1874
«Ολο αυτό το γυαλί» ήταν η ευχάριστη έκπληξη στη νέα Πινακοθήκη που από όλες τις μεριές επικοινωνεί με την πόλη. Οσο για το εσωτερικό του, υπάρχουν πια μεγάλοι φωτεινοί χώροι για να φιλοξενούν την Τέχνηαν ούς χώρους | CreativeProtagon

«Μπήκαμε» στη νέα Εθνική Πινακοθήκη

«Ολο αυτό το γυαλί» ήταν η ευχάριστη έκπληξη στη νέα Πινακοθήκη που από όλες τις μεριές επικοινωνεί με την πόλη. Οσο για το εσωτερικό του, υπάρχουν πια μεγάλοι φωτεινοί χώροι για να φιλοξενούν την Τέχνηαν ούς χώρους
|CreativeProtagon

«Μπήκαμε» στη νέα Εθνική Πινακοθήκη

Η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει. 8, 7, 6… Μέχρι τις 24 Μαρτίου 2021, που η «νέα» Εθνική Πινακοθήκη θα ανοίξει τις πύλες της, εν μέσω πανδημίας και καραντίνας.

Και μπορεί τα μουσεία, τα θέατρα, οι κινηματογράφοι να είναι κλειστά, όπως και η ίδια  η Πινακοθήκη, από το Μάρτιο του 2013 για τα έργα επέκτασής της, αλλά το γεγονός ότι θα υποδεχτεί τους ξένους επισήμους που τιμούν τη χώρα μας την 25η Μαρτίου 2021 είναι επαρκέστατος λόγος για να μιλήσει στο Protagon η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη. «Φιλοξενώντας» μας, κατά κάποιον τρόπο, στο νέο κτίριο των 20.760 πλέον τετραγωνικών μέτρων. Που στις συλλογές του έχει κάπου 20.000 έργα ζωγραφικής, γλυπτικής, χαρακτικής κ.ά.

Δεν θα μπορούσε, άλλωστε, κάποιος παρά να συμφωνήσει σε μία, τελική, αποστροφή του λόγου της σε αυτή την «ξενάγηση»: «Ένα τόσο μεγάλο έργο ολοκληρώνεται και αποδίδεται εν μέσω πανδημίας».

Μεγάλο, πράγματι. Το αρχικό κόστος του ήταν 45 εκατ. ευρώ, από τα οποία τα 32 εκατ. είχαν εξασφαλιστεί από το ΕΣΠΑ (στο οποίο είχε ενταχθεί από το 2011). Ωστόσο, το τελικό ποσό της συνολικής χρηματοδότησης ανήλθε στα περίπου €60.000.000, από τα οποία τα 17 εκατ. προήλθαν από χορηγίες – τα 13 εκατ. από το Ιδρυμα Σταύρος Σ. Νιάρχος. Τα υπόλοιπα 43 εκάτ. προέρχονται από το Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Αττικής και εθνικούς πόρους του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.

Το έργο καθυστέρησε, από το 2013. «Θα μπορούσε να ολοκληρωθεί το 2016», μου λέει η κυρία Μενδώνη. «Τον Ιούλιο του 2019 παραλάβαμε ένα εργοτάξιο που λίμναζε. Το ΥΠΠΟΑ έπρεπε να συντονίσει τη Διεύθυνση Προστασίας Νεότερης Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς, το μέρος της εργολαβίας που διαχειρίστηκε με τα στελέχη του το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, δηλαδή το κτήριο Β του συγκροτήματος (σ.σ.: στην πλευρά προς το Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών) και τους ανθρώπους της Πινακοθήκης.

Οι αίθουσες με τα εκθέματα: η χαρά του επισκέπτη και ο σεβασμός στον καλλιτέχνη

» Δεν υπήρχε συντονισμός, για να τρέξει αυτό το έργο γρήγορα, αυτό ήταν ευθύνη της ηγεσίας του υπουργείου Πολιτισμού, για να τρέξει το έργο γρήγορα. Τα πράγματα ήταν αφημένα στην τύχη τους. Δεν έπρεπε μόνον να συντονιστούν τρεις φορείς, αλλά και να δίνονται λύσεις επιτόπου. Τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα πηγαίναμε στο εργοτάξιο, με τον Γενικό Γραμματέα Πολιτισμού Γιώργο Διδασκάλου. Το τελευταίο εξάμηνο πυκνώσαμε τις επισκέψεις, για να λύνονται άμεσα τα τεχνικά θέματα. Τις τελευταίες είκοσι ημέρες, στην τελική ευθεία, βρίσκομαι εδώ κάθε μέρα, ίσως και δύο φορές την ημέρα».

Ζητάω ένα παράδειγμα. Μου το δίνει: «Ας πούμε, δεν είχε προβλεφθεί η σύνδεση της Εθνικής Πινακοθήκης με το δίκτυο ομβρίων της πόλης. Δεν υπήρχαν οι άδειες γι’ αυτή τη σύνδεση. Με τούτα και με κείνα φάνηκε η διαφορά τους τελευταίους 20 μήνες».

Ετσι, «γεννήθηκε» ή μάλλον «αναγεννήθηκε» μία Εθνική Πινακοθήκη κοντά 21.000 τ.μ., που «πρόσθεσε» 11.040 τ.μ. στο παλαιό κτίριο των 9.720 τ.μ. Σαράντα πέντε χρόνια μετά τα εγκαίνια του ολοκληρωμένου κτιρίου (1976). Χαρακτηριστικού έργου του μοντερνισμού και χαρακτηρισμένου ως διατηρητέου μνημείου, που σχεδιάστηκε από τους αρχιτέκτονες καθηγητές Νικόλαο Κ. Μουτσόπουλο, Παύλο Μυλωνά και Δημήτρη Φατούρο και θεμελιώθηκε το 1964.

Και 21 χρόνια, αφότου, στο Μιλένιουμ, η Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου γιόρτασε τα 100χρονά της, με διευθύντρια, ήδη από το 1992, την καθηγήτρια της Ιστορίας της Τέχνης Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα.

Στην Εθνική Πινακοθήκη, που ιδρύθηκε με νόμο στις 10 Απριλίου 1900, πρώτος έφορος ήταν ο ζωγράφος Γεώργιος Ιακωβίδης. Ακολούθησε ο λογοτέχνης Ζαχαρίας Παπαντωνίου και το 1949 ο βυζαντινολόγος και τεχνοκρίτης Μαρίνος Καλλιγάς, ο οποίος και συγχώνευσε, με νόμο και πάλι, την Εθνική Πινακοθήκη με το κληροδότημα του νομικού και συλλέκτη Αλεξάνδρου Σούτζου.

Το άνοιγμα της επέκτασης – «αναγέννησης» του κτιρίου, με προσθήκη αρκετών γυάλινων επιφανειών, βρίσκουν τη «νέα» Πινακοθήκη με το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής της ήδη ψηφιοποιημένο και διαθέσιμο στο κοινό. Οχι μόνον έργα των μεγάλων ελλήνων ζωγράφων (ξεκινώντας από τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο – μια λίστα υπάρχει παρακάτω), αλλά και έργα ευρωπαϊκής τέχνης από τους Λορέντζο Βενετσιάνο, Γιάκομπ Γιόρντενς, Λούκα Τζορντάνο, Τζοβάννι Μπατίστα Τιέπολο, Ευγένιο Ντελακρουά.

Γεώργιος Ιακωβίδης, «Παιδική Συναυλία», Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου

«Οι νέοι χώροι», όπως σημειώνει η διευθύντρια Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, «μάς επιτρέπουν να βάλουμε και σχέδια και χαρακτικά, ώστε να έχουμε μια συγχρονική εικόνα τού τι γίνεται και σε άλλες μορφές τέχνης. Επίσης, πρώτη φορά στο υπόγειο, στην αίθουσα των περιοδικών εκθέσεων, πλάι στα δυτικοευρωπαϊκά έργα της συλλογής θα εκτεθούν για πρώτη φορά τα περίφημα χαρακτικά που έχουμε, του Γκόγια, του Ρέμπραντ, του Ντίρερ».

Τους επισκέπτες υποδέχεται η μνημειακού μεγέθους ζωγραφική, πολύπτυχη, σύνθεση του Παναγιώτη Τέτση «Λαϊκή Αγορά», στην αίθουσα υποδοχής «Τέτσης», εμβαδού 910 τ.μ. Εκεί όπου βρίσκεται και κέντρο ψηφιακής πληροφόρησης.

«Μέσα όλα αλλάζουν: Διπλάσιες αίθουσες, γυάλινες προσόψεις, υπερσύγχρονα εργαστήρια συντήρησης, μεγάλοι χώροι περιοδικών εκθέσεων (κοντά 2.000 τ.μ.), αμφιθέατρο 450 θέσεων, αποθηκευτικοί χώροι για 10.000 έργα. Ολα με προδιαγραφές που έδωσαν οι άνθρωποι της Πινακοθήκης. Και στον τρίτο όροφο, χώρος εστιατορίου, που μοιάζει να ίπταται πάνω από την Αθήνα, με θέα στο Λυκαβηττό. Με αυτόνομη είσοδο, ώστε να μπορεί να λειτουργεί ανεξαρτήτως του ωραρίου της Πινακοθήκης. Ολα αυτά εντάσσουν την Εθνική Πινακοθήκη στο χάρτη των ευρωπαϊκών πινακοθηκών», εκτιμά η κυρία Μενδώνη.

Η αλλαγή θα συντελεσθεί και στον περιβάλλοντα χώρο, «που ασφυκτιούσε παλιά. Ο χώρος αυτός προσφέρεται και στην Πινακοθήκη και στην πόλη. Φέρνει ξανά το υδάτινο στοιχείο του Ιλισσού, που θα είναι εμφανές στο πάρκο. Εκεί, στήνονται και γλυπτά.

» Το μεγάλο πλεονέκτημα του κτιρίου είναι ότι από παντού επικοινωνεί με την πόλη. Υπάρχει μια ράμπα από το υπόγειο έως τον τρίτο όροφο, από την οποία μπορεί κάποιος να ανεβαίνει και να μπαίνει στις αίθουσες έχοντας συνεχή οπτική επαφή με την πόλη, γύρω».

Αν θέλατε να εξηγήσετε σε κάποιον επισκέπτη γιατί είναι σημαντικές οι συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης, τι θα του λέγατε;

«Ότι οι συλλογές είναι, πραγματικά, πολύτιμες και δείχνουν την παράλληλη πορεία της ελληνικής τέχνης με το ελληνικό κράτος από το 1830 και εξής. Σκεφθείτε ότι στην παλαιά Πινακοθήκη δεν μπορούσαν να εκτεθούν περισσότερα από 380 έργα και πλέον υπάρχει η δυνατότητα να εκτίθενται περίπου 1.000,  συμπεριλαμβανομένων των χαρακτικών, που για πρώτη φορά εκτίθενται σε βιτρίνες.

»Θα βλέπει κάποιος, μάλιστα, τα έργα για πρώτη φορά στημένα στο σωστό ύψος, με τη σωστή απόσταση μεταξύ τους. Οι προδιαγραφές φωτισμού, που όρισε η Πινακοθήκη, δίνουν μια τελείως διαφορετική εικόνα. Συντηρήθηκαν επίσης έργα για πρώτη φορά και φωτίστηκαν, με κάθε έννοια».

Τους επισκέπτες υποδέχεται η μνημειακού μεγέθους ζωγραφική, πολύπτυχη, σύνθεση του Παναγιώτη Τέτση «Λαϊκή Αγορά» (1979-1982)

Ποια έργα επιλέγετε εσείς; Με υποκειμενικό κριτήριο, φυσικά.

«Για μένα, πιο γοητευτική είναι η Αίθουσα του Νίκου Χατζηκυριάκου – Γκίκα. Είναι κάτι μοναδικό. Λένε πάρα πολλά τα έργα του. Δεν μπορώ, όμως, να μην σταθώ και μπροστά στην τοιχογραφία, που αποκολλήθηκε από το σπίτι του Φώτη Κόντογλου. Ή μπροστά στην “Παιδική συναυλία” του Γεωργίου Ιακωβίδη». (Πρόκειται για ένα έργο που παρουσιάστηκε, το 1900, στην Παγκόσμια Εκθεση του Παρισιού, θεωρήθηκε το σημαντικότερο της ελληνικής συμμετοχής).

Η κυρία Μενδώνη μιλάει για «απόλυτα σύγχρονες προδιαγραφές, που εγγυώνται και προστασία και ανάδειξη», μέσα στο καινούργιο φως και με καινούργιο τρόπο, λίγο πριν από την συμβολική ξενάγηση των ξένων ηγετών» (εν μέσω πανδημίας, όπως είπαμε, και δίχως ακόμη πρόσβαση για το κοινό). Μου μιλάει για τις – κοστοβόρες – ειδικές μεμβράνες, που τοποθετήθηκαν στην οροφή προκειμένου να εξασφαλίσουν σωστό φωτισμό.

Δεν υπήρξαν αστοχίες στο έργο;

«Να τελειώσει το έργο και να γίνει η αποτίμησή του. Αν χρειαστεί, θα υπάρξουν και διορθώσεις. Θα είναι μία περίοδος δοκιμής που θα γίνει έλεγχος και κριτική ώστε να διορθωθούν τυχόν αστοχίες».

Ποια είναι η ευχάριστη έκπληξη στη «νέα» Πινακοθήκη;

«Το ίδιο το κτίριο. Κάποια στιγμή υπήρξε συζήτηση για το κατά πόσο θα βοηθήσει όλο αυτό το γυαλί, κατά πόσο είναι μοντέρνο κ.λπ. Η σύνδεση της επέκτασης με το παλιό κτίριο, το οποίο σημειωτέον είναι χαρακτηρισμένο ως μνημείο, δεν δίνει την αίσθηση του ξένου σώματος. Το δε διάφανο μέρος του κτιρίου δεν μπουκώνει το τοπίο.

»Η ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη, όμως, όταν βρίσκεσαι μέσα στο κτίριο, είναι η συνομιλία με την πόλη. Η ορατότητα προς την Ακρόπολη ή τον Πειραιά. Σκεφθείτε, ότι με το νέο μουσείο του Ιδρύματος Ελίζας και Βασίλη Γουλανδρή, το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και, τώρα, με την Πινακοθήκη υπάρχει μία μεταξύ τους συνομιλία. Η Αθήνα διεκδικεί διεθνώς μια καλή θέση στο χώρο αυτών των μουσείων».

Η Λίνα Μενδώνη ξεναγεί τον Επίτροπο Μαργαρίτη Σχοινά στους χώρους της Πινακοθήκης

Λένε όλα αυτά κάτι για έναν ξένο επισκέπτη;

«Κατά τη γνώμη μου, ένας φιλότεχνος παρακολουθεί και τη ζωγραφική που δεν του είναι γνωστή. Από τα έργα της ελληνικής τέχνης διδασκόμαστε και εμείς, αλλά και ο ξένος επισκέπτης μπορεί να γνωρίσει την τέχνη που δεν ξέρει. Και να ανακαλύψει ότι η ελληνική ζωγραφική αυτών των περιόδων (σ.σ.: οι συλλογές της Πινακοθήκης στεγάζουν έργα από το 1600, από τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο μέχρι σήμερα) δεν είναι ξεκομμένη από τα ευρωπαϊκά ρεύματα».

Ένας Έλληνας μπορεί να είναι περήφανος, για όλα αυτά;

«Ναι. Διότι μπορεί να διαβάσει αυτή την τέχνη, που δεν είναι αρχαία και βυζαντινή, αλλά συμβαδίζει με την πορεία του νέου ελληνικού κράτους. Ακόμη και οι παλιοί επισκέπτες της Πινακοθήκης θα έχουν να διδαχθούν και να ψυχαγωγηθούν. Αν σκεφθείτε ότι μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο, όταν άνοιξε για λίγο το ΕΜΣΤ, είχαμε 3.000-3.500 επισκέπτες, δείχνει ότι το ελληνικό κοινό θέλει να έχει επαφή με την τέχνη.

» Θα είναι ακόμη περήφανος διότι ένα τόσο μεγάλο έργο ολοκληρώθηκε και αποδίδεται εν μέσω πανδημίας. Και, τέλος, επειδή θα έχει, όταν ανοίξει στο κοινό η Πινακοθήκη, να δει κάτι καινούργιο και κάτι όμορφο καινούργιο».

Οι ελληνικοί θησαυροί της Πινακοθήκης

Επέλεξα, με χρονολογική και θεματική σειρά, μερικά από τα πλέον γνωστά και τα, προσωπικά, πιο ενδιαφέροντα και αγαπημένα έργα από τις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης:

«Η συναυλία των Αγγέλων (1608-1614), «Η ταφή του Χριστού» (1568-1570) και «Αγιος Πέτρος» (1600-1607) του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου (1541 – 1614) ή Ελ Γκρέκο.

«Η προσκύνηση των ποιμένων» (τέλη 17ου αιώνα) του Στέφανου Τζαγκαρόλα.

«Το “γενέσιον” της Θεοτόκου» (1753-1754) του Νικολάου Δοξαρά.

«Κοπέλα στο παράθυρο» (1877) του Κεφαλλονίτη Γεωργίου Αβλιχου.

«Πρωτομαγιά στην Κέρκυρα» (1875-1880) του Χαράλαμπου Παχή.

Βρυζάκης Θεόδωρος (1814 ή 1819 – 1878) Η Ελλάς ευγνωμονούσα» (1858), «Η υποδοχή του Λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι» (1861) και «Ο αποχαιρετισμός στο Σούνιο» (1863) του Θεόδωρου Βρυζάκη.

«Η Ακρόπολη» (1860) και «Η πύλη των Λεόντων πριν από τις ανασκαφές» (1882) του Vicenzo Lanza ή Βικέντιου Λάντσα.

«Εξω από το λιμάνι» (1872) και «Πριν από την καταιγίδα» (1883-1885) του Κωνσταντίνου Βολανάκη.

«Γιάντες» (1878), «Εαρινή Συμφωνία» (1886) και «Μετά την καταστροφή των Ψαρών» (1896-1898) του Νικολάου Γύζη.

«Τα πρώτα βήματα» (1892), «Η αγαπημένη της γιαγιάς» (1893) και «Παιδική Συναυλία» ή «Κοντσέρτο» (1900) του Γεωργίου Ιακωβίδη.

«Επιστροφή από το πανηγύρι» (1865-1872), «Γαλατάς σε ώρα ανάπαυσης» (1895) και «Το ψάθινο καπέλο» (1925) του Νικηφόρου Λύτρα.

Πρώιμο «Γυμνό» (1877) του Πολυχρόνη Λεμπέση.

«Μυστράς» (πριν το 1931) του Παύλου Καλλιγά.

«Εμπρός στο τζάκι», γυμνό του 1910 – 1912 από τη Σοφία Λασκαρίδου.

«Το λιμάνι της Καλαμάτας» (1911), «Μάχη του Ηρακλή με τις Αμαζόνες» (1921 – 1927) και ο κυκλικός, μνημειακός, «Ο Χριστός» (π. 1900) του Κωνσταντίνου Παρθένη.

«Μέθανα» (1918-1920), από τον μοντερνιστή Κωνσταντίνο Μαλέα.

«Η ωραία Αδριάνα των Αθηνών» (1930) του Θεόφιλου (Χατζημιχαήλ).

«Ψάρι που τρυπά άλογο και γυναικεία μορφή πάνω σε βράχο» (1935) του Γεωργίου Γουναρόπουλου.

«Ο ζωγράφος με τον Νίκο Νικολάου» (1937), ο αφαιρετικός «Διάλογος» (1974) και οι Επιτύμβιες Συνθέσεις του Γιάννη Μόραλη.

«Ο κυνηγός» (1924) του Δημητρίου Γαλάνη.

«Γλέντι στο ακρογιάλι» (1931), «Ουσία και σκιά» (1938) και το πολύχρωμο «Αθηναϊκό μπαλκόνι» (1955) του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα.

«Χορεύτριες» (1936) και εξπρεσιονισμός από το Γιώργο Μπουζιάνη.

«Νταντάδες στον Βασιλικό κήπο» (1935 – 1940) του Θεόφραστου Τριανταφυλλίδη.

«Ναύτης» (1938) του Γιάννη Τσαρούχη.

«Σύνθεση» με τα ανθρωπάκια του Γιάννη Γαΐτη (1975).

«Χώρος ενός επιπέδου. Αναφορά στον ντε Κίρικο II» (1978) της Όπυς Ζούνη.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News