889
Ακόμη κι αν δεν λέει όλη την αλήθεια για τον πρωταγωνιστή της, η εξαιρετική (από τεχνικής άποψης) παραγωγή του Netflix είναι γεμάτη συγκινήσεις | EPA

Ο Πελέ του Netflix

Sportscaster Sportscaster 25 Φεβρουαρίου 2021, 16:53
Ακόμη κι αν δεν λέει όλη την αλήθεια για τον πρωταγωνιστή της, η εξαιρετική (από τεχνικής άποψης) παραγωγή του Netflix είναι γεμάτη συγκινήσεις
|EPA

Ο Πελέ του Netflix

Sportscaster Sportscaster 25 Φεβρουαρίου 2021, 16:53

Αξίζει να του αφιερώσεις 108 λεπτά από τη ζωή σου. Για τις ασπρόμαυρες -κι έπειτα έγχρωμες- εικόνες από τα «ζογκλερικά» του Πελέ στα γήπεδα. Για να δεις τον «βασιλιά» του ποδοσφαίρου να σηκώνει το Παγκόσμιο Κύπελλο τρεις φορές – κάτι που κανείς άλλος δεν κατόρθωσε μέχρι σήμερα. Για να θυμηθείς, αν είσαι παλιός, τα ινδάλματα της νιότης σου (τον Ριβελίνο, τον Ζαϊρζίνιο, τον Αμαρίλντο, τον Μπρίτο…), που παρελαύνουν στην οθόνη με χιονισμένα, από το χρόνο, κεφάλια.

Αν, πάλι, είσαι νέος και δεν έζησες εκείνες τις εποχές, το ντοκιμαντέρ του Netflix, «Πελέ», θα σου διηγηθεί το πώς γεννήθηκε ο πρώτος «απόλυτος σταρ» των σπορ. Ο πρώτος παγκοσμίως αναγνωρίσιμος αθλητής, χάρη και σε μια σειρά από διαφημιστικά σποτάκια προϊόντων που έκαναν τον γύρο της Γης. Ο πρώτος εκατομμυριούχος της μπάλας. Ο Μάικλ Τζόρνταν, δεκαετίες πριν από τον Μάικλ Τζόρνταν. Ο πρώτος που διεκδίκησε τον τίτλο του GOAT (Greatest Of All Time) στο άθλημά του.

Οποιος γνωρίζει, ήδη, αρκετά για τον Πελέ, δεν θα μάθει πολλά περισσότερα. Ούτε, καν, το πώς το όνομά του -Εντσον Αράντες ντο Νασιμέντο- έγινε «Πελέ», στη διαδρομή του από το φτωχόπαιδο που γυάλιζε παπούτσια έως τον 17χρονο που το 1958 έκανε τον πλανήτη να γυρίζει γύρω του. Δεν θα του λυθεί η απορία, γιατί ο πιο διάσημος Βραζιλιάνος «κρύφτηκε» στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Ρίο ντε Τζανέιρο (2016), αντί να φωτίσει το «Μαρακανά» με τη διασημότητά του. Ή, γιατί στα 1.280 γκολ που ισχυρίζεται οτι έχει σκοράρει, μετράει κι αυτά που πέτυχε σε φιλικά ματς και αγώνες επίδειξης. Σε αντίθεση με τον Ασιφ Καπάντια, που το 2019 εμφάνισε τον Μαραντόνα ως έναν Θεό γεμάτο ανθρώπινα πάθη, οι βρετανοί σκηνοθέτες, Ντέιβιντ Τράιχορν και Μπεν Νίκολς, δεν θέλησαν να θαμπώσουν τη λάμψη του κινηματογραφικού τους ήρωα.

Στις εξομολογήσεις για την προσωπική του ζωή, του επέτρεψαν να ξεφύγει με μια μάλλον ανώδυνη -έως και χαριτωμένη- «αποκάλυψη», που όλοι γνώριζαν: «Ημουν ερωτιάρης, είχα πολλές αγάπες, και σε κάποια φάση της ζωής μου δεν ήξερα, καν, πόσα παιδιά έχω. Πάντοτε, όμως, ήμουν ειλικρινής με τις γυναίκες μου, και τους έλεγα ότι πηγαίνω και με άλλες». Δεν ειπώθηκε λέξη για τη Σάντρα Μασάδο, την κόρη που αρνήθηκε να αναγνωρίσει έπειτα από δύο τεστ dna και μια δικαστική απόφαση που τη δικαίωναν, ούτε για τον γιο που κατέληξε στη φυλακή για ξέπλυμα χρήματος.

Κι αν το… χαρέμι του Πελέ δεν θα απασχολήσει τον ιστορικό του μέλλοντος, δύσκολα κάποιος θα πει το ίδιο για τη μεγάλη της ζωής του «κηλίδα»: τη στήριξη του δικτατορικού καθεστώτος στη χώρα του, από τα μέσα της δεκαετίας των ’60s. Εκείνη την εποχή οι Βραζιλιάνοι τον λάτρευαν, και ο υπόλοιπος Κόσμος τον θαύμαζε. Μια του λέξη θα μπορούσε να γλιτώσει τους συμπατριώτες του από δύο δεκαετίες πολιτικών διώξεων, δολοφονιών, βασανιστηρίων, άδικων φυλακίσεων και μείωση του εισοδήματός τους στο μισό. Εκείνος, όμως, όχι μόνο τα ανέχθηκε όλα αυτά, αλλά και πρωταγωνίστησε στην προπαγάνδα του στρατηγού Μέντιτσι, που άρπαξε τα ηνία της χώρας από το 1969 έως το 1974.

Με τον Μοχάμεντ Αλι, που ύψωσε το ανάστημά του, διαμαρτυρόμενος για τον πόλεμο στο Βιετνάμ και για τις φυλετικές διακρίσεις στις ΗΠΑ, «ήταν αλλιώς», ισχυρίζονται οι «αγιογράφοι» του Πελέ. «Δεν κινδύνευε μόνον η καριέρα του, αλλά και η ζωή του». Κι όμως, ένας άλλος Βραζιλιάνος, πολύ πιο αδύναμος από τον Πελέ, βρήκε τη δύναμη να αντισταθεί. Ηταν ο προπονητής της εθνικής ομάδας της Βραζιλίας του ’70, Ζοάο Σαλντάνια, ο οποίος αρνήθηκε να κάνει τα χατίρια του καθεστώτος, λέγοντας πως «ο Πρόεδρος κάνει κουμάντο στο υπουργικό συμβούλιο, αλλά στην ομάδα το κάνω εγώ», και αντικαταστάθηκε από τον Μάριο Ζαγκάλο λίγους μήνες πριν από το Μουντιάλ του Μεξικό.

Μέχρι και τα 1.000 γκολ που (υποτίθεται ότι) συμπλήρωσε στην καριέρα του ο Πελέ, τον Νοέμβριο του 1969, εκμεταλλεύθηκε ο Μέντιτσι. Τον κάλεσε στην πρωτεύουσα, τον παρασημοφόρησε, κι έπειτα του παραχώρησε ένα αυτοκίνητο χωρίς οροφή για να περιοδεύσει σε όλη την Μπραζίλια. Οταν επέστρεψε τροπαιοφόρος από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970, ο Πελέ (όπως και οι συμπαίκτες του) εισέπραξε από τον δικτάτορα, ως μπόνους, 20.000 δολάρια. Ο βασικός μηνιαίος μισθός στη Βραζιλία ήταν, τότε, τα 50 δολάρια.

Ηταν ευκαιρία, έστω και τώρα, να δικαιολογηθεί γι’ αυτή του τη στάση. Να εξηγήσει γιατί είχε πει, από τηλεοράσεως, οτι «η Βραζιλία δεν είναι ακόµα ώριµη για τη δηµοκρατία», ή να ζητήσει συγγνώμη από τους συμπατριώτες του. Αλλά το ντοκιμαντέρ περιορίστηκε στην ηρωϊκή του πλευρά. Στον χαρισματικό Βραζιλιάνο που με τα κατορθώματά του έγινε σύμβολο της προόδου της χώρας του και της μετατροπής της σε μια σύγχρονη βιομηχανική δύναμη.

Ακόμη κι αν δεν λέει όλη την αλήθεια για τον πρωταγωνιστή της, η εξαιρετική (από τεχνικής άποψης) παραγωγή του Netflix είναι γεμάτη συγκινήσεις. Ο υπέργηρος Πελέ, που κάποτε είχε όλο τον Κόσμο στα πόδια του, φτάνει στην καρέκλα του με τη βοήθεια του «Πι» και αρχίζει να διηγείται τις μέρες της παντοδυναμίας του. Ακόμη κι όταν χαμογελά, σου δίνει την εντύπωση πως η χαρά που περιγράφει, δεν αντανακλά στα μάτια του. Σαν να μη νιώθει άνετα με τον Τράιχορν, που μιλάει τα Πορτογαλικά και έχει πραγματοποιήσει όλες τις συνεντεύξεις. Αλλά δεν φταίει αυτό.

Κάποιες στιγμές δακρύζει, κάποιες άλλες κρύβει το πρόσωπό του με τα μακριά του δάχτυλα. Μιλάει για τις καλύτερες στιγμές της ζωής του. Αλλά, ταυτοχρόνως, θρηνεί για τα ωραία χρόνια που πέρασαν, και δεν γυρίζουν πίσω. Και για πρώτη φορά, αυτός που συχνά αυτοχαρακτηριζόταν ως ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών, εμφανίζεται ταπεινός και ευγνώμων προς τους συνοδοιπόρους του στα γήπεδα.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News