1940
Το όνομά του ταυτίστηκε με τη ρετσίνα των Μεσογείων, πόσοι όμως γνωρίζουν ότι ο Βασίλης Κουρτάκης υπήρξε από τους πρωτοπόρους του ποιοτικού κρασιού; | CreativeProtagon

Ο Βασίλης Κουρτάκης δεν ήταν απλώς και μόνο «βασιλιάς της ρετσίνας»

Κική Τριανταφύλλη Κική Τριανταφύλλη 11 Σεπτεμβρίου 2021, 23:31
Το όνομά του ταυτίστηκε με τη ρετσίνα των Μεσογείων, πόσοι όμως γνωρίζουν ότι ο Βασίλης Κουρτάκης υπήρξε από τους πρωτοπόρους του ποιοτικού κρασιού;
|CreativeProtagon

Ο Βασίλης Κουρτάκης δεν ήταν απλώς και μόνο «βασιλιάς της ρετσίνας»

Κική Τριανταφύλλη Κική Τριανταφύλλη 11 Σεπτεμβρίου 2021, 23:31

Μεγάλος εραστής του κρασιού και ψυχή ενός από τα πιο εμβληματικά brands της ελληνικής οινοποιίας, ο παραγωγός, που άνοιξε τον δρόμο για το εμφιαλωμένο κρασί στην Ελλάδα, και μόχθησε τόσο για το ελληνικό όσο και για το ευρωπαϊκό κρασί εξίσου, ο δαιμόνιος στη δουλειά και στην παρέα, ο άνθρωπος που ήθελες και για συνεργάτη και για φίλο, όπως έγραψαν με μεγάλο σεβασμό και αγάπη φίλοι και συνεργάτες του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο Βασίλης Κουρτάκης  άφησε την τελευταία του πνοή τα ξημερώματα της Δευτέρας 6 Σεπτεμβρίου.

Λίγες ώρες αργότερα ο Σύνδεσμος Ελληνικού Οίνου ανακοίνωσε τον  θάνατο του επιχειρηματία, ο οποίος υπήρξε βασικός θεμελιωτής του, πρόεδρός του επί δωδεκαετία και επίτιμος πρόεδρός του στη συνέχεια.

Ευφυής και δημιουργικός, με βαθιά γνώση της γεωγραφίας του ελληνικού αλλά και του παγκόσμιου αμπελώνα, ο Βασίλης  Κουρτάκης αφιέρωσε στο ελληνικό κρασί απεριόριστο χρόνο εργασίας, επικοινωνίας με ανθρώπους του χώρου, και συνεχή ταξίδια στο εσωτερικό και στην Ευρώπη, και με όπλο την κατάρτιση του ως προς την οινική νομοθεσία, πρωταγωνίστησε στη θεσμική θωράκιση του ελληνικού κρασιού και εξόπλισε τον Σύνδεσμο με οργανωτικές δομές, που έφεραν σπουδαία αποτελέσματα και ανέδειξαν νέα στελέχη, αναφέρει η ανακοίνωση του συνδέσμου. Ταυτόχρονα συμμετείχε στο ιδρυτικό Διοικητικό Συμβούλιο της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Αμπέλου και Οίνου (Ε.Δ.Ο.Α.Ο.).

Ο Βασίλης Κουρτάκης υπήρξε πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικού Οίνου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Επιχειρήσεων του Κρασιού στις Βρυξέλλες (αρχείο οικ. Κουρτάκη)

Εχοντας, εξάλλου, συμβάλει αποφασιστικά στην ίδρυση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Επιχειρήσεων του Κρασιού (C.E.E.V), οργάνωσης με μεγάλο κύρος, με μέλη 7.000 οινοποιεία από 23 χώρες, και ως εκ τούτου βασικού συνομιλητή των ευρωπαϊκών θεσμών, είχε διατελέσει, επίσης, επί οκταετία πρόεδρος της (C.E.E.V.) και είχε ανακηρυχθεί επίτιμος πρόεδρός της.

«Ηταν ένας πολύ ωραίος άνθρωπος» μας είπε ο Τόμας Κούνστμαν, διευθυντής marketing και εξαγωγών της εταιρείας Ελληνικά Κελάρια Οίνων Δ. Κουρτάκης ΑΕ, και ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες του Βασίλη Κουρτάκη από το 1993. «Πολύ καλλιεργημένος, με σπουδές στην Αγγλία και τη Γαλλία, θα τον χαρακτήριζα πολίτη του κόσμου», λέει και τονίζοντας επίσης ότι «Είχε ένα όμορφο πηγαίο χιούμορ». Ο Βίλης για τους φίλους του ήταν, εξάλλου, θρυλικό πειραχτήρι και όσοι τον γνώριζαν δεν ξεχνούν τα αστεία του, που τον έκαναν ιδιαίτερα δημοφιλή στις παρέες του.

Τρίτης γενιάς οινολόγος, ο Βασίλης Κουρτάκης κατέρριψε τον μύθο των ελληνικών οικογενειακών επιχειρήσεων σύμφωνα με τον οποίο η πρώτη γενιά δημιουργεί, η δεύτερη γιγαντώνει και η τρίτη καταστρέφει, αφού εκείνος εκτόξευσε κυριολεκτικά την οικογενειακή επιχείρηση, εμπνέοντας ταυτόχρονα και άλλους συναδέλφους του να κάνουν μεγάλα βήματα.

Αξιος εγγονός του «γιατρού των κρασιών»

Ο παππούς του εκλιπόντος, Βασίλης Κουρτάκης, ήταν ο πρώτος οινολόγος στην Ελλάδα με εξειδικευμένες σπουδές Οινολογίας. Ανοιξε την επιχείρησή του το 1895, στο κέντρο της Αθήνας στην οδό Κολοκοτρώνη: «Το Πανεπιστήμιο τότε ήταν στην πλατεία Κάνιγγος, η οποία ήταν γεμάτη από μουριές. Ετσι, λοιπόν, ονομαζόταν το “Πανεπιστήμιο της Μουριάς”.  Και ο παππούς Κουρτάκης ονομάστηκε γρήγορα “Ο γιατρός των κρασιών”. Για αυτό τον λόγο έφθαναν από πολλά μέρη της Ελλάδας δείγματα για ανάλυση (περίπου 10.000 δείγματα κάθε χρόνο)», είχε αφηγηθεί ο Βασίλης Κουρτάκης σε συνέντευξή του για την ιστορία της επιχείρησης.

Αριστερά, ο Δημήτρης και η Αγνή Κουρτάκη, γονείς του Βασίλη, με την εγγονή τους Διώνη. Δεξιά, η Ελένη και ο Βασίλης Κουρτάκης με τον γιο τους Δημήτρη γιορτάζοντας την βράβευση του Kouros (αρχείο οικ. Κουρτάκη)

Μερικά χρόνια αργότερα, στο γύρισμα του 20ου αιώνα, ο παππούς Κουρτάκης δημιούργησε ένα μικρό οινοποιείο στην καρδιά του αττικού αμπελώνα, στο Μαρκόπουλο Αττικής. Και το «Κρασί του Βασίλη» γίνεται γρήγορα περιζήτητο σε όλη την Αθήνα. «Αργότερα,  ευκατάστατος πλέον Αθηναίος έστειλε το γιο του Δημήτρη στη Γαλλία στο Κολέγιο Νορμανδίας κι αμέσως μετά στο Πανεπιστήμιο της Ντιζόν. Η δεύτερη λοιπόν γενιά, ο Δημήτρης Κουρτάκης, προώθησε κι άλλο την επιχείρηση κι έτσι έφθασε η ώρα της τρίτης γενιάς, του Βασίλη Κουρτάκη, εμού δηλαδή», είχε πει. Και πριν από μερικά χρόνια άφησε πλέον κι αυτός με τη σειρά του τα ηνία της εταιρείας στην τέταρτη γενιά, στον γιο του Δημήτρη Κουρτάκη, ενώ και η κόρη του Διώνη απασχολείται στην οικογενειακή επιχείρηση.

Ο γιος του ιδρυτή της εταιρείας, Δημήτρης Κουρτάκης, ανέλαβε την οικογενειακή επιχείρηση τη δεκαετία του 1950. Μέχρι το 1963 η μονάδα αποτελείτο από ένα οινοποιείο, όπου συγκεντρώνονταν τα σταφύλια της περιοχής των Μεσογείων, ακολουθούσε το πάτημα και η οινοποίηση. Το φρέσκο (χύμα) κρασί διανεμόταν στις ταβέρνες της Αττικής, οι οποίες εκείνη την εποχή διατηρούσαν τα δικά τους βαρέλια.

Μετά το 1963, η εταιρεία σταμάτησε τις πωλήσεις χύμα οίνου και άρχισε την εμφιάλωση των προϊόντων της. Τότε ουσιαστικά στήθηκε και το πρώτο εμφιαλωτήριό της, στο Μαρκόπουλο. Ο Δημήτρης Κουρτάκης ήταν από τους πρώτους στην Ελλάδα, που τυποποίησαν και εμφιάλωσαν την ρετσίνα, επεκτείνοντας τη διανομή της σε όλη την Ελλάδα.

Με τη χειραψία τους ο Γιάννης Καλλιγάς (αριστερά) και ο Βασίλης Κουρτάκης επισφράγισαν μια συνεργασία που άρχισε το 1991

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, τη σκυτάλη της οικογενειακής παράδοσης αναλαμβάνει ο Βασίλης Κουρτάκης, έχοντας επιστρέψει από τη Γαλλία μετά από σπουδές Χημείας και Οινολογίας. Και με τις ιδέες του φέρνει πραγματική επανάσταση αυξάνοντας κατακόρυφα την παραγωγή και διευρύνοντας θεαματικά το σύστημα διανομής της εταιρείας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Είναι η εποχή που η ρετσίνα γίνεται συνώνυμη του ελληνικού κρασιού και το όνομα Κουρτάκη ταυτίζεται με τη ρετσίνα, ένα σύμβολο που προσφέρει αυθεντική «γεύση Ελλάδας» σε έλληνες και ξένους καταναλωτές.

«Ο Βασίλης Κουρτάκης υπήρξε ένας δημιουργικός επαναστάτης, ένας εργασιομανής, πολλές φορές σε βάρος του χρόνου για την οικογένεια του, ένας χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της αιώνιας αντιπαλότητας παλαιάς και νέας γενιάς», γράφει στα krasia.gr ο Λεωνίδας Κουμάκης, στενός συνεργάτης του πατέρα και του γιου Κουρτάκη για 30 ολόκληρα χρόνια (από το 1967 μέχρι το 1997), «Μπήκε στην ανθούσα οικογενειακή επιχείρηση, που ασχολείτο κατά 100% με το χύμα κρασί (Ρετσίνα) και την άφησε πίσω του με την παραγωγή δεκάδων τύπων ελληνικού, 100% εμφιαλωμένου κρασιού και στην πρώτη θέση της ελληνικής αγοράς (από απόψεως τζίρου-στοιχεία 2019)».

Ποιοτική αναβάθμιση και επιτυχημένο μάρκετινγκ

Το επιτυχημένο μάρκετινγκ του Βασίλη Κουρτάκη και οι θρυλικές διαφημίσεις της εποχής (θυμάστε το «Σουβλάκι και Κουρτάκη»;), σε συνδυασμό με την εφαρμογή νέων μεθόδων για την σταθεροποίηση και εξασφάλιση της ποιότητας της Ρετσίνας Κουρτάκη, εκτόξευσαν τις πωλήσεις οδηγώντας κάποια χρονιά στην εξάντληση των αποθεμάτων από τον Ιούλιο μήνα, θυμάται ο Λεωνίδας Κουμάκης.

«Ετσι μέχρι την νέα σοδειά, οι τελευταίες φιάλες κυκλοφόρησαν στην αγορά με ένα μικρό κείμενο που έγραψε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης (σε ελεύθερη απόδοση): “Η αγάπη σας για την Ρετσίνα Κουρτάκη εξάντλησε τα αποθέματα μας νωρίτερα από ό,τι ήταν ανθρώπινα δυνατό να προβλέψουμε. Φυσικά, είναι τελείως αδύνατο να σκεφτούμε οποιαδήποτε υποβάθμιση της ποιότητας προκειμένου να ανταποκριθούμε στην ζήτηση. Σας ζητάμε λοιπόν να περιμένετε λίγες βδομάδες μέχρι να ξαναβάλετε στο τραπέζι την αγαπημένη σας «Ρετσίνα Κουρτάκη”», γράφει ο παλιός συνεργάτης του Βασίλη Κουρτάκη, αποχαιρετώντας τον.

Ωστόσο ο εμβληματικός επιχειρηματίας δεν επαναπαύθηκε στο success story της ρετσίνας. Με όραμα την παραγωγή κρασιών για όλο και πιο απαιτητικούς καταναλωτές, διευρύνει την οινική γκάμα της εταιρείας συμπεριλαμβάνοντας μια μεγάλη ποικιλία προϊόντων.

«Με την ρετσίνα έκανε βεβαίως την μεγάλη επιτυχία αλλά ας μην ξεχνάμε ότι τότε στην Ελλάδα δεν υπήρχαν και πολλά άλλα κρασιά, οπότε ως γαλλομαθής είχε την λαχτάρα να εισάγει την γαλλική οινική κουλτούρα και την ευρωπαϊκή, ευρύτερα», λέει ο Τόμας Κούνστμαν. Και την δεκαετία του 1980 δημιουργεί δύο κρασιά, το Apelia της σειράς Αλλοτινό και το Kouros, που αποτελούν τομή στην ελληνική οινική ιστορία, καθώς η εμφάνισή τους στην αγορά ενθάρρυνε και άλλους έλληνες οινοποιούς να ασχοληθούν με πιο ποιοτικά κρασιά.

Οι κεντρικές εγκαταστάσεις της «Ελληνικά Κελλάρια Οίνων» (GWC) στο Μαρκόπουλο Αττικής

Εναν χρόνο αργότερα, το 1989, στη διεθνή έκθεση του Μπορντό, ο Kouros βρέθηκε ανάμεσα στα 20 καλύτερα κρασιά της έκθεσης Ο Βασίλης Κουρτάκης είχε, μάλιστα, «πολύ μεγάλη ανησυχία για το design  του προϊόντος», λέει ο κ. Κούνστμαν. Ωστόσο, «το 1991 το packaging του Κούρου βραβεύτηκε στο Λονδίνο με το Eurobest, κάτι σαν το Οσκαρ της διαφήμισης και του packaging», λέει ο διευθυντής εξαγωγών της εταιρείας.

Στρατηγικές συνεργασίες

Την ίδια χρονιά, στοχεύοντας στην ποιοτική διεύρυνση της εταιρίας ο Βασίλης Κουρτάκης συμπράττει εμπορικά και στη συνέχεια απορροφά την «Οινοεξαγωγική ΑΕ – Καλλιγάς», παραγωγό των φημισμένων κρασιών του Γιάννη Καλλιγά (Robola, Calliga Rosé demi-sec, κ.α.). Από κει και πέρα η εξέλιξη της εταιρείας είναι θεαματική.

Οι κεντρικές εγκαταστάσεις στο Μαρκόπουλο αναβαθμίζονται ριζικά καταλαμβάνοντας έκταση 28 στρεμμάτων, ενώ ένα νέο οινοποιείο –από τα πιο σύγχρονα της Ευρώπης- κατασκευάζεται στη Ριτσώνα. Η εταιρεία απασχολεί σήμερα 250 εργαζόμενους και η ημερήσια δυναμικότητα εμφιάλωσης ξεπερνά τις 140.000 φιάλες. Η παραγωγή της ανέρχεται στις 30 εκατ. φιάλες ετησίως με το περίπου 40% να εξάγεται σε 32 χώρες.

Ο Αγγελος Ρούβαλης και ο Βσίλης Κουρτάκης άρχισαν να συνεργάζονται το 2004 (αρχείο Αγγ. Ρούβαλη)

Το 2000 η εταιρεία μετονομάζεται σε «Ελληνικά Κελλάρια Οίνων» (GWC), εκφράζοντας το ό,τι «αντιπροσωπεύουμε όλη την οινική Ελλάδα», λέει ο κ. Κούνστμαν. Είναι πλέον το μεγαλύτερο οινοποιείο της χώρας. Και στις αρχές του 21ου αιώνα συνάπτει ακόμη τέσσερις στρατηγικές συνεργασίες: το 2004 με το Οινοποιείο του Αγγελου Ρούβαλη (του πρωτοπόρου οινολόγου οινοποιού που αξιοποίησε τον Ροδίτη, παλιά ποικιλία του αμπελώνα της Αιγιάλειας).

Ακολουθεί το 2011 η συνεργασία με το κτήμα Μπαμπατζίμ του  Ανέστη Μπαμπατζιμόπουλου στις πλαγιές του όρους Βερτίσκου στη Μακεδονία, του εκλιπόντος μυθικού αμπελουργού, οινοποιού και αποσταγματοποιού, και το 2016, με τον ΕΟΣ Σάμου, έναν από τους παλαιότερους συνεταιρισμούς της Ελλάδας, που συγκαταλέγεται επίσης μεταξύ των 10 μεγαλύτερων οινοποιείων της χώρας. Παράλληλα από το 2010 η GWC εδραιώνει τη διεθνή της παρουσία καθώς συνάπτει συνεργασία με τον γαλλικό όμιλο Grand Chais de France.

Μετά την πραγματικά αξιοθαύμαστη επιχειρηματική διαδρομή του Βασίλη Κουρτάκη, ο γιος του Δημήτρης Κουρτάκης προχωράει τώρα δυναμικά στην αναβάθμιση των προοπτικών της GWC, ανασχεδιάζοντας τη γκάμα των κρασιών, επενδύοντας σε κρασιά υψηλής ποιότητας και ενισχύοντας την επιχειρηματική εξωστρέφεια της εταιρείας.

Από αριστερά, Ανέστης Μπαμπατζιμόπουλος, Βασίλης Κουρτάκης, Ηλίας Μαμαλάκης και Αγγελος Ρούβαλης (αρχείο Αγγ. Ρούβαλη)

Οι συγγενείς του, οι φίλοι, το προσωπικό και οι συνεργάτες του Βασίλη Κουρτάκη τον αποχαιρέτησαν με μεγάλη συγκίνηση καθώς έτρεφαν για αυτόν απεριόριστο σεβασμό και αγάπη: «Η αλήθεια είναι ότι ήταν πάντα ευχάριστος άνθρωπος. Βέβαια, έχουμε κάνει ομηρικούς καυγάδες, αλλά τον εκτιμούσα πάρα πολύ, ήταν κύριος, ήταν πολίτης του κόσμου, και πάντα κοντά στους εργαζόμενους, σε όλους τους εργαζόμενους, ήξερε όλο του το προσωπικό με το μικρό του όνομα», λέει συγκινημένος ο Τόμας Κούνστμαν.«Ηταν πολύ καλός εργοδότης και γενικώς ένας άνθρωπος με ανησυχίες και ενδιαφέροντα που είχε αφιερώσει τη ζωή του στο κρασί. Ηταν μια πολύ μεγάλη μορφή του ελληνικού κρασιού».

Τονίζει ακόμα ο στενός συνεργάτης του ότι όλος ο κόσμος –στην Ελλάδα και στο εξωτερικό- «τον σεβόταν, και λόγω της βαθιάς του γνώσης, η άποψή του ήταν πάντα σεβαστή. Πάντα είχε κάτι να προσθέσει, μια καινούργια ιδέα, μια άλλη οπτική, που κανείς άλλος δεν μπορούσε να σκεφτεί».

«Μοναδικό» τον χαρακτήρισε και ο Γιάννης Μπουτάρης στον αποχαιρετισμό του: «Εργατικός άνευ ορίων, πεισματάρης, με αγάπη ατελείωτη για το κρασί και συστηματικός υπηρέτης του κλάδου. Αφιερώθηκε σε εκείνον πολλά χρόνια ως γραμματέας και πρόεδρος του τότε ΣΕΒΟΠ και στη συνέχεια ΣΕΟ, υπερασπίζοντας και προωθώντας τα συμφέροντα του κλάδου πολλές φορές και αντίθετα από τα συμφέροντα της ΚΟΥΡΤΑΚΗΣ Α.Ε.», γράφει. «Η σχέση μου μαζί του πέρα από τη φιλία μας, ήταν συναγωνιστική και ανταγωνιστική συγχρόνως. Τον θαύμαζα τόσο για τον τρόπο που παζάρευε τις τιμές με τους συνεταιρισμούς, όσο και γιατί έμπαινε πάντα και στα παπούτσια του άλλου. Κοσμοπολίτης, κοινωνικός, ευγενής, πολιτισμένος… Γινόταν πάντα το επίκεντρο του ενδιαφέροντος της παρέας. Δεν χρειάζεται να πω περισσότερα λόγια. Ήταν μοναδικός.

Θα μας λείψεις Βασίλη!»

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News