1128
| CreativeProtagon

Καθένας είχε τη δική του Μάρθα Καραγιάννη

Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης 18 Σεπτεμβρίου 2022, 21:39
|CreativeProtagon

Καθένας είχε τη δική του Μάρθα Καραγιάννη

Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης 18 Σεπτεμβρίου 2022, 21:39

Θα τη θυμάμαι πάντα –επιτρέψτε μου τον προσωπικό τόνο στην αρχή– νωχελικά ξαπλωμένη πάνω σε ένα κρις κραφτ, κάπου στη Βουλιαγμένη, στην ταινία «Ευτυχώς… Τρελάθηκα!» του Γιώργου Ρούσσου (1961). Και δίπλα της ο Αλέκος Πάντας (ο αγαπημένος των απανταχού ισπανόφωνων τενόρος, ως Aleco Panda) να τής τραγουδάει γλυκά «Αυτό είναι στο δικό σου χέρι»…

Αυτή η γλυκιά, τσαχπίνα Μάρθα Καραγιάννη είναι εκείνη που έκανα δικιά μου. Με τα μάτια της, γεμάτα γλύκα, να ακούει το τραγούδι των Αλέκου Σπάθη – Γιώργου Οικονομίδη.

Ολοι μας, άλλωστε, από τις ελληνικές ταινίες κυρίως, κάναμε δικιά μας κάποια Μάρθα. Τη μελαχρινή σεξοβόμβα Μάρθα. Την αντίπαλο της ξανθιάς Ζωίτσας (Λάσκαρη) Μάρθα. Την πληθωρική Μάρθα του «Ο άντρας που θα παντρευτώ». Ή την υπερδραματική και κωμική Μάρθα του «Αααααααπονε!».

Δεν πρόλαβε, πρόσφατα (ύστερα από έξι χρόνια σιωπής), να πει τη φράση «Είμαι μια πανέμορφη γριούλα 82 ετών», στον Νίκο Νικόλιζα και έφυγε να συναντήσει τόσους και τόσους που χάσαμε τελευταία. Κυρίως την Ειρήνη Παπά, που έπασχε από την ίδια ασθένεια. Αδικη και φθονερή. Που στερεί από τέτοιους καλλιτέχνες τη Μνήμη.

«Μια πανέμορφη γριούλα», είχε να πει όταν κατάφερε να αρθρώσει εκείνο που θα ήταν η ύστατη επικοινωνία της με όσους την αγάπησαν. Ακόμη και όταν την είχε χάσει με εκείνους που τη φρόντιζαν, όπως η καλή της φίλη, Ντόρα Ντούμα.

Ηταν πάντα όμορφη (και τσαχπίνα) η Μάρθα Καραγιάννη. Για εκείνους που την ήξεραν. «Ομορφη και ζουμερή», «όμορφη και ντόμπρα», ακόμη και «όμορφη και αθυρόστομη» θα ακούσετε από όσους την έζησαν από κοντά. Σε όλες τις ηλικίες.

Δεν ήταν θέμα ερμηνείας. Αλλωστε δεν πήγε σε δραματική σχολή, αλλά ξεκίνησε στα 8 της σαν χορεύτρια κλασικού μπαλέτου – στο παιδικό τμήμα της Λυρικής Σκηνής. Με ένα σώμα «γλυπτό», που τη βοηθούσε. Ηταν θέμα λάμψης.

Ακόμη και όταν την αποθέωσε ως καλλονή στο σινεμά, στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60 ο μετρ Γιάννης Δαλιανίδης, και ξαφνικά την έβαλε να παίξει τη «λαϊκή χαζούλα» στην ταινία «Οι θαλασσιές οι χάντρες» (1967). Κι εκείνη, λέει ένας από τους πολλούς μύθους για τη Μάρθα Καραγιάννη, του αντιγύρισε ένα «Θέλεις να με καταστρέψεις;». Και όμως. Και σ’ αυτόν τον ρόλο έλαμψε. Διότι έλαμπε…

Είναι περίεργες μερικές φορές οι συμπτώσεις και οι συγκυρίες. Κοιτάξτε, τώρα που ξεκίνησε η τηλεοπτική σειρά «Φλόγα και άνεμος», για τον έρωτα της Κυβέλης του θεάτρου με τον Γεώργιο Παπανδρέου της πολιτικής, βρήκα να θυμηθώ ότι ο πρώτος της ρόλος, στα 17 της ακόμη, ήταν στο σινεμά και στη Φίνος Φιλμ, στην ταινία με την Κυβέλη, «Η άγνωστος» (1956). Σε σκηνοθεσία Ορέστη Λάσκου και δίπλα στο ίνδαλμα όλων των κοριτσιών της εποχής (και στο δικό της), τον Αλέκο Αλεξανδράκη.

Και όταν, ύστερα από κάποιες ταινίες, επέστρεψε στον χορό, που της εξασφάλιζε τα προς το ζην, στην ιστορική κοσμική ταβέρνα «Chez Lapin» της Κυψέλης, ο Κώστας Χατζηχρήστος την εντόπισε και της άνοιξε και τον δρόμο για την επιθεώρηση. Μέχρι που την έπιασαν οι ευαίσθητες κεραίες του Δαλιανίδη και τα άλλα τα έγραψε η κινηματογραφική ιστορία.

Οι «καθαρές κουβέντες», οι «ντόμπρες εξηγήσεις» και το αθυρόστομο την ακολουθούσαν πάντα σε αυτή την ιλιγγιώδη πορεία, που επιβεβαίωσε τον Γιάννη Δαλιανίδη που τής είχε απαντήσει –πάντα κατά τον μύθο– τότε, στις «Θαλασσιές της χάντρες», ότι όχι απλώς δεν θέλει να την καταστρέψει αλλά έτσι τής δίνει δουλειά ως τα 80 της.

Οπως την ακολουθούσαν και μύθοι και ανέκδοτα. Σαν εκείνο, το πολύ διαδεδομένο, με την υποψήφια πεθερά της που είχε ανοιχτό το παράθυρο στο αμάξι του καλού της, χειμώνα καιρό, και αφού η Μάρθα τής ζήτησε ευγενικά να το ανεβάσει γιατί κρυώνει και η άλλη αδιαφόρησε, φέρεται –κατά το ανέκδοτο– να τής είπε ότι… έγινε κασάτο.

Και άλλος μύθος: Η ατάκα του επίσης λατρεμένου ζεν πρεμιέ Νίκου Κούρκουλου, «Ποια Καρέζη, ποια Λάσκαρη; Η ωραιότερη ήταν η Μάρθα Καραγιάννη».

Πού να σταθείς σε αυτή τη λαμπερή καριέρα, σε αυτή τη γεμάτη ζωή της Μάρθας Καραγιάννη (της ποντιακής καταγωγής καλλονής από το Κερατσίνι), που πάντα αποζητούσε την παρέα των φίλων. Και τις ατελείωτες συζητήσεις;

Ετσι για την ιστορία, θα θυμηθώ ότι, όπως η Μάρθα Καραγιάννη βγήκε στα 17 της στη μεγάλη οθόνη με την «Αγνωστο», στα 17 της και με τον θίασο της Μαίρης Λωράνς, δίπλα στη Μάρθα Καραγιάννη και τον Κώστα Βουτσά, βγήκε στο σανίδι και η Κυριακίτσα Παπαδοπούλου. Η μετέπειτα Μαρινέλλα. Σε περιοδείες ανά την Ελλάδα από τα τότε ονομαζόμενα «μπλουλούκια».

Το δίπολο της εκρηκτικής ξανθιάς Ζωής Λάσκαρη απέναντι στην αισθησιακή μελαχρινή Μάρθα Καραγιάννη (ΕΠΑΝΩ) ήταν το δεύτερο που «έπαιξε» πολύ, σχεδόν με… ποδοσφαιρικούς οπαδικούς όρους, στα περιοδικά της εποχής. Ποδοσφαιριστές, πάντως, ήταν οι δύο άντρες της ζωής της. Ο σύζυγός της Μίμης Στεφανάκος (του Ολυμπιακού) και η «σχέση ζωής της», ο Βασίλης Κωνσταντίνου (του Παναθηναϊκού). Το δίπολο Ζωή – Μάρθα ήταν το δεύτερο μετά το Αλίκη Βουγιουκλάκη – Τζένη Καρέζη. Και σε άλλα τερέν.

Και όμως. Πέρα από τα θρυλικά μιούζικαλ α λα ελληνικά του Γιάννη Δαλιανίδη, χρόνια μετά, η Ζωΐτσα συναντήθηκε ξανά με τη Μάρθα στο σανίδι. Πάσχα του 1983, στο θέατρο «Μινώα» της Πατησίων, με το μιούζικαλ – από την κινηματογραφική επιτυχία της Μέριλιν Μονρόε με την μελαχρινή Τζέιν Ράσελ – «Οι άντρες προτιμούν τις ξανθές». Και να φανταστείτε, τον ρόλο της ξανθιάς ήταν να τον κάνει η Αννα Φόνσου…

Κλείνοντας, θα σταθώ σε μια άλλη στιγμή της Μάρθας Καραγιάννη. Ως χορεύτριας. Οταν ακριβώς μετά το «Ευτυχώς… Τρελάθηκα!» της αρχής, τον Ιούνιο του 1962, εμφανίστηκε σε μια ιστορική μουσική παράσταση.

Μιλάω για το «απέναντι του Μίκη», που λέει και ο Φοίβος Δεληβοριάς στο τραγούδι «Ο μπάσταρδος γιος» (το ακούσαμε υπέροχα στην τηλεοπτική σειρά του «Τα νούμερα»). Ηταν η εποχή του άλλου, δημιουργικού και μουσικού, δίπολου: Μάνος Χατζιδάκις – Μίκης Θεοδωράκης. Μια ευγενής «κόντρα», που είχε και πολιτικό πρόσημο.

Λεωφόρος Αλεξάνδρας, 1962, λοιπόν. Για φινάλε. Ο Μάνος είχε στήσει, την ίδια εποχή, στο «Μετροπόλιταν», με σκηνοθέτη τον Αλέξη Σολομό, τη θρυλική «Οδό ονείρων» του.

Και ο Μίκης έστησε την «Ομορφη πόλη», στο κοντινό «Παρκ», με σκηνοθέτη τον Μιχάλη Κακογιάννη (αμέσως μετά την «Ηλέκτρα» τους με την Ειρήνη Παπά) και τον Μποστ στα κείμενα του πρώτου μέρους.

Η Μάρθα Καραγιάννη χόρευε δίπλα σε δύο ακόμη λαμπερά πρόσωπα του χορού, από τη λεγόμενη «χρυσή εποχή» του ελληνικού σινεμά: Το Βαγγέλη Σειληνό και την Ελένη Προκοπίου, που επίσης ακολούθησαν, όπως εκείνη, και καριέρα ηθοποιού.

Στη διανομή; Αννα και Μαρία Καλουτά, Γιάννης Βογιατζής, Γιοβάννα, Σμάρω Στεφανίδου, Ανδρέας Ντούζος. Αλλά και Ντόρα Γιαννακοπούλου, Γρηγόρης Μπιθικώτσης και δύο θρυλικά μπουζούκια: Κώστας Παπαδόπουλος και Λάκης Καρνέζης.

Υστατη σεκάνς σε αυτή την ιστορία, λοιπόν: Η Μάρθα Καραγιάννη, με ένα αέρινο πέπλο, να κινείται σαν την αιώνια, μελαχρινή καλλονή, στον απόηχο του «Φεγγάρι μάγια μού ’κανες…».

«Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί / ένα χελιδονάκι /
να πάει να χτίσει τη φωλιά / στου κήπου την κορομηλιά /
δίπλα στο μπαλκονάκι»

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News