1251
| CreativeProtagon

Ο θρόνος του Πούτιν και το δίλημμα της Δύσης

Protagon Team Protagon Team 23 Μαΐου 2022, 18:20
|CreativeProtagon

Ο θρόνος του Πούτιν και το δίλημμα της Δύσης

Protagon Team Protagon Team 23 Μαΐου 2022, 18:20

Είναι δυνατό να σκέφτεται η Δύση μια αλλαγή καθεστώτος στη Μόσχα; Και κατά πόσο είναι θεμιτό αυτό; «Σε καιρό πολέμου, ό,τι αποδεικνύεται δυνατό συχνά καθίσταται θεμιτό, επειδή στη σύγκρουση η κυριαρχία επιβάλλεται με την παραβίαση της νομιμότητας του υπάρχοντος κανόνα και με τη θεμελίωση, μέσω της ισχύος, ενός άλλου, που εξυπηρετεί τους σκοπούς του πολέμου», γράφει ο Ετσιο Μάουρο θέτοντας τα παραπάνω ερωτήματα.

Ο παλαίμαχος ανταποκριτής (και στη Μόσχα), πρώην διευθυντής και νυν αρθρογράφος της La Repubblica επισημαίνει πως δεδομένης της στασιμότητας που καταγράφεται στα πεδία των μαχών η κατάσταση έχει φτάσει σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι: είτε θα βρεθεί ένα «πολιτικό και διπλωματικό εργαλείο» που θα επιτρέψει στις δύο πλευρές να προβούν στην επανέναρξη ουσιαστικών ειρηνευτικών συνομιλιών, έχοντας πρώτα συνάψει εκεχειρία, ή ο πόλεμος θα συνεχιστεί επ’ αόριστον με τους εμπόλεμους να προσπαθούν να κερδίσουν εδαφικά πλεονεκτήματα, ούτως ώστε να έχουν τον πρώτο λόγο στις όποιες διαπραγματεύσεις.

Σύμφωνα με τον Ετσιο Μάουρο στο πλαίσιο αυτής της υπόθεσης, ενός μακροχρόνιου πολέμου που «αναδεικνύει τη στρατηγική ήττα του Γολιάθ τον οποίο χαλιναγώγησε ο Δαυίδ», μπορεί να τεθεί το ζήτημα όσον αφορά τον «θρόνο του Κρεμλίνου». Ο ιταλός δημοσιογράφος διερωτάται, με λίγα, λόγια, εάν το πουτινικό καθεστώς είναι τόσο ισχυρό ούτως ώστε να αντέξει το τεράστιο βάρος της σύρραξης και των όποιων απρόβλεπτων συνεπειών της ή «εάν ο γόρδιος δεσμός του πολέμου λυθεί μαζί με τον γόρδιο δεσμό του πουτινικού καθεστώτος που εδώ και είκοσι δύο χρόνια κυριαρχεί στη Ρωσία».

Σε μια χώρα όπου η πολιτική έχει μεταμορφωθεί σε «καθαρή ισχύ», την ώρα που η Ρωσία «καθίσταται η ίδια ιδεολογία του εαυτού της», ο αντίκτυπος του πολέμου «θα μπορούσε να διαταράξει την εσωτερική δυναμική της (ρωσικής) κοινωνίας», υποστηρίζει ο Μάουρο.

Δεδομένου ότι στη Ρωσία του Πούτιν η κοινή γνώμη δεν έχει αυτόνομη δομή και δεν υπάρχει αντιπολίτευση, «αμφότερες αντικαθίστανται από την καθεστωτική προπαγάνδα», οποιαδήποτε αλλαγή ηγεσίας στο Κρεμλίνο «δεν θα μπορούσε να προκληθεί από την κοινωνία ή μέσω της πολιτικής» αλλά από το ίδιο το Κρεμλίνο «ως συνέπεια λανθασμένων επιλογών στην κορυφή».

Οι καθοριστικοί παράγοντες που θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν ανατρεπτικές εξελίξεις στη Μόσχα είναι οι εξής τρεις: το ολοένα αυξανόμενο με την πάροδο του χρόνου κόστος των δυτικών κυρώσεων και η επίδρασή του στην καθημερινότητα των απλών ανθρώπων, η αγωνία και ο πόνος των οικογενειών των νεαρών στρατιωτών που πολεμούν και σκοτώνονται στην Ουκρανία, και η επιπλέον πίεση που ασκείται στην ευρύτερη κοινωνία μέσω της επιβολής «πολεμικών μέτρων», όπως η λογοκρισία, η καταστολή και η εξάλειψη κάθε μορφής ανεξαρτησίας στα ΜΜΕ.

Ο Μάουρο κάνει λόγο για μια «φυσική διαδικασία» η οποία θα μπορούσε να επιταχυνθεί επικίνδυνα σε περίπτωση συνέχισης του πολέμου επ’ αόριστον, συνθέτοντας και αναδεικνύοντας μια νέα μορφή διαφωνίας που θα αναβλύσει από την ίδια την εξουσία.

Επίσημα η «αλλαγή καθεστώτος» στο Κρεμλίνο δεν περιλαμβάνεται στην αλληλεγγύη που η Δύση δεσμεύτηκε να προσφέρει στο Κίεβο. Ωστόσο υφίστανται τουλάχιστον τέσσερις διαφορετικές στρατηγικές θέσεις όσον αφορά το ζήτημα που έχουν κοινό σημείο αναφοράς την καταδίκη της ρωσικής επιθετικότητας.

Η θέση της ΕΕ

Η πρώτη είναι η θέση της ΕΕ την οποία εξέφρασε ο επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Ζοζέπ Μπορέλ: «για να τερματιστεί η σύρραξη πρέπει να περάσουμε από μια άμεση κατάπαυση της επιθετικότητας σε μια άνευ όρων αποχώρηση του ρωσικού στρατού». Οπότε, η ΕΕ, όχι μόνο καταδικάζει την εισβολή της 24ης Φεβρουαρίου, αλλά θεωρεί τη ρωσική επίθεση «ένα πολιτικό έγκλημα που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, ένα μόνιμο τραύμα στο διεθνές δίκαιο», συνοψίζει ο Μάουρο, και ως εκ τούτου, λαμβάνοντας αυτό υπόψη, θέτει τις προϋποθέσεις της για τις διαπραγματεύσεις: η επιθετικότητα πρέπει να τερματιστεί και ο ρωσικός στρατός πρέπει να αποχωρήσει από τα ουκρανικά εδάφη που κατέλαβε τους τελευταίους τρεις μήνες. Ωστόσο για να είναι σε θέση να υποστηρίξει την εν λόγω άποψη η ΕΕ είναι απαραίτητη «η ενότητα των ευρωπαϊκών χωρών τόσο σε διπλωματικό όσο και σε στρατιωτικό επίπεδο».

Ο φίλος του Πούτιν

Η δεύτερη στρατηγική γραμμή που ακολουθείται στη Δύση όσον αφορά την εξέλιξη του πολέμου, ραγίζει αυτό το μέτωπο, «με ένα ρήγμα που διέρχεται από την ΕΕ και έχει το επίκεντρό του στη Βουδαπέστη». Πρόσφατα στη Ουγγαρία ο Βίκτορ Ορμπαν κέρδισε τις εκλογές για τέταρτη φορά, αναδεικνύοντας τον εαυτό του ως «ειρηνιστή» που αρνείται την επιβολή κυρώσεων στη Μόσχα και την αποστολή όπλων στην ουκρανική αντίσταση. Ο Μάουρο υπενθυμίζει στο κείμενό του πως τον περασμένο Μάρτιο στον πρωθυπουργό της Ουγγαρίας απευθύνθηκε ο ίδιος ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι: «Βίκτορ ξέρεις τι συμβαίνει στη Μαριούπολη; Μαζικές δολοφονίες. Και διστάζετε να επιβάλετε κυρώσεις; Να επιτρέψετε τη διαμετακόμιση όπλων; Πρέπει να αποφασίσεις με ποιον είσαι». Ο Ορμπαν απάντησε εμμέσως στον Ζελένσκι (αφότου δέχτηκε τα συγχαρητήρια του Πούτιν για την εκλογική του επιτυχία) κάνοντας λόγο για μια νίκη «ενάντια σε όλους, ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, τον Σόρος τα κυρίαρχα ευρωπαϊκά ΜΜΕ και ενάντια στον ουκρανό πρόεδρο».

Καταγράφεται, οπότε, ξεκάθαρα μια ουγγρική διαφωνία στους κόλπους της ΕΕ, με τη Βουδαπέστη να καταδικάζει επίσημα τη ρωσική επιθετικότητα αλλά πρακτικά να τάσσεται υπέρ της απεμπλοκής από την ουκρανική κρίση με το σκεπτικό ότι «ο πόλεμος δεν είναι δικός μας». Ομως με αυτή τη στάση της η Ουγγαρία κινδυνεύει να προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις και στην Ομάδα Βίζεγκραντ καθώς η Πολωνία, η Τσεχική Δημοκρατία και η Σλοβακία υποστηρίζουν (σε αντίθεση με τη Βουδαπέστη που σιωπά) το ουκρανικό αίτημα για ένταξη στην ΕΕ.

Ο «σκληρός» Μπάιντεν

Η τρίτη θέση όσον αφορά το ζήτημα της αλλαγής καθεστώτος στο Κρεμλίνο είναι εκείνη των ΗΠΑ ή μάλλον του Τζο Μπάιντεν. Γιατί αφότου ο αμερικανός πρόεδρος, αναφερθείς στον ρώσο ομόλογό του, δήλωσε στη Βαρσοβία πως αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να παραμείνει στην εξουσία, ο αμερικανός ΥΠΕΞ Αντονι Μπλίνκεν παρενέβη άμεσα για να επισημάνει πως η αλλαγή καθεστώτος στη Ρωσία δεν αποτελεί επιδίωξη των ΗΠΑ. Αλλά το ότι ο Μπάιντεν έχει αποκαλέσει τον Πούτιν «χασάπη» και «εγκληματία πολέμου» καταδεικνύει ότι δεν τον θεωρεί πλέον εν δυνάμει συνομιλητή του.

Αλλο ΗΠΑ, άλλο Ευρώπη

Από την εναντίωση σε αυτήν και άλλες παρόμοιες απόψεις (πρώτος έσπευσε να αποστασιοποιηθεί ο Εμανουέλ Μακρόν) προέκυψε μια τέταρτη θέση σύμφωνα με τη οποία για να βρεθεί μια διέξοδος από την κρίση δεν πρέπει να ταπεινωθεί ο Πούτιν.

Στο πλαίσιο του πολέμου που διεξάγει η Ρωσία στην Ουκρανία οι ΗΠΑ έχουν συγκεκριμένα συμφέροντα που εξυπηρετούν ως υπερδύναμη. Η Ευρώπη δεν είναι υπερδύναμη (τουλάχιστον με τον τρόπο που είναι η Αμερική) οπότε δεν έχει και παρόμοια συμφέροντα, με αποτέλεσμα να υφίσταται μια στρατηγική διαφορά στις απόψεις των δύο πλευρών για την επίτευξη της ειρήνης: οι Βρυξέλλες επιδιώκουν την ειρήνη μέσω διαπραγματεύσεων με τον Πούτιν ενώ ο Λευκός Οίκος αναδεικνύει εμμέσως τη αντικατάσταση του ρώσου ηγέτη ως προϋπόθεση για την επίτευξη της ειρήνης.

Με την πάροδο του χρόνου αυτή η διαφορά μπορεί κάλλιστα να καταστεί σοβαρή διαφωνία, περιπλέκοντας ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Αλλά και μόνο η αποχώρηση των ρωσικών δυνάμεων από την Ουκρανία που απαιτεί η ΕΕ, θα μπορούσε να αποδυναμώσει δραματικά τον Πούτιν στο εσωτερικό της Ρωσίας, τόσο ώστε επέλθει η κατάρρευση του καθεστώτος του.

Το να γίνεται λόγος για αλλαγή καθεστώτος στο Κρεμλίνο που θα επέλθει «ως συνέπεια μιας σειράς στρατηγικών λαθών είναι θεμιτό» από τη στιγμή που ο Πούτιν αποπειράθηκε να επιβάλει με τα όπλα μια αλλαγή καθεστώτος στο Κίεβο. «Κατά πόσο, όμως, είναι ρεαλιστικό;», διερωτάται ο Ετσιο Μάουρο, ολοκληρώνοντας την ανάλυσή του.

Κανείς δεν γνωρίζει ποιος θα μπορούσε να διαδεχθεί τον Πούτιν στην εξουσία, ούτως ώστε να διαχειριστεί την ισορροπία δυνάμεων ανάμεσα στον στρατιωτικό μηχανισμό που ελέγχει τα πυρηνικά όπλα, τους ολιγάρχες που κρατούν στα χέρια τους τον πλούτο της Ρωσίας και τους αποκαλούμενους «siloviki», πρώην υψηλόβαθμα στελέχη της KGB και άλλων υπηρεσιών ασφαλείας, που με τον καιρό κατέστησαν άρχουσα τάξη και ασκούν συστηματικά και σε καθημερινά βάση μια «αστυνομική πολιτική». Αυτοί οι τρεις φορείς έχουν «αντικαταστήσει την πολιτική. Αυτοί θα αποφασίσουν το μέλλον: δίχως τον λαό», καταλήγει ο ιταλός αρθρογράφος.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News