«Μonopoly»: Η ψευδαίσθηση ότι είμαστε όλοι μεγιστάνες
«Μonopoly»: Η ψευδαίσθηση ότι είμαστε όλοι μεγιστάνες
Ενα δισεκατομμύριο, ίσως και παραπάνω: αυτός υπολογίζεται πως είναι ο αριθμός των ανθρώπων ανά τον κόσμο που έπαιξαν τουλάχιστον μία φορά στη ζωή τους «Monopoly» από την ημέρα που κυκλοφόρησε το διάσημο επιτραπέζιο παιχνίδι, πριν από 90 χρόνια, τον Φεβρουάριο του 1935.
Σε άρθρο του στη La Repubblica o διακεκριμένος ιταλός μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας Στέφανο Μασίνι (βιβλία του έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά) σημειώνει πως η 90ή επέτειος της κυκλοφορίας του «Monopoly» έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή τα ηνία της Αμερικής τα κρατάει εκ νέου ο «βασιλιάς του real estate», δηλαδή ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος, αφού επέστρεψε στον Λευκό Οίκο άρχισε αμέσως να οραματίζεται φαραωνικά έργα και deals, ακόμη και στη Λωρίδα της Γάζας.
Πριν από περισσότερο από μία εικοσαετία, ο 45ος και 47ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών λάνσαρε το «The Apprendice», ένα επιχειρηματικό ριάλιτι το οποίο προσέφερε στην πραγματική ζωή τη δυνατότητα να πλουτίσει κανείς και να αναδειχθεί επαγγελματικά, επικρατώντας σε ένα παιχνίδι. Οσοι, όμως, δεν μπορούσαν να ελπίζουν πως θα κατάφερναν να συμπεριληφθούν κάποια στιγμή μεταξύ των υποψήφιων «μαθητευόμενων» του μεγιστάνα των ακινήτων, μπορούσαν τουλάχιστον να παίζουν «Monopoly», συντηρώντας έτσι την ψευδαίσθηση ότι θα μπορούσαν και εκείνοι να πλουτίσουν μια μέρα, άμεσα και υπερβολικά.
Αλλωστε την «παιδαγωγική», όπως τη χαρακτηρίζει σκωπτικά ο Μασίνι, διάσταση του επιτραπέζιου παιχνιδιού την αναγνώρισε και ο ίδιος ο Τραμπ, λανσάροντας μια δική του συλλεκτική παραλλαγή (Trump Entertainment Resorts Collector’s Edition), την εποχή, μάλιστα, που καυχιόταν για την ανέγερση ενός νέου, επίσης δικού του, Ταζ Μαχάλ (επρόκειτο για καζίνο και ξενοδοχείο) στο Ατλάντικ Σίτι, μια πόλη που σχετίζεται στενά και με την κυκλοφορία του «Monopoly» όπως το γνωρίζουμε έως σήμερα.
Οπως διαβάζουμε στο The New Yorker, το παιχνίδι σχεδιάστηκε αρχικά το 1903 από τη Λίζι Μαγκί, μια χαρισματική αμερικανίδα φεμινίστρια, ηθοποιό και ποιήτρια. Εκείνη την εποχή τα περισσότερα επιτραπέζια παιχνίδια, όπως και τα περισσότερα μυθιστορήματα για παιδιά, λειτουργούσαν ως μέσα ηθικής διαπαιδαγώγησης. Η Μαγκί ονόμασε το δημιούργημά της «The Landlord’s Game» (Το παιχνίδι του ιδιοκτήτη ή του γαιοκτήμονα), βασιζόμενη στις θεωρίες του Χένρι Τζορτζ, ενός επιδραστικού οικονομολόγου της εποχής, ο οποίος υποστήριζε ότι η γη θα έπρεπε να είναι κτήμα των πολλών και όχι πηγή πλουτισμού για λίγους.
Σταδιακά το παιχνίδι άρχισε να διαδίδεται μεταξύ διάφορων κοινοτήτων της Αμερικής, τα μέλη των οποίων έτειναν να τροποποιούν τους κανόνες ανάλογα με τα δικά τους γούστα και συνθήκες διαβίωσης. Μια παραλλαγή εμφανίστηκε κάποια στιγμή και στο Ατλάντικ Σίτι, όπου μια ομάδα κουακέρων αντικατέστησε τα αρχικά ονόματα των οδών και των περιοχών με τοπωνύμια της δικής τους πόλης. Μια μέρα, τη δεκαετία του 1930, το παιχνίδι έτυχε να παίξει, έπειτα από πρόσκληση ενός φιλικού ζευγαριού, ένας επισκευαστής θερμαστρών ονόματι Τσαρλς Ντάροου, ο οποίος πάλευε να επιβιώσει εν μέσω της Μεγάλης Υφεσης.
Εχοντας ενθουσιαστεί με το παιχνίδι, ζήτησε από τους οικοδεσπότες του να του γράψουν τους κανόνες, ενώ στη συνέχεια προσέλαβε έναν εικαστικό για να σχεδιάσει μια παραλλαγή του, χρησιμοποιώντας τις καθαρές γραμμές και τα χρώματα που το χαρακτηρίζουν έως σήμερα. Στη συνέχεια άρχισε να φτιάχνει χειροποίητα σετ του παιχνιδιού και να τα πουλάει μόνος του σε ένα τοπικό πολυκατάστημα.
Το «Monopoly», όπως μετονόμασε το παιχνίδι, σημείωσε αμέσως τεράστια επιτυχία. «Ενας από τα εκατομμύρια άνεργων Αμερικανών έπαιξε το τελευταίο του χαρτί, τροποποιώντας την ιδέα ενός επιτραπέζιου παιχνιδιού στο πλαίσιο του οποίου τα κτίρια, τα εισοδήματα, τα κεφάλαια και τα δάνεια θα μεταμορφώνονταν στο ακριβώς αντίθετο από ό,τι ήταν εκείνη την περίοδο, δηλαδή από εφιάλτη σε ψυχαγωγία» συνοψίζει ο Στέφανο Μασίνι.
Σύμφωνα με τον ιταλό συγγραφέα, μην έχοντας στον ήλιο μοίρα, ο Τσαρλς Ντάροου σκέφτηκε να δημιουργήσει μια ψευδαίσθηση για μια μεσαία τάξη σε απόγνωση, τα μέλη της οποίας, τουλάχιστον στη διάρκεια μιας παρτίδας, θα μπορούσαν να γίνουν ξαφνικά μεγιστάνες του πλούτου: να ζουν αντί να επιβιώνουν –όχι δουλεύοντας, αλλά ως εισοδηματίες–, να μεθούν από σωρούς ψεύτικων δολαρίων και ως μεγαλοϊδιοκτήτες (αν και μικροσκοπικών και πλαστικών) κατοικιών και ξενοδοχείων, όπως εκείνα που δέσποζαν τη δεκαετία του 1930 κατά μήκος της προκυμαίας του Ατλάντικ Σίτι, αγαπημένου προορισμού τότε των πάσης φύσεως μεγιστάνων του πλούτου. Σε αυτούς περιλαμβάνονταν, φυσικά, και οι αρχιμαφιόζοι – οι οποίοι, μάλιστα, το 1929 είχαν συσκεφθεί εκεί, θέτοντας τις βάσεις για τη δημιουργία ενός παναμερικανικού συνδικάτου του εγκλήματος.
Οταν ο Τσαρλς Ντάροου πούλησε, το 1935, την εκδοχή του στην εταιρεία παιχνιδιών Parker Brothers, είχε υποστηρίξει γραπτώς ότι το «Monopoly» ήταν εξ ολοκλήρου δική του επινόηση. Στελέχη της εταιρείας, όμως, ανακάλυψαν ότι το παιχνίδι προϋπήρχε και προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη. Το Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας των ΗΠΑ χορήγησε, τελικά, στον Ντάροου πατέντα για τη δική του παραλλαγή του παιχνιδιού, ενώ η Parker Brothers, προκειμένου να καλοπιάσει τη Λίζι Μαγκί και να εξασφαλίσει τα δικαιώματα του πρωτότυπου «Landlord’s Game», δεσμεύθηκε να κυκλοφορήσει δύο άλλα πρωτότυπα παιχνίδια της. Κατά την τελευταία απογραφή πριν πεθάνει, το 1948, η Μαγκί είχε καταγραφεί μεν ως «δημιουργός παιχνιδιών», αλλά με ετήσιο εισόδημα «μηδέν δολάρια».
Από τον Φεβρουάριο του 1935 έως τον Φεβρουάριο του 2023 είχαν κυκλοφορήσει περισσότερες από χίλιες παραλλαγές του δημοφιλούς παιχνιδιού, περιλαμβανομένης και εκείνης του Ντόναλντ Τραμπ. «Το μήνυμα, ωστόσο, παραμένει το ίδιο. Τα παιχνίδια είναι συστήματα και, όπως είχε αντιληφθεί η Μαγκί, ένας έξυπνος σχεδιαστής μπορεί να κατευθύνει τους παίκτες προς μια συγκεκριμένη άποψη μέσω της εμπειρίας τους από το σύστημα αυτό. Το “Monopoly”, το οποίο προέκυψε ως κριτική της ιδιοκτησίας, κατέληξε να προωθεί το αμείλικτο κυνήγι του πλούτου και της κερδοσκοπίας» έγραψε πριν από μια διετία ο Σάιμον Πάρκιν στον New Yorker.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
Γράψτε σχόλιο στο: «Μonopoly»: Η ψευδαίσθηση ότι είμαστε όλοι μεγιστάνες
Παρακαλούμε, εισάγετε σχόλια μόνο σχετικά με το θέμα. Σχόλια με υβριστικό περιεχόμενο ή με περιεχόμενο που έρχεται σε αντίθεση με τις οδηγίες και τους όρους χρήσης του protagon.gr δεν θα δημοσιεύονται.Το email σας δεν θα εμφανίζεται.