2130
Ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ είχε τη φήμη του δύσκολου ανθρώπου τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο | Getty Images / CreativeProtagon

Εννέα πράγματα που (ίσως) δεν ξέρετε για τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ

Protagon Team Protagon Team 24 Σεπτεμβρίου 2022, 08:30
Ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ είχε τη φήμη του δύσκολου ανθρώπου τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο
|Getty Images / CreativeProtagon

Εννέα πράγματα που (ίσως) δεν ξέρετε για τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ

Protagon Team Protagon Team 24 Σεπτεμβρίου 2022, 08:30

Ο ελβετικής καταγωγής γάλλος σκηνοθέτης, ο οποίος έφυγε από τη ζωή με υποβοηθούμενη ευθανασία σε ηλικία 91 ετών, απέκτησε φήμη στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ως μια από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες του γαλλικού κινήματος του κινηματογράφου Nouvelle Vague (Νέο Κύμα), σκηνοθετώντας δεκάδες ταινίες κατά τη διάρκεια μιας καριέρας που κράτησε πάνω από μισό αιώνα. Ο Τομ Πουλ επισημαίνει στο BBC News εννέα πράγματα που χαρακτηρίζουν τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ και όμως δεν είναι ευρέως γνωστά. Ιδού:

1. Αλλαξε το σινεμά «με ένα κορίτσι και ένα όπλο»

Oπως σημείωσε ο New Yorker, ο Γκοντάρ, με αφορμή την προώθηση του «Μια ξεχωριστή συμμορία» («Bande à part», 1964), αναφέρθηκε στον Ντ. Γ. Γκρίφιθ και έγραψε ότι το μόνο που χρειάζεται για να κάνεις μια ταινία, είναι «ένα κορίτσι και ένα όπλο». Το είχε, εξάλλου, αποδείξει με το ντεμπούτο του το 1960: Η πρώτη  μεγάλου μήκους ταινία του, «Με κομμένη την ανάσα» (À Bout de Souffle), στην οποία  πρωτοεμφανίστηκε και ο Ζαν Πολ Μπελμοντό, μαζί με τα «400 χτυπήματα» του Φρανσουά Τριφό και το «Χιροσίμα Αγάπη μου» του Αλέν Ρενέ, που είχαν γυριστεί την προηγούμενη χρονιά, ήταν τα ορόσημα με τα οποία ξεκίνησε το γαλλικό Νέο Κύμα.

Η Πατρίσια, μια ωραία νεαρή Αμερικανίδα (Τζιν Σίμπεργκ), μπλέκει με τον Μισέλ (Μπελμοντό) έναν μικροεγκληματία, ο οποίος απερίσκεπτα πυροβολεί έναν αστυνομικό και τον σκοτώνει. Απελπισμένος και κυνηγημένος, ο Μισέλ φτάνει στο Παρίσι και προσπαθεί να πείσει την Πατρίτσια να το σκάσουν μαζί στην Ιταλία. Εκείνη τον προδίδει και η αστυνομία τον πυροβολεί και τον σκοτώνει στον δρόμο. (Δείτε το trailer της ταινίας «Με κομμένη την ανάσα»)

Το «Με κομμένη την ανάσα» έμοιαζε με αστυνομικό δράμα, αλλά όπως συνέβη στη συνέχεια και με άλλα έργα του Γκοντάρ, η πλοκή ήταν απλώς ένα πλαίσιο για να εξερευνήσει ο πρωτοπόρος σκηνοθέτης την κουλτούρα, να πειραματιστεί με την εικόνα και να εξετάσει τον ίδιο τον κινηματογράφο, γράφει ο Τομ Πουλ στο BBC News.

Η ταινία είχε άμεσο αντίκτυπο, κέρδισε την αναγνώριση και παρά τον πενιχρό προϋπολογισμό της, απέφερε τεράστιο κέρδος. Σχεδόν 60 χρόνια μετά, θεωρείται πλέον κλασική και η ενέργειά της δεν έχει πάψει να ξαφνιάζει.

2. Αψήφησε τις συμβάσεις

Ενα από τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία της ταινίας «Με κομμένη την ανάσα» ήταν το λανσάρισμα της τεχνικής Jump Cut, τόσο στη χρήση της κάμερας όσο και –κυρίως– στο μοντάζ. Η δημιουργοί ταινιών πριν αλλά και μετά το ντεμπούτο του Γκοντάρ προτιμούν σε μεγάλο βαθμό το ομαλό μοντάζ για να δώσουν την ψευδαίσθηση του συνεχούς χρόνου.

Αντίθετα, τα τολμηρά κοψίματα του Γκοντάρ, δίνουν στον χρόνο (και στον χώρο) την αίσθηση του άλματος προς τα εμπρός. Το Jump Cut είναι σοκαριστικό, πράγμα που σίγουρα ήθελε ο Γκοντάρ. Αν μη τι άλλο, τραβάει την προσοχή του θεατή, ενώ έχει ερμηνευτεί και ως αντανάκλαση της πλήξης του Μισέλ ή ως προσπάθεια του Γκοντάρ να αναγκάσει το κοινό του να συλλογιστεί πάνω στη φύση του σινεμά. Σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του, άλλωστε, ο Γκοντάρ έπαιζε με τη γραμματική του κινηματογράφου.

3. Εγραφε ξανά το σενάριο

Η ταινία «Με κομμένη την ανάσα» είχε και άλλες καινοτομίες: τα γυρίσματα έγιναν σε εξωτερικές τοποθεσίες με κάμερα χειρός και ο Γκοντάρ διόρθωνε καθημερινά το σενάριο, δίνοντας στους ηθοποιούς του ατάκες καθώς τους τραβούσε. (Δείτε το trailer της ταινίας «Αλφαβίλ»)

Με τον τρόπο αυτόν, ο πρωτοπόρος του γαλλικού σινεμά έσπασε και την παράδοση που απαιτούσε ταινίες με πολύ μεγάλο προϋπολογισμό να γυρίζονται υπό την επίβλεψη των στελεχών των στούντιο χωρίς να μπορούν  να ξεφύγουν καθόλου από τα μεγάλα συνεργεία και τα αυστηρά πλαίσια των σεναρίων και του storyboarding (τον σχεδιασμό της τελικής μορφής της ταινίας).

Ο Γκοντάρ επινόησε μια νέα τεχνική δημιουργίας ταινιών που μπορεί να ήταν πονοκέφαλος για τους υπόλοιπους εμπλεκόμενους, έδωσε, όμως, στο «Με κομμένη την ανάσα» μεγάλο αυθορμητισμό και μια αίσθηση ντοκιμαντέρ. Στη συνέχεια, θα τη χρησιμοποιούσε σε πολλές ταινίες του, εξοργίζοντας τους ηθοποιούς του, που έπρεπε να εμφανίζονται στο πλατό χωρίς καν να ξέρουν τα λόγια τους.

Αυτό που είδαν ο Γκοντάρ και οι σύγχρονοί του στο Νέο Κύμα ήταν ότι η σφραγίδα των αληθινά σπουδαίων ταινιών ήταν το όραμα του σκηνοθέτη και, πράγματι, δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να έχεις τον έλεγχο μιας ταινίας, από το να τη φτιάχνεις καθώς προχωράει.

4. Μανιώδης σινεφίλ

Ο Γκοντάρ μπορεί να ήταν ο μέγας εικονοκλάστης του Νουβέλ Βαγκ, αλλά προήλθε από έναν χώρο βαθιάς γνώσης και στοργής για το σινεμά. Πριν γίνει σκηνοθέτης, ήταν μανιώδης σινεφίλ, μάλιστα μερικές φορές έβλεπε την ίδια ταινία πολλές φορές μέσα σε μια μέρα, στα κλαμπ που σύχναζε μαζί με άλλους εκπροσώπους του Νέου Κύματος. (Δείτε το trailer της ταινίας «Σαββατοκύριακο»)

Οπως και άλλες μορφές της εποχής του, αρχικά υπήρξε κριτικός, αναπτύσσοντας τις ιδέες του για το τι πίστευε ότι θα έπρεπε να είναι ο κινηματογράφος, τις οποίες μπορούσε να εφαρμόσει και στην πράξη.

Οι ταινίες του είναι γεμάτες αναφορές σε άλλα έργα· έτσι, ακόμη και όταν προσπαθούσε να σπρώξει το μέσο προς τα εμπρός, το έκανε κοιτάζοντας πίσω.

5. Δεν σταμάτησε να καινοτομεί

Η ταινία «Με κομμένη την ανάσα» αρκούσε για να εξασφαλίσει στον Ζαν-Λικ Γκοντάρ μια θέση στην ιστορία του κινηματογράφου, αλλά δεν έμεινε εκεί: προχώρησε σε μια πραγματικά παραγωγική καριέρα. Το IMDB απαριθμεί περισσότερα από 100 έργα του Γκοντάρ, μεταξύ των οποίων ταινίες μικρού μήκους, ντοκιμαντέρ, τηλεοπτικές σειρές και περισσότερες από 40 ταινίες μεγάλου μήκους.

Τα πιο διάσημα και ευρέως διαδεδομένα έργα του ήταν της δεκαετίας του 1960, από το «νεορεαλιστικό μιούζικαλ», όπως αποκαλούσε ο ίδιος την ταινία «Η κυρία θέλει έρωτα» (1961), με τους Ζαν Μορό, Ζαν Πολ Μπελμοντό, Αννα Καρίνα και Ζαν Κλοντ Μπριαλί μέχρι το «Αλφαβίλ» (1965) δυστοπική ταινία επιστημονικής φαντασίας με τους Εντι Κονσταντίν, Αννα Καρίνα και Ακίμ Ταμίροφ, και τη μεταμοντέρνα μαύρη κωμωδία «Σαββατοκύριακο» (1967).

Στο «Σαββατοκύριακό» του, το οποίο σφραγίζει το τέλος της πρώτης περιόδου του δικού του «αστικού σινεμά», ο Γκοντάρ δεν αφήνει τίποτα όρθιο· από την αρχή κιόλας αποδομεί τον γάμο και την αγία οικογένεια, ρίχνει στην πυρά ακόμη και τη λογοτεχνία της Εμιλι Μπροντέ και γίνεται προάγγελός του σαρωτικού κινήματος του Μάη του ’68, του οποίου υπήρξε οπαδός και πρωτοπόρος. (Δείτε το trailer της ταινίας «Μια γυναίκα παντρεμένη»)

Στη συνέχεια ασπάστηκε τον ριζοσπαστισμό στο σινεμά, κάνοντας μια σειρά πολιτικών ταινιών με μαρξιστικά θέματα, που κορυφώθηκε με το πολιτικό δράμα «Ολα πάνε καλά» («Tout Va Bien», 1972), με την Τζέιν Φόντα και τον Ιβ Μοντάν.

Τις δεκαετίες που ακολούθησαν, αφηγήθηκε εκ νέου την Παρθενική Γέννηση στο ερωτικό δράμα «Χαίρε Μαρία» («Hail Mary», 1985), το οποίο έγινε πρωτοσέλιδο μετά τις καταγγελίες του τότε Πάπα Ιωάννη Παύλου Β’· προσπάθησε αλλά απέτυχε να εξασφαλίσει τη συμμετοχή του Ρίτσαρντ Νίξον στον «Βασιλιά Λιρ» (1987), στην ταινία έπαιξαν όμως μεταξύ άλλων ο ίδιος ο Γκοντάρ, ο Νόρμαν Μέιλερ και ο Γούντι Αλεν· γύρισε, επίσης, το «Histoire (s) du cinéma», μια επική προσωπική ιστορία του σινεμά, που άρχισε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και ολοκληρώθηκε το 1988.  Και το 2014, στα 80 του, κυκλοφόρησε τον «Αποχαιρετισμό στη γλώσσα» («Adieu au Langage») μια πειραματική τρισδιάστατη ταινία με πρωταγωνίστρια τη σκυλίτσα του Ρόξι.

6. Εκανε το κοινό να δουλεύει (με το μυαλό του)

Οι ταινίες του Γκοντάρ δεν σε ξεκουράζουν, καθώς κυμαίνονται από προκλητικές έως σχεδόν ακατανόητες. Ο σπουδαίος γάλλος σκηνοθέτης γνώρισε μεν εμπορική επιτυχία, αλλά αργότερα τα έργα του είδαν περιορισμένες κυκλοφορίες, παρά τη λατρεία που τους επιφύλαξαν οι κριτικοί κινηματογράφου.

Πέρα ​​από την αγάπη του για τον κινηματογράφο, ο Γκοντάρ ήταν ένας αδηφάγος αναγνώστης και ο τεράστιος όγκος των αναφορών που κάνει, μπορεί να προκαλέσει σύγχυση. Ο διάρκειας μόλις 70 λεπτών «Αποχαιρετισμός στη γλώσσα», για παράδειγμα, γνέφει στον ρωσικής καταγωγής γάλλο ζωγράφο Νικολά ντε Σταλ, στον μοντερνιστή αμερικανό συγγραφέα Γουίλιαμ Φόκνερ και τον μαθηματικό Λοράν Σβαρτς. (Δείτε το trailer της ταινίας «Η Κινέζα»)

Μια από τις πιο σημαντικές επιρροές του ήταν ο γερμανός δραματουργός Μπέρτολτ Μπρεχτ. Ο Μπρεχτ ήθελε το κοινό του να παραμείνει κριτικά αφοσιωμένο στη δουλειά του, έτσι χρησιμοποίησε μια σειρά από μεθόδους για να ταράζει τους θεατές του και να τους υπενθυμίζει ότι παρακολουθούν κάτι τεχνητό.

Αρκετές από τις ταινίες του Γκοντάρ χρησιμοποιούν επινοήσεις του Μπρεχτ, όπως «Η Κινέζα» (1967), με την οποία ο σκηνοθέτης μπαίνει στην μαοϊκή και, πλέον, ξεκάθαρα πολιτική περίοδό του. Η «Κινέζα», βασισμένη ελεύθερα στους «Δαιμονισμένους» του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, γυρίστηκε στην Ναντέρ, κατοπινό ορμητήριο του «κόκκινου Ντάνι» όπως ήταν γνωστός ο Ντανιέλ Κον Μπεντίτ· και είναι το μανιφέστο του Γκοντάρ για τον Μάη του ’68, με το οποίο ζητάει τον θάνατο κάθε σκουριασμένου μυαλού, και την ακύρωση κάθε σύμβασης, με όπλο του τις καθαρές εικόνες απέναντι σε ασαφείς ιδέες.

7.  Εβαλε τον εαυτό του στην τέχνη του

Σε πολλά από τα έργα του Γκοντάρ, ο πρωταγωνιστής μπορεί να θεωρηθεί εκπρόσωπός του. Στην περίφημη «Περιφρόνηση» ( 1963), με σενάριο βασισμένο στην ομώνυμη  νουβέλα (1954) του Αλμπέρτο Μοράβια, ο Μισέλ Πικολί υποδύεται τον Πολ Ζαβάλ, έναν γάλλο θεατρικό συγγραφέα, που έχει επιφορτιστεί να επεξεργαστεί μια κινηματογραφική μεταφορά της Οδύσσειας του Ομήρου, και η Μπριζίτ Μπαρντό τη σύζυγό του, Καμίλ.

Η ταινία εξερευνά τις εντάσεις μεταξύ εμπορικότητας και δημιουργικότητας, ενώ απεικονίζει επίσης έναν γάμο που διαλύεται, με πρότυπο τη σχέση του Γκοντάρ με την Αννα Καρίνα, σύζυγό του και πρωταγωνίστρια πολλών ταινιών του. (Δείτε το trailer της ταινίας)

Οι χαρακτήρες του είναι συχνά φερέφωνα του εαυτού του, αργότερα μάλιστα, συμμετείχε και ο ίδιος στις ταινίες του. Το 1995 έκανε το αυτοβιογραφικό ντοκιμαντέρ «JLG/JLG – Self-Portrait in December», ενώ στις πειραματικές ταινίες του με πιο πρόσφατη το «Βιβλίο της Εικόνας» (2018) ακούγεται η δική του φωνή.

Το 1969, ο αμερικανός κριτικός Ρότζερ Εμπερτ έγραψε για τον Γκοντάρ ότι είναι «βαθιά στο δικό του σύμπαν», δίνοντας μια καλή εξήγηση για το γιατί οι ταινίες του μπορεί να είναι τόσο χαρακτηριστικές και ταυτόχρονα να προκαλούν θυμό και ματαίωση.

8. Ηταν «καθίκι»…

Οχι αδικαιολόγητα, ο Γκοντάρ είχε τη φήμη του δύσκολου ανθρώπου τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο. Οι δύο γάμοι του, πρώτα με την ηθοποιό Αννα Καρίνα και μετά με την Αν Βιαζέμσκι, ρωσικής καταγωγής γαλλίδα ηθοποιό και συγγραφέα, υπήρξαν θυελλώδεις, κάτι που αποτυπώθηκε και στις ταινίες του.

Εξοργισμένος με το μοντάζ και τις αλλαγές που έκανε ο παραγωγός Ιέν Καριέρ ειδικά στο τέλος του «Sympathy for the devil» (ο αρχικός τίτλος ήταν «1 + 1»), ο Γκοντάρ τον γρονθοκόπησε στο πρόσωπο κατά την προβολή του εκρηκτικού ντοκιμαντέρ στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λονδίνου το 1968. Και έδειξε τη δική του αρχική εκδοχή για το πώς ηχογραφήθηκε το ομώνυμο τραγούδι των Rolling Stones, σε μια δωρεάν προβολή κάτω από μια γέφυρα του Λονδίνου. (Δείτε το trailer του ντοκιμαντέρ)

Ακόμη, ο Γκοντάρ είχε μια τρομερή διαμάχη με τον Φρανσουά Τριφό, φίλο του και επίσης σπουδαίο σκηνοθέτη του Νουβέλ Βαγκ. Το 1973, ο Γκοντάρ επιτέθηκε με ένα γράμμα στον Τριφό για την ταινία του «Αμερικανική νύχτα», ζητώντας του χρήματα για να γυρίσει τη δική του απάντηση. Ο Τριφό τού έστειλε μια έξαλλη απάντηση, κατηγορώντας τον ότι συμπεριφέρεται «σαν καθοίκι» και απαριθμώντας χρόνια ανάρμοστης συμπεριφοράς του Γκοντάρ. Εννοείται πως ο Τριφό αρνήθηκε να χρηματοδοτήσει την ταινία του Γκοντάρ και η σχέση τους δεν επανήλθε ποτέ.

Οι συνεργασίες ήταν άλλο ένα σημαντικό κομμάτι της καριέρας του Γκοντάρ. Οι πρώτες ταινίες του δεν θα ήταν οι ίδιες χωρίς την Καρίνα, τη Βιαζέμσκι ή τον Ζαν-Πολ Μπελμοντό. Δημιούργησε μια στενή συνεργασία με τον αριστερό στοχαστή Ζαν-Πιέρ Γκορέν και τον κινηματογραφιστή Ραούλ Κουτάρ, ο οποίος δήλωσε: «Μπορεί να είναι καθίκι… αλλά είναι ιδιοφυΐα».

Τέλος, από τη δεκαετία του 1970, η σημαντικότερη συνεργασία του ήταν με την τελευταία σύντροφο της ζωής του, την ελβετίδα κινηματογραφίστρια Αν-Μαρί Μιεβίλ.

9. …αλλά και έμπνευση

Οι κινηματογραφικές βιομηχανίες σε όλο τον κόσμο είδαν τη δική τους Νουβέλ Βαγκ. Το America’s New Wave, για παράδειγμα, μας έδωσε έργα όπως τα «Μπόνι και Κλάιντ» (1967) του Αρθουρ Πεν, «Τσάινα Τάουν» (1974) του Ρομάν Πολάνσκι και «Τα σαγόνια του καρχαρία» (1975) του Στίβεν Σπίλμπεργκ. (Δείτε το trailer της ταινίας «Histoire(s) du cinéma»)

Το έργο του ίδιου του Γκοντάρ –προσωπικό, πειραματικό, πολιτικό ή και τα τρία ταυτόχρονα– είχε τεράστιο αντίκτυπο. Ο αμερικανός σκηνοθέτης Κουέντιν Ταραντίνο ονόμασε την εταιρεία παραγωγής του «A Band Apart», ως αναφορά στην ταινία του Γκοντάρ «Bande à part» («Μια ξεχωριστή συμμορία», 1963). Ο ιταλός σκηνοθέτης Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, εξάλλου, του απέδωσε φόρο τιμής με τους «Ονειροπόλους» του.

Η επιρροή του Γκοντάρ διακρίνεται, επίσης, στο ντοκιμαντέρ και τη μυθοπλασία του ιρανού σκηνοθέτη Αμπάς Κιαροστάμι αλλά και στο θεματικά και τυπικά προκλητικό έργο του Δανού Λαρς φον Τρίερς.

Τέλος, τέσσερις ταινίες του Ζαν-Λικ Γκοντάρ –«Με κομμένη την ανάσα», «Περιφρόνηση», «Ο τρελός Πιερό» και «Histoire(s) du cinéma»– μπήκαν στη λίστα του Sight and Sound με τις 50 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News