1883
Ο Ντάνιελ Ντέι-Λούις ως Ινδιάνος Χοκάι στον «Τελευταίο των Μοϊκανών» (1992) | Morgan Creek Entertainment/20th Century Fox

Ντάνιελ Ντέι-Λιούις, ένας μεγάλος και εμμονικός ηθοποιός

Protagon Team Protagon Team 1 Δεκεμβρίου 2022, 20:18
Ο Ντάνιελ Ντέι-Λούις ως Ινδιάνος Χοκάι στον «Τελευταίο των Μοϊκανών» (1992)
|Morgan Creek Entertainment/20th Century Fox

Ντάνιελ Ντέι-Λιούις, ένας μεγάλος και εμμονικός ηθοποιός

Protagon Team Protagon Team 1 Δεκεμβρίου 2022, 20:18

Στα τέλη του 1991, ο Ντάνιελ Ντέι-Λούις στεκόταν μέχρι τους μηρούς μέσα σε παγωμένα νερά, στα απομακρυσμένα όρη Μπλου Ριτζ της Βόρειας Καρολίνας. Ωστόσο, οι περισσότεροι βραβευμένοι με Οσκαρ ηθοποιοί θα είχαν στείλει τον κασκαντέρ τους να υποστεί αυτό το μαρτύριο, ή απλώς θα είχαν αρνηθεί να ανεχτούν αυτή την κακομεταχείριση. Να σημειωθεί ότι ο Ντάνιελ Ντέι-Λούις τιμήθηκε τρεις φορές με Οσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου για τις ερμηνείες του στις ταινίες «Το αριστερό μου πόδι» (1989), «Θα χυθεί αίμα» (2008), και «Λίνκολν» (2012).

Αλλά όταν γύριζε το έπος «Ο Τελευταίος των Μοϊκανών», ο Ντέι-Λιούις είχε αφοσιωθεί πλήρως στην εμπειρία, επιμένοντας στην ερμηνεία του Ναθάνιελ «Χόκαϊ» Πο, ανεξάρτητα από τις απαιτήσεις του ρόλου του. Η αφοσίωσή του στον ρεαλισμό, σε συνδυασμό με τον ασυμβίβαστο και εμμονικό σκηνοθέτη Μάικλ Μαν, θα ωθούσε στα άκρα τα σωματικά και τα πνευματικά όρια του βρετανού ηθοποιού, γράφει στην Telegraph ο Αλεξάντερ Λάρμαν.

Στην ταινία το «Αριστερό μου πόδι», το 1989 (Μiramax)

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, λίγοι ηθοποιοί ήταν πιο περιζήτητοι από τον Ντάνιελ Ντέι-Λιούις για έργα κύρους. Το «Αριστερό μου πόδι» (1990) του έφερε το Οσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου για την ερμηνεία του ως Κρίστι Μπράουν: του καθηλωμένου σε αναπηρικό καροτσάκι εξαιτίας εγκεφαλικής παράλυσης, ο οποίος έμαθε να επικοινωνεί με τον κόσμο με το αριστερό του πόδι. Και ο επόμενος ρόλος του δεν θα μπορούσε παρά να είναι εντελώς διαφορετικός (σσ: Ηλθε μάλιστα στην Αθήνα για την ελληνική πρεμιέρα της ταινίας, προσκαλεσμένος από την Εταιρεία Προστασίας Σπαστικών Πόρτα Ανοιχτή). 

Ενας σταρ που προκαλεί προβλήματα

Ωστόσο, ακόμη και σε αυτό το στάδιο, υπήρξαν μουρμούρες ότι η λαμπρή καριέρα του ηθοποιού οφειλόταν μόνο στην ένταση και τη δέσμευσή του στην τέχνη του. Ενώ έπαιζε τον Μπράουν, καθόταν σε αναπηρικό καροτσάκι σε όλη τη διάρκεια της παραγωγής, αρνούμενος να κάνει οτιδήποτε δεν μπορούσε να κάνει ο χαρακτήρας που υποδυόταν, οπότε το προσωπικό έπρεπε να τον μεταφέρει και να τον ταΐζει.

Το 1989, δε, όταν έπαιξε τον «Αμλετ» στο Εθνικό Θέατρο, φέρεται να είδε στη σκηνή το φάντασμα του πατέρα του, του ποιητή Σέσιλ Ντέι-Λούις, με αποτέλεσμα να καταρρεύσει και να αποχωρήσει από την παράσταση. Αν και είχε λάβει τα εύσημα για τον άγριο εκλεκτικισμό των ρόλων, που είχε παίξει το 1985, ερμηνεύοντας τον Σέσιλ Βάις, έναν πλούσιο και αξιοσέβαστο πλην όμως σνομπ άνδρα της εδουαρδιανής εποχής στο «Δωμάτιο με Θέα» του Τζέιμς Αϊβορι, και τον Τζόνι, έναν γκέι σκίνχεντ στο «Ωραίο μου Πλυντήριο» του Στίβεν Φρίαρς, τέθηκε επίσης το ερώτημα: θα έχει διάρκεια ο Ντέι-Λούις;

Στο «Ωραίο μου Πλυντήριο», το 1985 (Working Title Films)

Υστερα από ένα διάστημα μακριά από τον κινηματογράφο και τη θεατρική σκηνή (στην οποία δεν επέστρεψε ποτέ), ο βρετανός σταρ εξέτασε τις επιλογές του στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ηταν μεν ένας βραβευμένος με Οσκαρ ηθοποιός με απαράμιλλο ταλέντο, αλλά από την άλλη έλεγαν ότι προκαλούσε προβλήματα. Η ψυχοθεραπεία που έκανε μετά την κατάρρευσή του στον «Αμλετ», τον ενθάρρυνε, εν μέρει, να επιδιώξει μια νέα πρόκληση.

Η επική περιπέτεια, που είχε στο μυαλό του ο Μάικλ Μαν –μέχρι τότε πιο γνωστός για τη δημιουργία του καλτ «Miami Vice» της δεκαετίας του 1980 και της πρώτης ταινίας του Χάνιμπαλ Λέκτερ «Ανθρωποκυνηγός» (1986)– βασίστηκε στο μυθιστόρημα του Τζέιμς Φένιμορ Κούπερ «Ο Τελευταίος των Μοϊκανών: Μια Ιστορία του 1757», που κυκλοφόρησε το 1826, το οποίο πολλοί μπορεί να το είχαν ακουστά στις αρχές της δεκαετίας του 1990, αλλά λίγοι το είχαν διαβάσει.

Κριτική στην αποικιοκρατία

Ο σκηνοθέτης, ο οποίος σε ολόκληρη την καριέρα του ωθεί τους πρωτοκλασάτους πρωταγωνιστές του πέρα από τα όριά τους, περιέγραψε το έργο σαν «μια ιστορία αγάπης σε εμπόλεμη ζώνη». Εδωσε πολύ διαφορετική κατεύθυνση στην αρχική ιστορία, βάζοντας σε πρώτο πλάνο το ειδύλλιο του Χόκαϊ (Ντέι-Λούις), ενός λευκού παιδιού που υιοθετήθηκε από ιθαγενείς Αμερικανούς, και της Κόρα Μάνρο (Μαντλίν Στόου), της κόρης ενός συνταγματάρχη, και χρησιμοποίησε την ταινία του για να κάνει κριτική στην αποικιοκρατία κατά τον Γαλλοϊνδιανικό πόλεμο του 1757.

Ο Mάικλ Μαν στα γυρίσματα της ταινίας μαζί με τον Στίβεν Γάντινγκτον και τον Ντάνιελ Ντέι Λούις. Ο αμερικανός σκηνοθέτης  προσέγγισε το έργο με απίστευτη αφοσίωση στον ρεαλισμό (Fotos International/Frank Connor/Getty Images)

Δεν ήταν ένα έπος χρονικά εκτεταμένο, αλλά ένα σφιχτά δεμένο δράμα χαρακτήρων, που διαδραματιζόταν μέσα σε ένα δεκαπενθήμερο. Οπως είπε ο Μαν, «το όλο πράγμα συμβαίνει σε δύο εβδομάδες γεμάτες συγκρούσεις. Μια συναρπαστική ιστορία, κάτι σαν την άνοιξη του 1968. Η Γαλλία και η Αγγλία πολεμούν σε αυτό που στην πραγματικότητα  ήταν ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, και κάθε έθνος είναι σύμμαχος με μια διαφορετική φυλή ιθαγενών Αμερικανών. Επιπλέον, μετά από 150 χρόνια λευκής μετανάστευσης, οι Ινδιάνοι αποφασίζουν ότι η συμφωνία τους με τους λευκούς έχει φτάσει σε κρίσιμο σημείο».

Ηταν μια περιοχή διαφορετική, τόσο για τον Μαν όσο και για τον Ντέι-Λιούις, γράφει στην Telegraph ο Αλεξάντερ Λάρμαν, αλλά ο ηθοποιός γοητεύτηκε από τον ρόλο όταν ο διάσημος αμερικανός σκηνοθέτης του περιέγραψε τον Χόκαϊ ως «τον άνθρωπο με τη νέα μουσική». Με άλλα λόγια, το προϊόν δύο αντιφατικών κόσμων, του ινδιάνικου και του ευρωπαϊκού, ικανό να αντιπροσωπεύει ένα νέο είδος Αμερικανού. Δεν ήταν η ενσάρκωση του (ξεχασμένου καουμπόι) Ράντολφ Σκοτ ​​ή του ήρωα των γουέστερν Τζον Γουέιν, αλλά κάτι εντελώς σύγχρονο: «Ηταν η στιγμή λίγο πριν από την “πείνα” για τη γη. Λίγο πριν αρχίσει στην πραγματικότητα η ώθηση των ιθαγενών προς τα μέσα. Ηταν μια εποχή που, για μια στιγμή, οι άνθρωποι ήξεραν πώς να ζουν μαζί. Γνώριζαν την γλώσσα της καθημερινής συνύπαρξης», του είπε.

Μακριά από τη νεύρωση του 20ού αιώνα

Σχολιάζοντας με αυτογνωσία τη σχέση του Χόκαϊ και του ινδιάνου αδελφού του Ούνκας, ο Ντέι-Λιούις δήλωσε: «Ο ήρωας των συνόρων πάντα θεωρούνταν υπαρξιακά μοναχικός, κάποιος που ζει μόνο για να πολεμάει. Αλλά οι πραγματικές ρίζες αυτής της εικόνας του πολεμιστή είναι βαθιά διαφορετικές. Ο ιθαγενής Αμερικανός πολεμιστής χρησιμοποιούσε τη δύναμή του για να υπηρετήσει την οικογένειά του, τη φυλή του και τη ζωή του έθνους του».

Του άρεσε επίσης το concept της πρώτης σκηνής της ταινίας, όπου ο Χόκαϊ συμμετέχει σε κυνήγι άλκης, που δεν θα μπορούσε να είναι πιο διαφορετικό από τους προηγούμενους ρόλους του· έδωσε, ακόμη, στον ηθοποιό την ευκαιρία για ένα είδος σκληρής, εξαιρετικά σωματικής θεραπείας. «Μου άρεσε η ιδέα ενός ανθρώπου που δεν τον είχε αγγίξει η νεύρωση του 20ού αιώνα… μια ζωή που δεν στρέφεται προς τα μέσα», είπε. Ο Μαν, εν τω μεταξύ, επαίνεσε τον σταρ του ως «απίστευτα συγκεντρωμένο και ατρόμητο. Θα κάνει και θα δοκιμάσει τα πάντα».

Ολοι οι ιθαγενείς αμερικανοί ηθοποιοί που συμμετείχαν στην ταινία στρατολογήθηκαν από ιστορικές φυλές (Morgan Creek Entertainment)

Μετά την τεράστια, βραβευμένη με επτά Οσκαρ, επιτυχία του Κέβιν Κόσνερ «Χορεύοντας με τους Λύκους» (1990), γράφει στην Telegraph ο Λάρμαν, τα στούντιο ήθελαν να κάνουν μια ταινία που θα είχε ένα παρόμοιο μείγμα επικής περιπέτειας και κοινωνικής κατανόησης, πολύ μακριά από τα παλιά κλισέ των ταινιών με καουμπόηδες και Ινδιάνους. Ο Μαν –με προϋπολογισμό 40 εκατ. δολαρίων– προσέγγισε το έργο με τη συνηθισμένη, σχεδόν κιουμπρικιανή αφοσίωσή του στον ρεαλισμό. Ολοι οι ιθαγενείς αμερικανοί ηθοποιοί που συμμετείχαν στην ταινία στρατολογήθηκαν από ιστορικές φυλές, με τη συντριπτική τους πλειονότητα να είναι Ινδιάνοι Ιροκουά από την Πολιτεία της Νέας Υόρκης.

Η σχέση μεταξύ του Χόλιγουντ και των ιθαγενών Ινδιάνων ήταν συχνά προβληματική, γεμάτη συγκατάβαση από τη μια πλευρά και δυσαρέσκεια από την άλλη, και ο (τελειομανής) Μάικλ Μαν ήταν αποφασισμένος να μην ξανακάνει τα ίδια λάθη, φροντίζοντας επιπλέον την παραμικρή λεπτομέρεια στη σκηνοθεσία και τα σκηνικά.

Εν τω μεταξύ, ο Ντάνιελ Ντέι-Λούις  γυμναζόταν με έναν fitness trainer  πέντε φορές την εβδομάδα επί έξι μήνες για να αναπτύξει τη σωματική ικανότητα που θα χρειαζόταν η ερμηνεία του Χόκαϊ και μετά πέρασε έναν μήνα στο δάσος της Βόρειας Καρολίνας, ζώντας ουσιαστικά σαν άγριος, προκειμένου να κατανοήσει τη ζωή ενός αμερικανού Ινδιάνου. (Οπως είπε ο γυμναστής του, «είναι πολύ πρόθυμος να κάνει τα πράγματα σωστά».)

O Ντέι Λιούις συνδέθηκε ιδιαίτερα με ένα τουφέκι που το είχε πάντα μαζί του (Morgan Creek Entertainment)

Αποκάλυψε ότι έτρωγε «τεράστιες ποσότητες φαγητού… το οποίο, για μένα ήταν ένα δύσκολο πράγμα» και συνεργάστηκε με τον συνταγματάρχη Ντέιβιντ Γουέμπστερ, έναν πρώην στρατιωτικό των Ειδικών Δυνάμεων, που δίδασκε στους πιλότους δεξιότητες επιβίωσης. Ο Μαν είπε στον Γουέμπστερ για τον πρωταγωνιστή του: «Είναι γιος ποιητή [που] δεν πυροβόλησε ποτέ με όπλο… Χρειάζομαι να του προσδώσεις τις δεξιότητες που θα είχε εκείνη την περίοδο ένας άνθρωπος της φύσης και των συνόρων».

Ο ηθοποιός επισκέφθηκε μαζί με τον Γουέμπστερ το Κέντρο Ειδικών Επιχειρήσεων Many Hawks, όπου διδάχτηκε πώς να χρησιμοποιεί όπλα κάθε είδους, από σύγχρονα τουφέκια εφόδου έως πιο εξειδικευμένο εξοπλισμό της εποχής. Στη συνέχεια υποβλήθηκε σε εντατικά μαθήματα συγκρούσεων και δεξιοτήτων που θα χρειαζόταν ένας επιζών και έγινε ειδικός σε οτιδήποτε, από τον εντοπισμό ζώων, το σφάξιμο και την αφαίρεση του δέρματός τους μέχρι τις μάχες με τόμαχοκ. Συνδέθηκε, μάλιστα, ιδιαίτερα με ένα τουφέκι, που το είχε πάντα μαζί του, ακόμη και στο χριστουγεννιάτικο δείπνο κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων.

Το γυρίσματα κράτησαν τέσσερις μήνες και ήταν τρομερά εξαντλητικά. Για άλλη μια φορά, ο Ντέι-Λιούις δεν βγήκε ούτε στιγμή από τον χαρακτήρα, προς το τέλος, μάλιστα, μόλις που έτρωγε ή κοιμόταν. Αργότερα σχολίασε ότι είχε «ελαφρές παραισθήσεις». Είπε ακόμη: «Δυσκολεύομαι τώρα να βρίσκομαι σε ένα δωμάτιο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Συνήθως μπορώ να το κάνω για περίπου μία ώρα. Επειτα βγαίνω έξω».

Η Μαντλίν Στόου (αριστερά) μίλησε επίσης για τη δύσκολη εμπειρία των γυρισμάτων (Morgan Creek Entertainment)

Παρόμοια δύσκολη ήταν, όμως, η εμπειρία και για τη συμπρωταγωνίστριά του: «Τα γυρίσματα ήταν πολύ δύσκολα για το συνεργείο και τους υπόλοιπους. Συχνά, τους ήταν δυσάρεστα και πολλοί έφευγαν. Αλλά η δυσκολία δημιουργεί επίσης το δικό της είδος ομορφιάς, υποθέτω», είπε αργότερα η Μαντλίν Στόου.

Κάθε ρόλος μια διαφορετική διαδρομή

Μετά την κυκλοφορία της ταινίας, ο Μαν αναδείχτηκε  σε έναν από τους κορυφαίους σκηνοθέτες ταινιών έντονης δράσης του Χόλιγουντ, μερικές από τις οποίες, όπως τα θρίλερ «Heat» (1995) και «Διαδρομή» («Collateral», 2004), θεωρούνται κλασικές, ενώ άλλες, όπως το κυβερνοθρίλερ «Blackhat», έχουν δεχτεί λιγότερο επαινετικές κριτικές. Ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις, όμως, δεν υποδύθηκε ποτέ ξανά ηρωικό χαρακτήρα, παρ’ όλο που στην υπόλοιπη καριέρα του έπαιξε και άλλους έντονα σωματικούς ρόλους, όπως τον Ντάνι Φλιν στο «The Boxer» (1997), πρώην αγωνιστή του IRA ο οποίος μετά την αποφυλάκισή του ξαναγίνεται πυγμάχος, και τον Ντάνιελ Πλέινβιου στο «Θα χυθεί αίμα» (2007).

Λίγο πριν από την κυκλοφορία του «Τελευταίου των Μοϊκανών», όταν ρωτήθηκε από τους New York Times αν ετοιμαζόταν για μια νέα καριέρα ήρωα δράσης του Χόλιγουντ, η απάντησή του προκάλεσε έκπληξη: «Θα έλεγα όχι, σχεδόν απολύτως. Δεν τα πάω καθόλου καλά με τον όγκο πραγμάτων που έχω να αντιμετωπίσω ήδη. Δεν θέλω να το σκέφτομαι, γιατί με καταθλίβει».

Ωστόσο, η άρνησή του να κατηγοριοποιηθεί ταιριάζει τέλεια σε αυτόν, τον πιο ανήσυχο από όλους τους ηθοποιούς, γράφει στην Telegraph ο Αλεξάντερ Λάρμαν. Το 2006 είχε δηλώσει στην εφημερίδα The Independent: «Χαίρομαι πολύ να μαθαίνω κάτι καινούργιο. Είμαι σίγουρος ότι θα μπορούσα να φτάσω στο ίδιο αποτέλεσμα για οποιονδήποτε ρόλο σε μόλις δύο εβδομάδες, αλλά επιλέγω να μην το κάνω». Και όπως απέδειξε με τον «Τελευταίο των Μοϊκανών», αυτό ήταν προς όφελος, τόσο του ίδιου όσο και του σινεμά.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News