1390
Η οικογένεια Ρήγα: Τζέιμς, Μάικλ, ο αρχηγός Τζον και ο Τίμοθι | CreativeProtagon/Twitter

Τζον Ρήγας: η δραματική ιστορία ενός Ελληνοαμερικανού

Κική Τριανταφύλλη Κική Τριανταφύλλη 11 Οκτωβρίου 2021, 18:30
Η οικογένεια Ρήγα: Τζέιμς, Μάικλ, ο αρχηγός Τζον και ο Τίμοθι
|CreativeProtagon/Twitter

Τζον Ρήγας: η δραματική ιστορία ενός Ελληνοαμερικανού

Κική Τριανταφύλλη Κική Τριανταφύλλη 11 Οκτωβρίου 2021, 18:30

Ο Τζον Τζέιμς Ρίγκας, ή Ρήγας επί το ελληνικότερον, ξεκίνησε την επιχειρηματική δραστηριότητά του επενδύοντας 300 δολάρια, που δανείστηκε από την ελληνική κοινότητα και τον παππού του, σε μια μικρή τοπική επιχείρηση καλωδιακής τηλεόρασης, για να δημιουργήσει στη συνέχεια την έκτη μεγαλύτερη εταιρεία καλωδιακής τηλεόρασης των ΗΠΑ. Στο απόγειο της δόξας του, όμως, καταδικάστηκε για φορολογική απάτη εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων και πήγε στη φυλακή, ταπεινωμένος στα γεράματά του, επιμένοντας, ωστόσο, μέχρι τέλους ότι ήταν αθώος. Πέθανε στις 30 Σεπτεμβρίου 2021 στο Κούντερσπορτ της Πενσιλβάνια, όπου διέμενε. Ηταν 96 ετών.

Γιος ελλήνων μεταναστών, του Δημητρίου Ρήγα (άλλαξε το όνομά του σε Τζέιμς) και της Ελένης Μπράζα, ο Τζον Ρήγας γεννήθηκε το 1924 στο Γουέλσβιλ της Νέας Υόρκης και είχε τρία αδέλφια, τον Γκας, τη Μέρι και την Κάθριν. Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε στον αμερικανικό στρατό, πριν αναδειχτεί σε έναν από τους επιχειρηματίες που δημιούργησαν τη βιομηχανία της καλωδιακής τηλεόρασης τη δεκαετία του 1950. Μέσα στις πέντε επόμενες δεκαετίες, ο Τζον Ρήγας θα έχτιζε την Adelphia Communications Corporation, μια εξαιρετικά επιτυχημένη οικογενειακή επιχείρηση, η οποία στο αποκορύφωμά της ήταν μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες του είδους, και θα γινόταν δισεκατομμυριούχος. Ηταν πρωτοπόρος πολύ πριν η Comcast, η AT&T και άλλοι μεγάλοι εταιρικοί παίκτες κυριαρχήσουν στην αγορά.

Με την πάροδο του χρόνου, ο Ρήγας έβαλε στην επιχείρηση τους τρεις γιους του, Τίμοθι, Μάικλ και Τζέιμς, και επέκτεινε την εταιρεία στη Νέα Υόρκη, το Νιου Τζέρσεϊ, τη Φλόριντα και την Καλιφόρνια. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, αγόρασε τους Buffalo Sabres, επαγγελματική ομάδα χόκεϊ επί πάγου, μέλος της National Hockey League. Και το 1999, πραγματοποίησε την πιο επικίνδυνη εξαγορά του, πληρώνοντας 5,2 δισ. δολάρια για την Century Communications, τον μεγαλύτερο πάροχο καλωδιακής τηλεόρασης στο Λος Αντζελες, εκείνη την εποχή.

Μέσα σε μια νύχτα, η συμφωνία διπλασίασε το μέγεθος της Adelphia, που καυχιόταν πλέον για 5,6 εκατ. συνδρομητές σε 30 πολιτείες. Ομως, το 2004, και εν μέσω οικονομικών σκανδάλων, που ξέσπασαν σε άλλες εταιρείες, όπως η Enron και η World Com, όπως επισημαίνει η Washington Post, η Adelphia κατέρρευσε, όταν οι ρυθμιστικές αρχές άρχισαν να ερευνούν σκοτεινές λογιστικές πρακτικές της, συμπαρασύροντας στην πτώση της την περιουσία της οικογένειας Ρήγα.

Ο Τζον Ρήγας και ο γιος του, Τίμοθι, οικονομικός διευθυντής της Adelphia, καταδικάστηκαν για χρηματιστηριακή και τραπεζική απάτη, αφού κρίθηκαν ένοχοι για παραποίηση των κερδών της εταιρείας και κατάχρηση ποσού μεγαλύτερου των 3 δισ. δολαρίων από τα κεφάλαια και τα δάνεια της εισηγμένης εταιρείας για προσωπική τους χρήση. Ο άλλος γιος του, ο Μάικλ, παραδέχτηκε την ενοχή του για λιγότερο βαριές κατηγορίες.

Ο Τζον Ρήγας καταδικάστηκε σε φυλάκιση 15 χρόνων και ο Τίμοθι σε 20 χρόνια, αλλά οι ποινές και των δύο μειώθηκαν αργότερα. Ο ελληνοαμερικανός επιχειρηματίας φυλακίστηκε το 2007 σε ηλικία 82 ετών, ενώ έπασχε ήδη από καρκίνο της ουροδόχου κύστης και καρδιακό νόσημα, και αποφυλακίστηκε το 2016, στα 91 του, για ανθρωπιστικούς λόγους, ενώ ο γιος του Τίμοθι αποφυλακίστηκε τον Ιούλιο του 2019 έπειτα από 12 χρόνια κάθειρξης.

Μάικλ, Ελένη, Ντόρις και Τζον Ρήγας με τον Πίτερ Βενέτη, πρώην πρόεδρο της Atlantic Bank της Νέας Υόρκης, θυγατρικής της Εθνικής Τράπεζας, στο Μετροπόλιταν Κλαμπ, στη Νέα Υόρκη, τον Οκτώβριο του 1999. Τρία χρόνια αργότερα ήλθε η πτώση. (Photo by Dimitrios Panagos/Getty Images)
Η κατάρρευση της Adelphia

Η υπόθεση ξεκίνησε το 2001, με μια εκπληκτική αποκάλυψη για τους μετόχους. Σε μια υποσημείωση στην ανακοίνωση των κερδών της, η Adelphia έγραφε ότι υπήρχαν δάνεια εκτός ισολογισμού ύψους 2,3 δισ. δολαρίων προς την οικογένεια Ρήγα. Και τότε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς άρχισε την έρευνα. Οπως έγραψαν οι New York Times, το 2002 οι εισαγγελείς ισχυρίστηκαν ότι η οικογένεια Ρήγα παρουσίαζε στους μετόχους την εταιρεία ως υγιή οικονομικά, αποκρύπτοντας χρέος 2,3 δισ. δολαρίων, ποσό το οποίο είχε «δανειστεί» για προσωπική χρήση. Την ημέρα της αποκάλυψης του σκανδάλου, η μετοχή της Adelphia υποχώρησε στη Wall Street κατά 30%.

Το πρόβλημα μόλις άρχιζε. Η Deloitte & Touche, επί χρόνια λογιστική εταιρεία της Adelphia, αρνήθηκε να υπογράψει την ετήσια έκθεση της εταιρείας στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και τότε οι ήδη καταρρακωμένες μετοχές της Adelphia διαγράφηκαν από το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης. Τον Μάιο του 2002 ο Τζον Ρήγας παραιτήθηκε από πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, επικαλούμενος την ανάγκη για «νέα, ανεξάρτητη ηγεσία». Εναν μήνα αργότερα, η Adelphia υπέβαλε αίτηση πτώχευσης και τελικά χωρίστηκε και εξαγοράστηκε από τις Comcast και Time Warner.

Καθώς οι ερευνητές άρχισαν να «σκάβουν», διαπίστωσαν ότι η Adelphia είχε υπερεκτιμήσει την αύξηση των συνδρομητών και τα κέρδη της. Κατηγόρησαν επίσης την οικογένεια Ρήγα ότι χρησιμοποίησε κεφάλαια της εταιρείας για να αγοράσει μετοχές της Adelphia και πολυτελή συγκροτήματα κατοικιών στο Κολοράντο, το Μεξικό και τη Νέα Υόρκη, ενώ σε μία περίπτωση ξόδεψε 12,8 εκατ. δολάρια για να χτίσει ένα γήπεδο του γκολφ και μια λέσχη κοντά στην έδρα της εταιρείας στο Κούντερσπορτ.

Rigas arrest

24 Iουλίου του 2002, ο Τζον Ρήγας (επάνω) συλλαμβάνεται στο διαμέρισμά του στο Μανχάταν, μαζί με τους γιους του Τίμοθι (κάτω) και Mάικλ. (YouTube)

Στη δίκη του πατέρα και του υιού Ρήγα, που κράτησε πέντε μήνες, μάρτυρες αποκάλυψαν ακόμα πιο άσκοπες δαπάνες: η οικογένεια ξόδεψε 6.000 δολάρια για να στείλει αεροπορικώς ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο στην κόρη του Ρήγα, Ελεν, στη Νέα Υόρκη, ενώ παρουσιάστηκε και μια χρέωση 40.000 δολαρίων για προσωπική μασέζ της οικογένειας. Οπως αναφέρει η Washington Post, οι κατήγοροι είπαν ότι η οικογένεια Ρήγα αντιμετώπιζε την Adelphia σαν το «προσωπικό της ATM».

Ο Τζον Ρήγας, πάντως, δήλωνε αθώος μέχρι τέλους και αρνήθηκε τη μειωμένη ποινή με αντάλλαγμα την παραδοχή της ενοχής του. «Πιστεύω ότι υπάρχει μια στιγμή που δεν μπορείς να κάνεις συμβιβασμούς με τις αξίες σου», είπε στην εφημερίδα USA Today το 2007. «Είναι η παρακαταθήκη μου για τα εγγόνια μου, πρέπει να σταθείς όρθιος, όσο δύσκολο και αν είναι. Και αυτό είναι κάτι που δεν επιδέχεται συμβιβασμούς ή αλλαγές».

Μετά την έφεση και την οριστική καταδίκη, η οικογένεια έπρεπε να μεταβιβάσει περιουσιακά στοιχεία αξίας 1,5 δισ. δολαρίων στην Adelphia.

Ωστόσο κάποιοι στον κλάδο πιστεύουν ότι ο Ρήγας ήταν εν μέρει θύμα κακού timing. Εκείνη την εποχή τα οικονομικά σκάνδαλα σε εταιρείες κολοσσούς όπως οι Enron, WorldCom και Tyco, προκαλούσαν την ανησυχία του κοινού και μέσα στο γενικότερο αρνητικό κλίμα που είχε διαμορφωθεί από τις παρανομίες των επιχειρήσεων, οι οικονομικές παραβάσεις της Adelphia παρουσιάστηκαν μεγαλύτερες από ό,τι ήταν πραγματικά.

«Ηταν μια απόλυτη αποτυχία της Δικαιοσύνης», δήλωσε το 2012 σε συνέντευξή του σχετικά με την καταδίκη του Ρήγα ο Τζον Σ. Μαλόουν, συνάδελφος και πανίσχυρος ανταγωνιστής του, ο οποίος είναι σήμερα πρόεδρος της γιγαντιαίας Liberty Media. «Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πιάστηκε στον ύπνο και ντροπιάστηκε από την Enron και την WorldCom, οπότε με την πρώτη ευκαιρία που τους δόθηκε να καταστρέψουν κάποιον, το έκαναν», είπε.

Το 2014, ενώ ο Τζον Ρήγας ήταν στη φυλακή, πέθανε η επί 63 χρόνια σύζυγός του, Ντόρις Νίλσεν Ρήγας, όμως δεν του επιτράπηκε να παρευρεθεί στην κηδεία. Μετά την αποφυλάκισή του, επέστρεψε στο Κούντερσπορτ, όπου πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του προσπαθώντας να καθαρίσει το όνομα της οικογένειάς του.

Ηταν αξιοσέβαστος πολίτης του Κούντερσπορτ, αφού εκεί είχε ιδρύσει την έδρα της εταιρείας του Adelphia, προσέλαβε εκατοντάδες εργαζομένους από την κοινότητα και πρόσφερε απλόχερα σε τοπικές φιλανθρωπικές οργανώσεις. Ωστόσο, η κοινότητα έμεινε εμβρόντητη από την κατάρρευση της εταιρείας και τη φυλάκισή του και αδρανής.

Η National Hockey League τού αφαίρεσε τη διοίκηση των Buffalo Sabres, αλλά αυτό που καταρράκωσε πραγματικά τον Τζον Ρήγα ήταν η μεταστροφή τόσο της Deloitte, με την οποία είχε μακρά σχέση η Adelphia, όσο και της  Buchanan Ingersoll, νομικής εταιρείας με την οποία συνεργαζόταν για μια δεκαετία και η οποία αρνήθηκε να εκπροσωπήσει την οικογένεια στη δίκη. Επιπλέον, όπως αναφέρουν οι New York Times, ο Τζον Ρήγας ήταν έξαλλος με τον Τζέιμς Ρ. Μπράουν, αντιπρόεδρο οικονομικών της Adelphia, ο οποίος παραδέχτηκε την ενοχή του σε συμφωνία με τους εισαγγελείς και έγινε ο βασικός μάρτυρας κατηγορίας.

Βλέποντας τον εαυτό του σαν τραγικό ήρωα, ο Τζον Ρήγας είπε σε συνέντευξή του στην εφημερίδα USA Today ότι ένιωθε σαν να έπαιζε στην τελευταία σκηνή του γουέστερν «Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές» (1952), στην οποία ο σερίφης αναγκάζεται να αντιμετωπίσει ολομόναχος την συμμορία των κακοποιών. «Ενιωσα σαν να ήμουν ο Γκάρι Κούπερ», είπε, «επειδή συνεχώς οι άνθρωποι λένε “μπορείς να στηρίζεσαι πάνω μας”», αλλά όταν τους χρειάζεσαι πραγματικά, εξαφανίζονται».

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News