφορές και πόσο βαθιά τις ένιωθε.

(Δείτε το trailer της αστυνομικής ταινίας «Ο Νόμος του Μπρονξ»)

Ο Νιούμαν έγινε σκηνοθέτης για να κάνει ταινίες που πρόσφεραν στην Γούντγουορντ δυνατούς ρόλους, συνέχισε τον πολιτικό του ακτιβισμό στηρίζοντας το 1968 τον ριζοσπάστη Δημοκρατικό υποψήφιο για την προεδρία των ΗΠΑ Γιουτζίν Μακάρθι, δημιούργησε μια ανεξάρτητη εταιρεία παραγωγής με τους Σίντνεϊ Πουατιέ και Μπάρμπρα Στρέιζαντ για να κάνει ταινίες πιο ελεύθερα από ό,τι επέτρεπαν τα στούντιο, και με χαμηλότερο προϋπολογισμό.

Ο Χοκ αναρωτιέται κάποια στιγμή: «Πώς θα ήταν να είμαστε εκείνοι;» και η πιθανή απάντηση θα ήταν ότι έμοιαζαν πολύ με εμάς – δύσκολοι και τρομακτικοί, χαρούμενοι και περιπετειώδεις – με την ένταση να ανεβαίνει, γράφει ο Μάικ Χέιλ στους New York Times. Με μια μεγάλη διαφορά, ωστόσο, που δεν έχει να κάνει με τη φήμη ή το επίτευγμα, αλλά με το πάθος: ο Νιούμαν και η Γούντγουορντ ήταν τρελοί ο ένας για τον άλλον για περισσότερα από 50 χρόνια, μέσα από τραγωδίες, απιστίες, μεθύσια και επαγγελματική αντιζηλία. Το ακούς στα λόγια τους και το βλέπεις ξεκάθαρα, όποτε είναι μαζί στην οθόνη.

Αυτή, ουσιαστικά, είναι η ιστορία που αναπτύσσει λεπτομερώς ο Χοκ μέσα σε έξι ώρες. Ζωηρές προσωπικότητες, όπως ο Γκορ Βιντάλ (Με τη φωνή του Μπρουκ Ασμάνσκας), η θεία της Γούντγουορντ, Μοντ Μπρινκ (ΛαΤάνια Ρ. Τζάκσον) και ο Μάρτιν Ριτ (Τζόναθαν Μακ Σέρμαν), αναδεικνύουν πικάντικες λεπτομέρειες, γράφει ο Ρίτσαρντ Μπρόντι στον New Yorker. Οι κόρες του Νιούμαν μιλούν με μεγάλη αγάπη για τους γονείς τους (και οι δύο κόρες του από τον πρώτο του γάμο εκφράζουν αγάπη και θαυμασμό για την Γούντγουορντ), αλλά χωρίς να υποτιμούν τον πόνο της οικογενειακής ζωής. Και ο σκηνοθέτης Πολ Σρέιντερ κάνει μια συναρπαστική παρατήρηση σχετικά με την ερμηνεία του Νιούμαν στο «Αγριος σαν Θύελλα» («Hud», 1963): τη θεωρεί τεράστιας ιστορικής σημασίας και πρόγονο όλων των επόμενων αντιηρώων του Χόλιγουντ.

(Δείτε το trailer της ταινίας «Αγριος σαν Θύελλα» του 1963 με τον Πολ Νιούμαν σε ρόλο αντιήρωα)

Ωστόσο, ο τίτλος «The Last Movie Stars», παρατηρεί ο Μπρόντι,  είναι μάλλον λανθασμένος. Οι πρόσφατες δεκαετίες έχουν αναδείξει  σταρ, που είναι αντικείμενα δημόσιας λατρείας και ταυτόχρονα τα ονόματά τους συμβάλλουν στην αξιοπιστία μιας ταινίας.  Αντίθετα, ο Νιούμαν και η Γούντγουορντ ήταν (όπως είπε ο φίλος τους Γκορ Βιντάλ) επιζώντες του συστήματος των στούντιο, συμβασιούχοι ηθοποιοί που μετακόμισαν σε ένα σύστημα ανεξάρτητων επαγγελματιών επιλέγοντας έργα κατά περίπτωση, σε συνεννόηση με πράκτορες και μάνατζερ, και όχι σύμφωνα με τις επιταγές των κεφαλών του στούντιο.

Το πιο σημαντικό στοιχείο του «The Last Movie Stars» είναι ότι αποκαλύπτει τη μεταμόρφωση της ίδιας της κινηματογραφικής βιομηχανίας, τη θέση των ηθοποιών σε αυτή και τον τρόπο με τον οποίο ο Νιούμαν και η Γούντγουορντ διαπραγματεύτηκαν τους μεταβαλλόμενους όρους -και τα μεταβαλλόμενα ήθη- που περιβάλλουν την καριέρα των ηθοποιών. Το μυστικό θέμα του ντοκιμαντέρ του Ιθαν Χόουκ, επισημαίνει ο Μπρόντι στον New Yorker, είναι το status και ο ρόλος των ηθοποιών, ο σκοπός των σταρ του κινηματογράφου. Εχει να κάνει με τον έλεγχο, καλλιτεχνικό και επαγγελματικό, και τη μάχη για την εξουσία στον κινηματογράφο και στην τέχνη του κινηματογράφου.

Από αυτή την άποψη, ο Ιθαν Χοκ έχει κάνει μια ταινία προσωπική και ταυτόχρονα ένα έμβλημα για την κατάσταση των ταινιών.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News