2518
Ο Ντάγκλας Λάτσφορντ έκανε τεράστια περιουσία εξάγοντας παράνομα και πουλώντας σε μουσεία και συλλεκτες λεηλατημένες αρχαιότητες από ναούς της Καμπότζης | CreativeProtagon

Αρχαίοι θησαυροί της Καμπότζης σε offshore 

Κική Τριανταφύλλη Κική Τριανταφύλλη 6 Οκτωβρίου 2021, 15:10
Ο Ντάγκλας Λάτσφορντ έκανε τεράστια περιουσία εξάγοντας παράνομα και πουλώντας σε μουσεία και συλλεκτες λεηλατημένες αρχαιότητες από ναούς της Καμπότζης
|CreativeProtagon

Αρχαίοι θησαυροί της Καμπότζης σε offshore 

Κική Τριανταφύλλη Κική Τριανταφύλλη 6 Οκτωβρίου 2021, 15:10

Τον Ιανουάριο του 2021, με μια άκρως συναισθηματική ανακοίνωση, η κυβέρνηση της Καμπότζης εξέφρασε την ειλικρινή ευγνωμοσύνη της στη Βρετανοταϊλανδή, Τζούλια Λάτσφορντ, για την απίστευτα γενναιόδωρη και τεράστιας πολιτιστικής σημασίας προσφορά της στη χώρα.

Λίγους μήνες νωρίτερα, τον Αύγουστο του 2020, όταν πέθανε ο Ντάγκλας Λάτσφορντ σε ηλικία 88 ετών, η κόρη του, Ναουάπαν Κρίανγκζακ, –όπως είναι το ταϊλανδικό όνομα της Τζούλια Λάτσφορντ, που το προτιμά θέλοντας να προστατεύσει την ιδιωτική ζωή της οικογένειάς της- κληρονόμησε μια πολύτιμη συλλογή 125 αρχαιοτήτων, με υπέροχα αγάλματα από ψαμμίτη, χρυσά και χάλκινα ειδώλια, από την περίοδο της δυναστείας των Χμερ. Και τη δώρισε, ολόκληρη, στο κράτος της Καμπότζης.

Οπως γράφουν οι New York Times, η κυρία Κρίανγκζακ δήλωσε ότι αυτή η μοναδική και εκθαμβωτική συλλογή, η αξία της οποίας φαίνεται ότι υπερβαίνει τα 50 εκατ. δολάρια, είναι για την ίδια ένα τεράστιο βάρος και δεν μπορεί να αντέξει την επιμέλεια και τη συντήρηση των πολύτιμων αντικειμένων. Η 50χρονη δικηγόρος αποφάσισε, λοιπόν, να επιστρέψει ολόκληρη τη συλλογή του πατέρα της στην Καμπότζη, όπου ανήκει και μπορεί να μελετηθεί από ιστορικούς της εποχής των Χμερ και να παρουσιαστεί σε ένα νέο μουσείο, που θα χτιστεί στην Πνομ Πενχ.

Η υπουργός Πολιτισμού της Καμπότζης, Φέουρνγκ Σακόνα, δήλωσε: «Η ευτυχία δεν αρκεί για να συνοψίσει τα συναισθήματά μου … Είναι μαγικό συναίσθημα το να γνωρίζω ότι επιστρέφουν». Και χαρακτήρισε την κυρία Κρίανγκζακ «πολύτιμη και ανιδιοτελή και όμορφη»…

Ωστόσο πίσω από τις εθιμοτυπικές ευγένειες κρύβεται μια επαίσχυντη πραγματικότητα, γράφει ο Guardian:  κατά τη διάρκεια πολλών δραματικών δεκαετιών στην Καμπότζη, η εκπληκτική πολιτιστική κληρονομιά της, ιερές αρχαιότητες που χρονολογούνται από τον ένατο αιώνα, λεηλατήθηκαν ανελέητα και πωλήθηκαν σε όλο τον κόσμο.

Ο συλλέκτης Ντάγκλας Λάτσφορντ στο διαμέρισμά του, στην Μπανγκόκ (Bangkok Post)

Είναι οι δεκαετίες, που ο Ντάγκλας Λάτσφορντ κυριαρχούσε στην πολιτιστική σκηνή της Καμπότζης ως ειδικός και ευεργέτης. Ηταν μια ρομαντική φιγούρα, ένας bon viveur Αγγλος, εγκατεστημένος στην Μπανγκόκ, εξερευνητής ναών της ζούγκλας, ένας λόγιος και γνώστης, μαγεμένος από τις εκπληκτικές λεπτομέρειες της αρχαίας γλυπτικής, γράφει η Washington Post. Προκειμένου να ικανοποιήσει την περιέργειά του, πετούσε με ελικόπτερο σε απομακρυσμένες περιοχές της Καμπότζης, όπου υπήρχαν αρχαίες πόλεις της Δυναστείας των Χμερ, διακινδυνεύοντας να πέσει σε ναρκοπέδια. Και ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1970, συγκέντρωσε μια από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές συλλογές στον κόσμο με θησαυρούς των Χμερ, κυρίως ινδουιστικά και βουδιστικά γλυπτά, δείγματα ενός πολιτισμού που άνθισε στη Νοτιοανατολική Ασία πριν από χίλια χρόνια.  Εγραψε μάλιστα -μαζί με άλλους- τρία βιβλία για τα αντικείμενα των συλλογών του.

Λίγο πριν πεθάνει, όμως, ο  Ντάγκλας Λάτσφορντ κατηγορήθηκε για εκτεταμένη εμπορία λεηλατημένων αρχαιοτήτων και άλλα ποινικά αδικήματα. Από τη βάση του στη Μπανγκόκ, γράφουν στον Guardian οι Ντέιβιντ Κον και Μαλία Πόλιτζερ, ο βρετανοταϊλανδός συλλέκτης αγόραζε αγάλματα από οργανωμένες σπείρες, για τα οποία φέρεται ότι γνώριζε πως τα είχαν λεηλατήσει από αρχαιολογικούς χώρους της Καμπότζης  και στη συνέχεια κέρδιζε εκατομμύρια πουλώντας τα μέσω εμπόρων κύρους και δημοπρασιών στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη και αλλού. Πολύτιμες αρχαιότητες της κληρονομιάς των Χμερ κατέληξαν σε μεγάλα μουσεία και κατοικίες πλουσίων, και τώρα η Καμπότζη, με τη βοήθεια της αμερικανικής κυβέρνησης, επιδιώκει την επιστροφή τους.

Ο Γιουκ Τσανγκ, διευθυντής του Κέντρου Τεκμηρίωσης της Καμπότζης, το οποίο διατηρεί αρχεία για τη γενοκτονία στα «πεδία μαζικών δολοφονιών», που διαπράχθηκε από το καθεστώς των Ερυθρών Χμερ μεταξύ 1975 και 1979, λέει ότι η επιστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς της είναι το κλειδί για την επανόρθωση της χώρας. «Η Καμπότζη εξακολουθεί να αναζητά την ταυτότητά της, η οποία έχει εξαλειφθεί από τη γαλλική αποικιοκρατία, τον πόλεμο και τη γενοκτονία, για πολλές δεκαετίες», δήλωσε ο κ. Τσανγκ. «Η πολιτιστική και θρησκευτική κληρονομιά είναι μια μορφή της ταυτότητάς της και όλα τα σπασμένα κομμάτια πρέπει να επανέλθουν στη θέση τους».

Φωτογραφία από το εξώφυλλο βιβλίου του Λάτσφορντ με γλυπτό από ψαμμίτη του θεού Σίβα και του γιου του Σκάντα, το οποίο η κόρη του υποσχέθηκε να επιστρέψει στο Εθνικό Μουσείο της Πνομ Πενχ ( Matthew Hollow, Royal Government of Cambodia)
Παγκόσμια λεηλασία

Η πολυετής καριέρα του Ντάγκλας Λάτσφορντ δημιουργεί τεράστια ερωτήματα σχετικά με ιερές κληρονομιές, που λεηλατήθηκαν και από άλλες χώρες για να προβληθούν θριαμβευτικά στη Δύση. Τα Pandora Papers, που διέρρευσαν στη Διεθνή Κοινοπραξία Ερευνητικών Δημοσιογράφων (ICIJ), αποκαλύπτουν τώρα ένα άλλο κομμάτι της αυτοκρατορίας του συλλέκτη αρχαιοτήτων των Χμερ: ο Λάτσφορντ χρησιμοποίησε trust και offshore εταιρείες σε φορολογικούς παραδείσους για να περάσει τα περιουσιακά του στοιχεία -συμπεριλαμβανομένων των αρχαιοτήτων- στην κόρη του χωρίς να υπόκεινται σε φόρο κληρονομιάς στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Στο πλαίσιο της παγκόσμιας έρευνας, στην οποία συμμετείχαν 600 άτομα από 150 μέσα ενημέρωσης ανά τον κόσμο (μεταξύ άλλων από τις Washington Post, ΒΒC, Guardian, Radio France, Indian Express κ.α.) εξετάστηκαν από κοινού έγγραφα, που διέρρευσαν από 14 παρόχους υπηρεσιών για offshore εταιρείες.

Εγγραφα ενός από αυτούς τους παρόχους δείχνουν πως ο Λάτσφορντ δημιούργησε δύο trusts (καταπιστεύματα) στο Βαϊλάτο του Τζέρσεϊ, που πήραν το όνομά τους, και τα δύο, από ινδουιστικούς θεούς: το Skanda Trust το 2011 και το Siva Trust το 2012. Η Τζούλια Λάτσφορντ και άλλα μέλη της οικογένειας του συλλέκτη ήταν δικαιούχοι ενώ η Λάτσφορντ ήταν επιπλέον και διαχειρίστρια του Skanda Trust. Αλλος διαχειριστής ήταν μια εταιρεία, η Skanda Holdings (PTC) Limited, εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, με διευθυντές τον Ντάγκλας Λάτσφορντ και τον σύζυγό της Τζούλια, Σάιμον Κόπλεστον.

Τα έγγραφα αποκαλύπτουν ότι το Skanda Trust είχε λογαριασμούς σε άλλες offshore, συμπεριλαμβανομένης της Rathbones, μιας εταιρείας διαχείρισης πλούτου στο Τζέρσεϊ, όπου τοποθετήθηκαν και επενδύθηκαν πολύ σημαντικά χρηματικά ποσά.

Το 2011, σχεδόν ταυτόχρονα με το σχηματισμό του Skanda Trust, ο Λάτσφορντ εκδίδει το λεύκωμα «Khmer Bronzes», όπου αναφέρει ότι  κάτοχος 80 αρχαιοτήτων της Καμπότζης είναι το trust. Φυσικά, δεν δόθηκαν λεπτομέρειες ούτε εξηγήθηκε ότι ο νέος ιδιοκτήτης των αρχαιοτήτων ήταν μια δομή, που δημιουργήθηκε προς όφελος του Λάτσφορντ και της οικογένειάς του. Το «Khmer Bronzes» ήταν το τρίτο λεύκωμα με θησαυρούς της Καμπότζης, που εκδόθηκε από τον Λάτσφορντ, μετά τα «Adoration and Glory» (2004) και «Khmer Gold» (2008).

Το 2003, αναφέρει ο Guardian, οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της Καμπότζης υπέγραψαν μια συμφωνία – ορόσημο, με την οποία δεσμεύονταν να εντοπίσουν και να επιδιώξουν την επιστροφή όλης της λεηλατημένης κληρονομιάς, με επικεφαλής το τμήμα Homeland Security Investigations (HSI) των ΗΠΑ. Και το 2017 δημιουργήθηκε στη Νέα Υόρκη -για πρώτη φορά- μια μονάδα trafficking αρχαιοτήτων, αφιερωμένη στην έρευνα για την ανακάλυψη κλεμμένων αρχαίων θησαυρών και την επιστροφή τους στους δικαιούχους.

Η πρώτη αμερικανική νομική ενέργεια, που κατηγόρησε επίσημα τον Λάτσφορντ ως κλέφτη, εκπλήσσοντας τον κόσμο των εμπόρων τέχνης, ακολούθησε μετά τη διακοπή μιας δημοπρασίας των Sotheby’s στη Νέα Υόρκη, τον Μάρτιο του 2011, όπου επρόκειτο να πωληθεί ένα καμποτζιανό άγαλμα του 10ου αιώνα από ψαμμίτη. Ο Duryodhana bondissant (ο Χορευτής Ντουριοντάνα) φέρεται να είχε κλαπεί από το Πρασάτ Τσεν, έναν ναό στην Κο Κερ, την  πρωτεύουσα των Χμερ τον 10ο αιώνα. Ο Λάτσφορντ κατηγορήθηκε ότι είχε αγοράσει τον Ντουριοντάνα το 1972 γνωρίζοντας ότι ήταν προϊόν λεηλασίας, τον έστειλε σε έναν οίκο δημοπρασιών του Λονδίνου, τον Spink & Son, και στη συνέχεια συνωμότησε με τους εκπροσώπους του Spink για να «λάβουν δόλια άδειες εξαγωγής».

Το 2016, η Νάνσι Βίνερ, ιδιοκτήτρια διάσημης γκαλερί της Νέας Υόρκης, κατηγορήθηκε για κατοχή κλεμμένης περιουσίας. Οι κατηγορίες αφορούσαν σε δύο κομμάτια του 10ου αιώνα, που της είχε προμηθεύσει ο Λάτσφορντ: ένα άγαλμα του ινδουιστικού θεού Σίβα έναντι 578.500 δολαρίων και έναν χάλκινο Βούδα καθισμένο σε έναν θρόνο από Νάγκα (μυθικά φίδια) έναντι 500.000 δολαρίων.

Η Βίνερ ομολόγησε την ενοχή της, παραδεχόμενη ότι αγόρασε τα αγάλματα από τον Λάτσφορντ γνωρίζοντας ότι ήταν προϊόντα λεηλασίας, και στη συνέχεια πουλώντας τα με ψευδή πιστοποιητικά προέλευσης. Ο Naga Buddha «φαινόταν χτυπημένος από γεωργικό εργαλείο», ένα σημάδι «παράνομης ανασκαφής», παραδέχτηκε η γκαλερίστα, παρόλα αυτά το έβγαλε προς πώληση για 1,5 εκατ. δολάρια.

Μια φωτογραφία εκείνου του Naga Buddha εμφανιζόταν στο λεύκωμα «Khmer Bronzes» με κάτοχο το Skanda Trust. Το κατηγορητήριο ισχυρίστηκε ότι τέτοια βιβλία παρουσιάζονται ως αξιοσέβαστα, ωστόσο τα ίδια αποτελούν μέρος της παραποίησης των αρχαιοτήτων. Οπως δήλωσε ο ειδικός πράκτορας του HSI Μπρέντον Ιστερ: «Η δημοσίευση μιας φωτογραφίας λεηλατημένης αρχαιότητας είναι συνηθισμένη πρακτική ξεπλύματος»…

Καθιστή φιγούρα του Αρνταναρισβάρα από ψαμμίτη που χρονολογείται τον 10ο αιώνα (Matthew Hollow, courtesy of the Royal Government of Cambodia)
Οταν τα σύννεφα άρχισαν να πυκνώνουν

Το εξώφυλλο του βιβλίου «Adoration and Glory», που εξέδωσε ο Λάτσφορντ το 2004, παρουσίαζε μια εικόνα από ένα γλυπτό των Χμερ, με τον Σίβα, τον σημαντικότερο θεό της Ινδουιστικής θρησκείας και τον γιο του Σκάντα, θεό του πολέμου. Φέτος τον Ιούλιο, οι αμερικανικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι το γλυπτό είχε κλαπεί από το συγκρότημα ναών Πρασάτ Κρατσάπ στο Κο Κερ. Το είχε αφαιρέσει μια συμμορία ληστών τον Σεπτέμβριο του 1997 μαζί με άλλα 12 σημαντικά αγάλματα, που τα κουβάλησαν με καροτσάκι. Το γλυπτό Shiva and Skanda είναι ένα από τα πρώτα πέντε κομμάτια, που η Τζούλια Λάτσφορντ επέστρεψε στην Καμπότζη. Ωστόσο οι αμερικανοί ερευνητές επιδιώκουν να πάρουν από τον σημερινό, ανώνυμο ιδιοκτήτη του άλλο ένα από αυτά τα αριστουργήματα, το Skanda on a Peacock (Ο Σκάντα σε ένα Παγώνι), το οποίο φέρεται να του πούλησε ο Ντάγκλας Λάτσφορντ τον Απρίλιο του 2000 έναντι 1,5 εκατ. δολαρίων.

Οπως έγραψαν οι New York Times, το 2012, όταν τα σύννεφα είχαν αρχίσει πλέον να πυκνώνουν γύρω του,  ο Λάτσφορντ παρουσίασε τον εαυτό του σαν σωτήρα, λέγοντας σε συνέντευξη ότι οι αρχαιότητες της Καμπότζης βρέθηκαν σε «καλύτερα χέρια». Αλλιώς θα είχαν καταστραφεί κατά τη διάρκεια τόσων ετών βίας και κατοχής από το Βιετνάμ μέχρι τη δεκαετία του 1980. Ωστόσο, ο συλλέκτης κέρδισε τεράστια χρηματικά ποσά από το εμπόριο αρχαιοτήτων και συνέχισε να πουλάει μέχρι το 2018, σύμφωνα με στοιχεία που έφτασαν στο ICIJ και εξετάστηκαν από τον Guardian.

Τον Νοέμβριο του 2019, το κατηγορητήριο των 25 σελίδων, που συντάχθηκε στη Νέα Υόρκη κατά του Ντάγκλας Λάτσφορντ, περιλάμβανε κατηγορίες για πώληση κλεμμένων περιουσιών, λαθρεμπόριο, παραποίηση εγγράφων, απάτη μέσω τηλεφώνου και άλλα αδικήματα, που σχετίζονται με αγοραπωλησίες αρχαιοτήτων, οι οποίες λεηλατήθηκαν από το Κο Κερ. Αλλά τότε ήταν ήδη βαριά άρρωστος και τον επόμενο Αύγουστο πέθανε, οπότε δεν του δόθηκε η ευκαιρία να υπερασπιστεί τον εαυτό του.

Η κυβέρνηση της Καμπότζης απάντησε μεγαλόψυχα στην υπόσχεση της Τζούλια Λάτσφορντ (ή Ναουάπαν Κρίανγκζακ) να επιστρέψει ό, τι έχει στην κατοχή της, αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι οι δικαστικές αρχές συνεχίζουν να ερευνούν την περιουσία, που της κληροδότησε ο πατέρας της, για προϊόντα εγκλήματος. Το 2016, μετά την υπόθεση της Βίνερ, οι επενδύσεις του Λάτσφορντ στη Rathbones, εμφανίστηκαν σε μια αναφορά για ύποπτη δραστηριότητα προς τις αρμόδιες αρχές του Τζέρσεϊ, με τη μορφή ξεπλύματος εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Απαντώντας σε ερωτήσεις του Guardian και του ICIJ, η 50χρονη δικηγόρος είπε ότι εκείνη και ο (σύζυγός της) Σάιμον Κόπλεστον δεν είχαν δεχτεί καμία κλήση για έρευνα και ότι δεν είχαν εμπλακεί στις πωλήσεις αρχαιοτήτων, ενώ συμμετείχαν στα Skanda και Siva trust. Είπε ακόμη πως το 2016 ο πατέρας της τής είχε δώσει «αξιόπιστη» διαβεβαίωση ότι οι καταγγελίες εναντίον του ήταν ψευδείς. Την καθησύχασε επίσης η «στενή σχέση» που εξακολουθούσε να έχει ο Ντάγκλας Λάτσφορντ  με τα μουσεία και τις αρχές της Καμπότζης, όπως και το γεγονός ότι οι μεγάλοι ευρωπαϊκοί οίκοι δημοπρασιών συνέχιζαν να πωλούν αρχαιότητες των Χμερ.

«Τώρα γνωρίζω, μετά από πρόσφατη έρευνα για τις υποθέσεις του, και έχω πληροφορίες που δεν είχαμε τότε (συμπεριλαμβανομένων των ευρημάτων των δικαστικών φορέων) ότι γενικά και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, μου είπε ψέματα και μου απέκρυψε ορισμένες ενέργειες», είπε.

Το 2017, η Λάτσφορντ άρχισε τη διεξαγωγή συζητήσεων με την κυβέρνηση της Καμπότζης, και η υπόσχεσή της να επιστρέψει όλες τις αρχαιότητες είναι μέρος μιας επίσημης συμφωνίας, που υπέγραψε με την Πνομ Πενχ λίγο μετά τον θάνατο του πατέρα της. Συμφώνησε επίσης να παραδώσει την πλήρη τεκμηρίωσή του, η οποία λέγεται ότι περιλαμβάνει καταγραφή όλων των πωλήσεών του και εκτεταμένα αποδεικτικά στοιχεία για το παγκόσμιο εμπόριο αρχαιοτήτων των Χμερ.

Τις διαπραγματεύσεις συντόνισαν δύο αμερικανοί δικηγόροι, οι Μπράντλεϊ Τζ. Γκόρντον και Στίβεν Χάιμπεργκ, ως  εκπρόσωποι του υπουργείου Πολιτισμού της Καμπότζης. Ο μοναδικός τους στόχος, λέει ο Γκόρντον, είναι η επιστροφή και των 600 περίπου αντικειμένων, τα οποία εμφανίζονται στα τρία λευκώματα του Λάτσφορντ, ιερά αγάλματα και άλλες αρχαιότητες από τον 9ο – 15ο αιώνα, που βγήκαν παράνομα από την Καμπότζη, ιδιαίτερα από το 1970 και μετά. Ο αμερικανός δικηγόρος πρόσθεσε ότι ελάχιστοι άνθρωποι, αν υπάρχουν, θα μπορέσουν να αποδείξουν ότι διαθέτουν νόμιμες άδειες κατοχής και προέλευσης των αρχαιοτήτων.

Σχετικά με τη συνεχιζόμενη έρευνα για τα χρήματα του πατέρα της, η Τζούλια Λάτσφορντ δήλωσε ακόμη: «Γνωρίζω και συνεργάζομαι οικειοθελώς με τις αρχές στις έρευνες σχετικά με την περιουσία του πατέρα μου και τυχόν προϊόντα εγκλήματος, και δεσμεύομαι για την επίλυσή τους».

Οι εκπρόσωποί της τόνισαν ότι, ο Ντάγκλας Λάτσφορντ κέρδισε σημαντικά χρηματικά ανεξάρτητα από το εμπόριο αρχαιοτήτων, επενδύοντας σε φαρμακευτικές εταιρείες στη νοτιοανατολική Ασία και σε κτηματαγορές. Η Τζούλια Λάτσφορντ είπε επίσης ότι δεν θεωρεί παράνομες όλες τις συναλλαγές του πατέρα της, υποδηλώνοντας ότι δεν σκοπεύει να επιστρέψει όλα τα χρήματα από τις πωλήσεις αρχαιοτήτων των Χμερ. «Καταλάβαμε (και εξακολουθούμε να καταλαβαίνουμε) ότι η συλλογή του περιλαμβάνει πολλά αντικείμενα με ισχυρή προέλευση», είπε.

Η αναζήτηση της πολιτιστικής κληρονομιάς της Καμπότζης είναι ιλιγγιώδης αστυνομική δουλειά, που εκτείνεται σε όλες τις ηπείρους, σε διάφορα μουσεία, εμπόρους και άγνωστο, ακόμη, αριθμό πλούσιων ατόμων. Ανθρωποι, που δεν είναι εξοικειωμένοι με το βρώμικο εμπόριο πολύτιμων αρχαιοτήτων υπέθεσαν, ίσως, ότι το κατηγορητήριο εναντίον του Λάτσφορντ το 2019 σήμανε συναγερμό παγκοσμίως, και οποιοσδήποτε (οργανισμός ή άτομο), που διέθετε θησαυρούς των Χμερ, οι οποίοι είχαν ενδεχομένως προέλθει από τον διαβόητο συλλέκτη, θα φρόντιζε να ελέγξει την προέλευσή τους. Σε γενικές γραμμές, όμως, αυτό δεν συνέβη.

Η Τες Ντέιβις, εκτελεστική διευθύντρια της οργάνωσης Antiquities Coalition με έδρα την Ουάσινγκτον, η οποία έχει ερευνήσει εκτενώς τα δίκτυα λεηλασίας του Ντάγκλας Λάτσφορντ και της Καμπότζης, λέει ότι εκτός από μερικές εξαιρέσεις, η απάντηση των μουσείων παγκοσμίως ήταν «εκκωφαντική σιωπή». Εκπρόσωπος του οίκου δημοπρασιών Christie’s, ο οποίος το 1993 ανέλαβε τον Spink & Son, δήλωσε ότι δεν μπορούσαν να συζητήσουν για παλαιότερες πωλήσεις κειμηλίων των Χμερ από τον Spink, που βρίσκονται τώρα σε πολλά εξέχοντα μουσεία, και για το αν τα είχε προμηθεύσει ο Ντάγκλας Λάτσφορντ. Ερωτηθείς εάν ο οίκος ήταν σε επαφή με τις αρμόδιες αρχές, ο εκπρόσωπος απάντησε ότι «ο Christie’s ασχολείται ενεργά υποστηρίζοντας τον επαναπατρισμό παράνομα εξαγόμενων πολιτιστικών αγαθών και βρίσκεται σε επαφή με τις κυβερνήσεις και τις υπηρεσίες επιβολής του νόμου, ανάλογα με την περίπτωση. Δεν μπορούμε να δώσουμε συγκεκριμένες λεπτομέρειες».

Ο Guardian αναφέρει, τέλος, ότι το Βρετανικό Μουσείο έχει πέντε κομμάτια, δωρεές του Λάτσφορντ, αλλά προέρχονται από την Ταϊλάνδη, όχι από την Καμπότζη, και όπως δήλωσε εκπρόσωπος του μουσείου, δεν έχει λάβει «κανένα επίσημο αίτημα» για την επιστροφή τους. Από τα 46 γλυπτά των Χμερ, που υπάρχουν στο Βρετανικό Μουσείο, κανένα δεν προήλθε από τον Λάτσφορντ. Ολα, εκτός από δύο, διαβεβαίωσε ο εκπρόσωπος, έφυγαν από την Καμπότζη πριν από το 1970, και «η κυβέρνηση της Καμπότζης δεν πλησίασε το μουσείο για κανένα από αυτά».

Ωστόσο η έρευνα των ντετέκτιβ συνεχίζεται και μαζί της η αργή διαδικασία της επανένωσης μιας χώρας με τους αρχαίους θησαυρούς της, οι οποίοι λεηλατήθηκαν ανελέητα, ταξίδεψαν, πωλήθηκαν και εγγράφηκαν στο περιουσιολόγιο offshore εταιρειών.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News