1605
H Ανα ντε Αρμας ως Μέριλιν και στο φόντο o διαβόητος παραγωγός Ντάριλ Φ. Ζανούκ | CreativeProtagon/Νetflix/Getty Images

«Blonde»: Η σκοτεινή ιστορία της Μέριλιν Μονρόε και του «Μίστερ Ζ»

Protagon Team Protagon Team 30 Σεπτεμβρίου 2022, 14:46
H Ανα ντε Αρμας ως Μέριλιν και στο φόντο o διαβόητος παραγωγός Ντάριλ Φ. Ζανούκ
|CreativeProtagon/Νetflix/Getty Images

«Blonde»: Η σκοτεινή ιστορία της Μέριλιν Μονρόε και του «Μίστερ Ζ»

Protagon Team Protagon Team 30 Σεπτεμβρίου 2022, 14:46

Στη «Blonde», την εξαιρετικά αμφιλεγόμενη νέα ταινία του Αντριου Ντόμινικ, που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο της Τζόις Κάρολ Οουτς και μόλις ανέβηκε στο Netflix, η Μέριλιν της Ανα ντε Αρμας κατακλύζεται από την ανεπιθύμητη και επιθετική προσοχή ισχυρών ανδρών, από τον Τζο ΝτιΜάτζιο (Μπόμπι Καναβάλε) μέχρι τον JFK (Κάσπαρ Φίλιπσον). Ωστόσο, υπάρχει και ένας πολύ σκοτεινός χαρακτήρας με την ιδιότητα του παραγωγού και στελέχους στούντιο, τον οποίο ερμηνεύει ο Ντέιβιντ Βαρσόφσκι. Και σε μια σκηνή, που με δυσκολία βλέπεται, παρουσιάζεται να βιάζει τη Μονρόε. Η σκηνή αυτή ήταν εν μέρει υπεύθυνη για την αξιολόγηση NC-17, δηλαδή ταινία «ακατάλληλη για ηλικίες κάτω των 17 ετών», κάτι που σπάνια συμβαίνει σήμερα στις mainstream ταινίες και σίγουρα όχι σε ταινίες του Netflix.

Ο χαρακτήρας είναι ανώνυμος, ονομάζεται απλά «Μίστερ Ζ», αλλά υποτίθεται ότι βασίζεται στον Ντάριλ Φ. Ζανούκ, έναν από τους πιο επιδραστικούς παραγωγούς του 20ου αιώνα, χάρη στον οποίο ξεκίνησε και η καριέρα της Μονρόε. Αναμφισβήτητα, ο Κύριος Ζ παρουσιάζεται στο «Blonde» σαν μια κατάπτυστη και κατακριτέα φιγούρα, που χρησιμοποιεί τη δύναμή του για να επιτίθεται ατιμώρητα σε αθώες γυναίκες. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι ο Ζανούκ βίασε πράγματι τη Μέριλιν, σε κάθε περίπτωση, όμως, η αλήθεια πίσω από τη βασιλεία του τρόμου, που επέβαλε ο παραγωγός, είναι σκοτεινή και ανησυχητική, γράφει στην Telegraph ο Αλεξάντερ Λάρμαν.

Ο Ντάριλ Ζανούκ πέθανε το 1979, σε ηλικία 77 ετών, οπότε και υμνήθηκε σαν ένας από τους αληθινούς βασιλιάδες του Χόλιγουντ. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, από την εποχή του βωβού κινηματογράφου μέχρι τη δεκαετία του 1970, ήταν παραγωγός κλασικών έργων, μεταξύ των οποίων «Ο Τραγουδιστής της Τζαζ» (1927) που τιμήθηκε με Οσκαρ για την προσθήκη ήχου και ομιλίας για πρώτη φορά, η μαύρη κωμωδία «Ολα για την Εύα» (1950) και το πολεμικό έπος «Η πιο Μεγάλη Μέρα του Πολέμου» (1962).

Η Ανα ντε Αρμας και ο Ντέιβιντ Βαρσόφσκι στους ρόλους της Μέριλιν Μονρόε και του Μίστερ Ζ αντίστοιχα (Netflix)

Ως στέλεχος της 20th Century-Fox, ο Ζανούκ απέκτησε φήμη για την παραγωγή ταινιών, που ασχολούνταν με σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα, τα οποία άλλα στούντιο απέφευγαν. Ανάμεσά τους ήταν η «Συμφωνία Κυρίων» (1947), με τον Γκρέγκορι Πεκ στον ρόλο του ρεπόρτερ, που αντιμετωπίζει τον αντισημιτισμό και την προκατάληψη όταν παριστάνει τον Εβραίο για τις ανάγκες μιας σειράς άρθρων, και το ψυχολογικό δράμα «Ο Λάκκος με τα φίδια» (1949), με την Ολίβια ντε Χάβιλαντ να υποδύεται τη σχιζοφρενή στην πρώτη ταινία, που έδειξε πώς είναι ένα ψυχιατρικό άσυλο. Μετά την κυκλοφορία της ταινίας, η μεγάλη φρίκη, που προκάλεσε η απεικόνιση της απανθρωπιάς της κοινωνίας προς τους ψυχικά ασθενείς, οδήγησε 13 πολιτείες των ΗΠΑ να αλλάξουν τους νόμους για θέματα ψυχικής υγείας.

Ο Ντάριλ Ζανούκ μπορεί να θεωρούσε τον εαυτό του καλό, ακόμη και σπουδαίο και πρωτοπόρο στον συχνά άστατο κόσμο της ψυχαγωγίας, χάρη στις διασκεδαστικές αλλά και σημαντικές παραγωγές του, που φώτισαν για πρώτη φορά πτυχές της αμερικανικής ζωής, με έναν τρόπο καθόλου κολακευτικό. Αλλά, όπως γράφει στην Telegraph ο Αλεξάντερ Λάρμαν, καμία από τις ταινίες του δεν αναφέρεται (ούτε καν φευγαλέα) στο κατ’ ευφημισμόν «κάστινγκ του καναπέ»· ήταν ένα χαρακτηριστικό της προσωπικής του ζωής, το οποίο μπορεί να περιγραφεί με ακρίβεια ως συστηματικός βιασμός και κακοποίηση νεαρών γυναικών, που ήθελαν να κάνουν καριέρα ηθοποιού στη λεγόμενη «Χρυσή Εποχή» του Χόλιγουντ.

Η μεταχείριση, που επιφύλασσε στις νεαρές ο διάσημος παραγωγός δεν ήταν σε καμία περίπτωση «χρυσή». Στον Ζανούκ άρεσε να «συναντάει» τις επίδοξες ηθοποιούς, καθημερινά στο γραφείο του μεταξύ 4μμ και 4.30μμ. Μία από αυτές έμεινε έκπληκτη όταν διαπίστωσε ότι ήταν ήδη γυμνός από τη μέση και κάτω, έτοιμος για την απογευματινή του δραστηριότητα.

O παραγωγός Ντάριλ Ζανούκ ανάμεσα σε δύο γυναίκες, κρατώντας στο χέρι το βραβείοPress Club Award, στο Λος Αντζελες το 1954. Ο ίδιος έβλεπε τον εαυτό του σαν «γυναικά» (Earl Leaf/Michael Ochs Archives/Getty Images)

Ο ίδιος έβλεπε τον εαυτό του σαν «γυναικά». Από το 1924 μέχρι το θάνατό του, ήταν παντρεμένος με την πολύπαθη ηθοποιό Βιρτζίνια Φοξ· χώρισαν μεν το 1956 λόγω των συνεχών σεξουαλικών παρεκτροπών του, αλλά είχαν επαφή κι εκείνη τον φρόντισε στα τελευταία του τη δεκαετία του 1970. Υπήρξε διαβόητος για τις προσπάθειές του να προωθεί όμορφες πλην όμως ατάλαντες ηθοποιούς, τις οποίες αποκαλούσε «οι φίλες μου».

H τελευταία προστατευόμενή ήταν η γαλλίδα Ζενεβιέβ Ζιλ, που γνώρισε τον Ζανούκ στα 19 της ενώ εκείνος ήταν 63. Παρά την τεράστια διαφορά ηλικίας,τον έβρισκε ακαταμάχητο: «Η ηλικία του δεν με ενόχλησε. Ηταν υπέροχος, πολύ δυνατός και έξυπνος. Σχετικά με το σεξ, ήταν σαν τον Πικάσο, νομίζω», είπε μετά τον θάνατό του.

Ο Ζανούκ τη διάλεξε για να παίξει  στην κωμωδία «Hello-Goodbye» (1970)· το ότι δεν είχε υποκριτικές ικανότητες δεν τον πτόησε, όπως ούτε και το ό,τι το ταλέντο του παραγωγού τον είχε προ πολλού εγκαταλείψει· ανέλαβε προσωπικά την παραγωγή της ταινίας, που απέσπασε πολύ κακές κριτικές και πάτωσε στο box office.

Mετά τον θάνατό του, η Ζιλ βγήκε πάλι από την αφάνεια, με τον ισχυρισμό ότι ήταν η μόνιμη σύντροφός του μεταξύ 1965 και 1973 και με την απαίτηση 15 εκατ. δολαρίων, που υποτίθεται ότι της άφησε στη διαθήκη του. Δεν πέτυχε κάτι· ωστόσο κάποιος κυνικός μπορεί να σκέφτηκε ότι κέρδισε σίγουρα τα λεφτά της εκείνα τα οκτώ χρόνια.

Ο Ντάριλ Ζανούκ με τη Ζιλιέτ Γκρεκό στο Φεστιβάλ Κανών του 1959 (Keystone-France/Gamma-Rapho via Getty Images)

Η Ζιλ, όπως και οι Μπέλα Ντάρβι, Ζιλιέτ Γκρεκό και Ιρίνα Ντέμικ, στάθηκαν τουλάχιστον σχετικά τυχερές. Σε αντάλλαγμα για την ικανοποίηση των επιθυμιών του Ζανούκ, τους δόθηκε η ευκαιρία να εμφανιστούν σε ταινίες δικής του παραγωγής. Η Γκρεκό, που έπαιξε στον «Ραγισμένο Καθρέφτη» (1960), αδιαφορούσε για Ζανούκ· ήταν μόνο ένας από τους εραστές της -μεταξύ των οποίων και οι Μάιλς Ντέιβις, Κουίνσι Τζόουνς και Αλμπέρ Καμύ· μάλιστα, κατάφερε να του ξεφύγει απολαμβάνοντας στη συνέχεια μια επιτυχημένη καριέρα τραγουδίστριας στη Γαλλία.

Βιασμοί και εκβιασμοί

Οι «έρωτες» του Ζανούκ -αν βέβαια μπορούν να ονομαστούν έτσι- ήταν τουλάχιστον συναινετικοί. Η σχέση του με τη Μέριλιν Μονρόε, όμως, φανέρωσε μια πολύ πιο σκοτεινή και δυσάρεστη πλευρά του. Το 1946, όταν η 20χρονη Νόρμα Τζιν έφτασε στο Χόλιγουντ, είχε ήδη τη φήμη του pin-up girl έχοντας εμφανιστεί σε εξώφυλλα περιοδικών· και ήθελε να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο.

Αναπόφευκτα,  λοιπόν, όπως πολλές άλλες πριν και μετά από εκείνη, οδηγήθηκε στο γραφείο του Ντάριλ Ζανούκ στα Fox Studios για την απογευματινή «σύσκεψη». Η βιογράφος του παραγωγού έγραψε για εκείνα τα ραντεβού ότι «δεν ενδιαφερόταν σοβαρά για καμία από αυτές τις γυναίκες. Γι’ αυτόν ήταν απλώς ευχάριστα διαλείμματα μέσα στη μέρα, όπως το πόλο, το μεσημεριανό γεύμα και τα αστεία».

Η αναμενόμενη συμφωνία, όμως, πάντα ξεκάθαρη στις νεαρές. Αν κοιμόντουσαν με τον Ζανούκ -μία ή περισσότερες φορές- θα μπορούσαν να περιμένουν ένα συμβόλαιο. Αν αρνούνταν, θα έμπαιναν στη μαύρη λίστα όχι μόνο της Fox, αλλά και των άλλων στούντιο, οπότε θα αναγκάζονταν να επιστρέψουν στη μικρή τους πόλη, από όπου είχαν φύγει με τόση ανυπομονησία και όνειρα για μια καριέρα στο Χόλιγουντ.

«Κάποιοι ήταν μοχθηροί και ανέντιμοι. Αλλά ήταν το πιο κοντά στις ταινίες, που μπορούσες να βρεθείς. Και έβλεπες το Χόλιγουντ με τα μάτια τους, έναν υπερπλήρη οίκο ανοχής» είχε γράψει η Μονρόε στα ημιτελή απομνημονεύματά της (M. Garrett/Murray Garrett/Getty Images)

Ο,τι συνέβη, όμως, μεταξύ της Μονρόε και του Ζανούκ δεν ικανοποίησε κανένα από τα δύο μέρη. Ο Μπεν Λάιονς, στέλεχος της Fox, της έκανε ένα δοκιμαστικό, αλλά ο Ζανούκ δεν ενθουσιάστηκε· της έδωσε διστακτικά ένα συμβόλαιο έξι μηνών με την Fox, δήθεν για να την κρατήσει μακριά από τα νύχια του αντίπαλου στούντιο RKO, μάλλον, όμως το έκανε για να του είναι πιστή και να εξασφαλίσει τις σεξουαλικές της χάρες.

Το πώς ένιωσε η νεαρή Μονρόε όταν έγινε «αντικείμενο» αυτού του ηλικιωμένου και ισχυρού άνδρα μπορεί μόνο να υποτεθεί, αλλά σίγουρα η σταρ σκεφτόταν τον Ζανούκ –μαζί με πολλούς άλλους του είδους του– όταν έγραψε στα ημιτελή απομνημονεύματά της «My Story» ότι «Η υποκρισία και η αποτυχία τους ήταν επιθετική. Κάποιοι ήταν μοχθηροί και ανέντιμοι. Αλλά ήταν το πιο κοντά στις ταινίες, που μπορούσες να βρεθείς. Καθόσουν λοιπόν μαζί τους, ακούγοντας τα ψέματα και τις μεθοδεύσεις τους. Και έβλεπες το Χόλιγουντ με τα μάτια τους, έναν υπερπλήρη οίκο ανοχής, ένα γαϊτανάκι με κρεβάτια για άλογα».

Ισως, πάλι η 20χρονη Μονρόε να ήταν ήδη πολύ μεγάλη για τον Ζανούκ, που είχε επίσης κόλλημα με πολύ νεότερες, όπως η Λίντα Νταρνέλ, που ξεκίνησε την καριέρα της στα 15, αν και το τμήμα δημοσίων σχέσεων του στούντιο ισχυρίστηκε ότι ήταν 19 ετών: «Στην αρχή, όλα ήταν σαν παραμύθι που έγινε πραγματικότητα. Μπήκα σε μια υπέροχη χώρα όπου, μέσα σε μια νύχτα, ήμουν σταρ του κινηματογράφου», δήλωσε κάποτε η Νταρνέλ, έχοντας προφανώς πάρει κι αυτή τη θέση της στον καναπέ του Ζανούκ ένα απόγευμα, γεμάτη ελπίδες.

Μετά την άνοδο και την πτώση του Χάρβεϊ Γουάινσταϊν –ό,τι το πιο κοντινό σε έναν Ζανούκ είχε να επιδείξει το Χόλιγουντ επί των ημερών μας– υπάρχει πολύ μεγαλύτερη επίγνωση της κακοήθους και τοξικής επιρροής που μπορεί να έχουν οι ισχυροί άνδρες της βιομηχανίας του κινηματογράφου στις νεαρές γυναίκες.

Ωστόσο, ο Ζανούκ δεν ήταν ο μόνος, επισημαίνει στην Telegraph ο Αλεξάντερ Λάρμαν. Ο Χάρι Κον, συνιδρυτής, πρόεδρος και διευθυντής παραγωγής της Columbia Pictures Corporation, -πιστεύεται ότι σ’ αυτόν βασίστηκε ο χαρακτήρας του παραγωγού Τζακ Γουόλτζ στον «Νονό», που ξυπνά στο κρεβάτι του μέσα στα αίματα με ένα κεφάλι αλόγου δίπλα του– και ο Λούις Μπ. Μάγιερ, παραγωγός και συνιδρυτής της Metro-Goldwyn-Mayer, χρησιμοποίησαν την εξουσία τους για να εξαναγκάζουν νεαρές ηθοποιούς να υποκύπτουν στις ορέξεις τους. Οπως, όμως, μας θυμίζει -πολύ τρομακτικά και οδυνηρά- το «Blonde», μια ολόκληρη βιομηχανία και αμέτρητες κλασικές ταινίες βασίστηκαν σε αυτή την παρακαταθήκη της κακοποίησης.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News