953
Μέχρι στιγμής έχουμε τρία εμβόλια εγκεκριμένα στη χώρα μας | Shutterstock

Εξηγήσεις: Ποιο εμβόλιο για τον κορονοϊό είναι καλύτερο να κάνω;

Protagon Team Protagon Team 11 Φεβρουαρίου 2021, 16:57
Μέχρι στιγμής έχουμε τρία εμβόλια εγκεκριμένα στη χώρα μας
|Shutterstock

Εξηγήσεις: Ποιο εμβόλιο για τον κορονοϊό είναι καλύτερο να κάνω;

Protagon Team Protagon Team 11 Φεβρουαρίου 2021, 16:57

Μπορεί να μη μας δίνεται η δυνατότητα να επιλέξουμε το εμβόλιο του κορονοϊού που θα κάνουμε, όπως έχει διαβεβαιώσει ο γενικός γραμματέας Πρωτοβάθμιας Φροντίδας του υπουργείου Υγείας Μάριος Θεμιστοκλέους, όμως αυτό δεν σταματά τις συζητήσεις για το ποιο είναι το πιο ασφαλές και το πιο αποτελεσματικό εμβόλιο.

Πώς όμως μπορούμε να αξιολογήσουμε την αποτελεσματικότητα ενός εμβολίου και ποιοι παράγοντες την επηρεάζουν; Τις πέντε βασικές απαντήσεις δίνει σε άρθρο του στον Guardian ο Ανταμ Φιν, καθηγητής Παιδιατρικής στο Εμβολιαστικό Κέντρο Παίδων του Πανεπιστημίου του Μπρίστολ.

Διαφορετικές λοιμώξεις από τον ίδιο ιό

Αν και υπάρχουν γενικές αρχές για την κατανόηση των λοιμώξεων, κάθε μία είναι διαφορετική ως προς την εκδήλωση και τη βαρύτητα των συμπτωμάτων. Και όπως διαπιστώνουμε από τον κορονοϊό, μπορούν να αλλάξουν πολλά σε σύντομο χρονικό διάστημα λόγω μιας μετάλλαξης ή να διαφέρουν από τόπο σε τόπο.

Ακριβώς λόγω αυτών των παραμέτρων, οι επιστήμονες παρακολουθούν συνεχώς την αποτελεσματικότητα των εμβολίων.

Η διαδικασία ονομάζεται «επιτήρηση» και δίχως αυτήν δεν είναι δυνατόν να αναπτυχθούν αποτελεσματικά εμβόλια ή να γίνουν αλλαγές στη σύστασή τους ώστε να προσαρμοστούν σε νέα στελέχη του ιού και να έχουν μέγιστη αποτελεσματικότητα.

Αυτό σημαίνει ότι ακόμη δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποιο είναι το καλύτερο εμβόλιο για κάθε περίπτωση (ηλικία, μεταλλάξεις στην περιοχή κ.λπ.) και ότι επίσης τους επόμενους μήνες θα πρέπει να περιμένουμε οι συμβουλές των ειδικών να αλλάξουν, καθώς με τον εμβολιασμό μεγάλου μέρους του πληθυσμού θα έχουμε νέες πληροφορίες και λεπτομέρειες από τη χρήση τους.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η υπόθεση του εμβολίου της AstraZeneca. Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Φαρμάκων (ΕΜΑ) το ενέκρινε ως αποτελεσματικό για όλες τις ηλικίες. Ωστόσο, οι περισσότερες χώρες που ξεκίνησαν τον εμβολιασμό, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, αποφάσισαν ότι δεν υπάρχουν αρκετά δεδομένα για να γίνεται σε άτομα άνω των 65 ετών.

Λίγες ημέρες μετά τις αποφάσεις, και μερικές πριν από την έναρξη των εμβολιασμών, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) αποφάσισε να προτείνει ως αποτελεσματικό το ίδιο εμβόλιο σε όλους τους ενήλικες (εδώ). Κάτι που μπορεί να αλλάξει και πάλι τα εμβολιαστικά προγράμματα των χωρών.

Τα εμβόλια δεν εγγυώνται πλήρη προστασία

Οι περισσότεροι θα έχουν καλή ανταπόκριση, όμως κάποιοι, παρά τον εμβολιασμό τους, θα παραμείνουν ευπαθείς στη λοίμωξη Covid-19, καθώς ο κάθε οργανισμός αντιδρά διαφορετικά.

Τα εμβόλια συνήθως αποτρέπουν τη σοβαρή λοίμωξη. Θεωρητικά, αυτό θα έπρεπε να αποτελεί απόδειξη ότι είναι αποτελεσματικά σε σοβαρές παθήσεις, αλλά και πολλές λοιμώξεις, μεταξύ των οποίων και η Covid-19.

Ωστόσο, από επιστημονικής απόψεως, απαιτούνται μελέτες σε μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ώστε να αποδειχθεί η ακριβής αποτελεσματικότητά τους.

Σε κάθε πανδημία απαιτούνται άμεσα αντανακλαστικά και τα αποτελέσματα πρέπει να διεξάγονται όσο το δυνατόν συντομότερα.

Επιπλέον, όλες οι μελέτες που έχουν τρέξει μέχρι σήμερα για εμβόλια, έχουν συμπεριλάβει στα αποτελέσματά τους και την πρόληψη σχετικά ήπιων συμπτωμάτων, προκειμένου να έχουν άμεσα αποτελέσματα σε αριθμούς.

Οι εκτιμήσεις αποτελεσματικότητας που αναφέρονται ευρέως για διάφορα εμβόλια από τις κλινικές δοκιμές φάσης 3 περιγράφουν ουσιαστικά την ικανότητά τους να αποτρέπουν ακόμη και μία σχετικά ήπια νόσηση.

«Ετσι, όταν κάποιος κάνει ένα εμβόλιο που έχει αποδειχθεί 80% αποτελεσματικό κατά των συμπτωμάτων της νόσου, η πιθανότητα να νοσήσει σοβαρά θα είναι κοντά στο 100%, αν και κανένα εμβόλιο δεν έχει τόσο υψηλό ποσοστό προστασίας», υποστηρίζει ο δρ Φιν.

Δεν μπορούμε να συγκρίνουμε τους αριθμούς από διαφορετικές κλινικές δοκιμές

Κάθε κλινική δοκιμή θα περιλαμβάνει διαφορετικούς ανθρώπους από διάφορα μέρη του κόσμου, όπου ακόμη και ο ορισμός που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό μιας νόσου ενδέχεται να είναι διαφορετικός.

Ετσι, μόνο όταν δύο εμβόλια συμπεριλαμβάνονται στην ίδια δοκιμή μπορούμε να κρίνουμε με ακρίβεια ποιο λειτουργεί καλύτερα από το άλλο. Κάτι όμως που γίνεται σπάνια και όχι στην παρούσα φάση της πανδημίας, που τα ζητούμενα είναι άλλα.

Και μπορεί να είναι δύσκολο να αντισταθούμε στη σύγκριση μεταξύ πολλών εμβολίων που κυκλοφορούν από τα αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών τους, όμως τέτοιου είδους συγκρίσεις είναι λανθασμένες και παραπλανητικές.

Δεν μπορούμε να συγκρίνουμε κλινικές μελέτες με αποτελέσματα από την κλινική εμπειρία

Οι κλινικές μελέτες πραγματοποιούνται συνήθως σε νέα και υγιή άτομα, με λιγότερα υποκείμενα νοσήματα, που ενδεχομένως θα τα οδηγούσαν στο κρεβάτι κάποιου νοσοκομείου. Αυτό συμβαίνει για να διεξάγονται πιο ομαλά και γρήγορα.

Τα εμβόλια της Covid-19 όμως, στην κλινική πράξη, τα λαμβάνουν τα άτομα που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες, που έχουν πιο ασθενή ανοσολογική αντίδραση και είναι πιο επιρρεπή σε σοβαρές λοιμώξεις.

Στην κλινική δοκιμή, επίσης, οι ειδικοί επιλέγουν ποιος θα κάνει το εμβόλιο και ποιος όχι, κάτι που δεν συμβαίνει στην καθημερινή κλινική πράξη με τους μαζικούς εμβολιασμούς.

Επίσης, στον εμβολιασμό του πληθυσμού είναι φυσικό να προκύψουν άλλα θέματα, που δεν είχαν φανεί στις κλινικές δοκιμές.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η αποτελεσματικότητα ενός εμβολίου στον γενικό πληθυσμό συνήθως είναι πολύ μικρότερη από αυτήν που προκύπτει στις κλινικές δοκιμές.

Τα περισσότερα, αλλά όχι όλα τα εμβόλια, μειώνουν και τη μεταδοτικότητα

Αυτό βοηθά να δημιουργηθεί η επιθυμητή ανοσία αγέλης. Και αυτό είναι σημαντικό διότι καλύπτει πολλά κενά και ατέλειες που έχουν τα προγράμματα μαζικού εμβολιασμού.

Κάποιοι άνθρωποι, επίσης, ενώ κάνουν το εμβόλιο, είτε δεν έχει καμία αποτελεσματικότητα είτε έχει μικρή.

Επίσης, η προστασία συνήθως μειώνεται με την πάροδο του χρόνου και σε κάποιους πιο γρήγορα από κάποιους άλλους.

Σε κάθε περίπτωση, εάν όσοι έχουν εμβολιαστεί δεν εκδηλώνουν καθόλου συμπτώματα της λοίμωξης ή είναι πιο ήπια, τότε ο δείκτης μεταδοτικότητας R μπορεί να παραμείνει κάτω από το 1, που είναι και το ζητούμενο, και η λοίμωξη Covid-19 τελικά να εξαφανιστεί.

Με αυτόν τον τρόπο προστατεύονται έμμεσα και όλοι όσοι δεν μπορούν ή δεν θέλουν να κάνουν το εμβόλιο.

Και αυτός είναι ο βασικός λόγος που περιμένουμε τα αποτελέσματα από τους εμβολιασμούς στον πληθυσμό, ώστε να κατανοήσουμε ποια εμβόλια προστατεύουν καλύτερα από κάποια άλλα.

Δεν είναι τυχαίο ότι το πιο βασικό ερώτημα σε αυτή τη φάση είναι σε ποιον βαθμό τα εμβόλια μπορούν να μειώσουν τη μετάδοση του κορονοϊού.

Αν τελικά μπορούν να το κάνουν αρκετά καλά, τότε αν εμβολιαστεί μεγάλο μέρος του πληθυσμού, θα δημιουργηθεί και το μονοπάτι από το οποίο θα επιστρέψουμε σύντομα στην κανονικότητα.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News