1884
| CreativeProtagon

Νew York Times: Κάθε μέρα ζούμε την 6η Ιανουαρίου

Protagon Team Protagon Team 5 Ιανουαρίου 2022, 21:30
|CreativeProtagon

Νew York Times: Κάθε μέρα ζούμε την 6η Ιανουαρίου

Protagon Team Protagon Team 5 Ιανουαρίου 2022, 21:30

Στις 6 Ιανουαρίου του 2021, στις 12:53 το μεσημέρι, ώρα Ουάσινγκτον, οι δείκτες του ρολογιού της αμερικανικής ιστορίας έκαναν, σαστισμένοι, μία στιγμιαία παύση.

Η επίθεση του όχλου στο Καπιτώλιο, κάτι που φάνταζε αδιανόητο, ακόμα και λίγες εβδομάδες νωρίτερα, είχε ξεκινήσει από την ομάδα εξτρεμιστών και φανατικών υποστηρικτών του Ντόναλντ Τραμπ, Proud Boys.

Γρήγορα, χιλιάδες άλλοι τους ακολούθησαν, σπάζοντας πόρτες και παράθυρα, χτυπώντας χωρίς έλεος τους λίγους αστυνομικούς που προστάτευαν την περίμετρο του κτιρίου και απειλώντας τη ζωή εκατοντάδων εκλεγμένων αντιπροσώπων του αμερικανικού λαού.

Το τι ακολούθησε, είναι πλέον γνωστό σε όλο τον πλανήτη, που εκείνες τις στιγμές παρακολουθούσε την εισβολή σε απευθείας μετάδοση και έτριβε τα μάτια του από την έκπληξη.

Η αμερικανική δημοκρατία επιβίωσε εκείνη την ημέρα, αφού πρώτα πέρασε αρκετές ώρες δια πυρός και σιδήρου, και το ίδιο βράδυ, το Κογκρέσο, επικύρωσε το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών, χρήζοντας πρόεδρο τον Τζο Μπάιντεν.

Ενα χρόνο αργότερα, την Πέμπτη, ο αμερικανός πρόεδρος θα μιλήσει στο Καπιτώλιο για τα γεγονότα εκείνης της ημέρας.

Ενόψει της επετείου, όμως, οι New York Times, σε ένα ιστορικό κύριο άρθρο τους, επισημαίνουν ότι η αμερικανική δημοκρατία εξακολουθεί να κινδυνεύει από τον Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, που θυμίζει πλέον «απολυταρχικό καθεστώς» και καλούν τους δημοκρατικούς πολίτες σε επαγρύπνηση για τη σωτηρία του πολιτεύματος.

Γράφουν οι New York Times:

«Ενα χρόνο μετά τον καπνό και τα σπασμένα τζάμια, τις ψεύτικες κρεμάλες και το αληθινό αίμα που χύθηκε την αποφράδα εκείνη ημέρα,  είναι εύκολο να κοιτάξουμε πίσω και να φανταστούμε ότι ανήκει στο παρελθόν.

Να φανταστούμε ότι αυτό που συνέβη στις 6 Ιανουαρίου του 2021 –μία θανατηφόρα εξέγερση στην έδρα της αμερικανικής κυβέρνησης, που υποκινήθηκε από έναν ηττημένο πρόεδρο στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να σταματήσει την μεταβίβαση της εξουσίας στον διάδοχό του– ήταν τρομακτικό, αλλά ότι το έχουμε αφήσει πίσω μας και ότι ως έθνος, έχουμε προχωρήσει.

Είναι μία κατανοητή παρόρμηση. Οτι μετά από τέσσερα χρόνια χάους, σκληρότητας και ανικανότητας, που σφραγίστηκε από την πανδημία και το κάποτε αδιανόητο τραύμα της 6ης Ιανουαρίου, οι περισσότεροι Αμερικανοί επιθυμούσαν απεγνωσμένα λίγη γαλήνη και ησυχία.

Στην επιφάνεια, το έχουμε καταφέρει. Η πολιτική μας ζωή μοιάζει λίγο-πολύ κανονική αυτές τις ημέρες, καθώς ο πρόεδρος δίνει άφεση αμαρτιών σε γαλοπούλες και το Κογκρέσο μαλώνει για νομοσχέδια που απαιτούν δημόσιες δαπάνες.

Αλλά αν δούμε λίγο πιο βαθιά, καταλαβαίνουμε πως η κατάσταση απέχει πολύ από την κανονικότητα και ότι η 6η Ιανουαρίου δεν ανήκει στο παρελθόν, αλλά είναι η κάθε ημέρα που περνά.

Είναι οι πολίτες που απειλούν εκλογικούς αξιωματούχους και άλλους δημόσιους λειτουργούς, που ρωτούν, «πότε μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τα όπλα μας;» και οι οποίοι ορκίζονται να σκοτώσουν πολιτικούς που τολμούν να ψηφίσουν κατά συνείδηση.

Είναι οι Ρεπουμπλικανοί νομοθέτες που κάνουν ό,τι μπορούν για να δυσκολέψουν την πρόσβαση των πολιτών στις κάλπες και να αλλάξουν το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας αν δεν είναι της αρεσκείας τους.

Είναι ο Ντόναλντ Τραμπ που συνεχίζει να βάζει λάδι στη φωτιά της σύγκρουσης με τα συνεχή του ψέματα και την ατελείωτη μνησικακία, του οποίου η διαστρεβλωμένη εκδοχή της πραγματικότητας εξακολουθεί να είναι η κυρίαρχη για το ένα από τα δύο μεγάλα πολιτικά κόμματα του έθνους.

Με λίγα λόγια, η Δημοκρατία αντιμετωπίζει μία υπαρξιακή απειλή από ένα κίνημα που περιφρονεί ανοιχτά το δημοκρατικό πολίτευμα και έχει αποδείξει ότι είναι πρόθυμο να χρησιμοποιήσει βία για να πετύχει το στόχο του. Καμία κοινωνία δεν μπορεί να επιβιώσει αυτής της απειλής αρνούμενη ότι υπάρχει. Αντίθετα, η επιβίωσή της εξαρτάται από την προθυμία της να δει εν παραλλήλω τόσο το παρελθόν όσο και το μέλλον.

Για να αντιμετωπίσουμε την απειλή, πρέπει να μάθουμε ακριβώς τι συνέβη εκείνη την τρομακτική ημέρα, πριν ένα χρόνο. Χάρη κυρίως στην επιμονή της διακομματικής επιτροπής της Βουλής των Αντιπροσώπων, αυτή η δουλειά βρίσκεται σε εξέλιξη. Ξέρουμε τώρα ότι η βία και το χάος που είδε όλος ο πλανήτης σε απευθείας μετάδοση, ήταν μόνο ένα μέρος από την προσπάθεια να ανατρέψουν το αποτέλεσμα των εκλογών. Η προσπάθεια ξεκινούσε από το Οβάλ Γραφείο, όπου ο Τραμπ και οι σύμμαχοί του συνωμοτούσαν για ένα συνταγματικό πραξικόπημα.

Ηταν μερικές χιλιάδες, φανατισμένοι και αποφασισμένοι να καταλάβουν το Καπιτώλιο

Γνωρίζουμε πλέον, ότι οι επικεφαλής Ρεπουμπλικανοί νομοθέτες και γνωστοί δεξιοί μεγαλοδημοσιογράφοι είχαν συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο των ταραχών και παρακαλούσαν τον Τραμπ να τις σταματήσει, ακόμα και αν δημοσίως άλλα έλεγαν.

Ξέρουμε τώρα ότι αυτοί που ενδεχομένως έχουν σημαντικές πληροφορίες για τον σχεδιασμό και την εκτέλεση της επίθεσης στο Καπιτώλιο, αρνούνται να συνεργαστούν με την κοινοβουλευτική επιτροπή, ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι θα τους απαγγελθούν κατηγορίες για περιφρόνηση του Κογκρέσου.

Προς το παρόν, η δουλειά της επιτροπής συνεχίζεται. Εχει προγραμματίσει μία σειρά από δημόσιες ακροάσεις σε αναζήτηση στοιχείων και σχεδιάζει να δώσει το πόρισμα των ερευνών της στη δημοσιότητα πριν από τις εκλογές του Νοεμβρίου, καθώς μετά οι Ρεπουμπλικανοί αναμένεται να διαλύσουν την επιτροπή, εφόσον θα έχουν ανακτήσει τον έλεγχο της Βουλής.

Και για αυτόν ακριβώς τον λόγο, πρέπει να κοιτάξουμε μπροστά. Τον τελευταίο χρόνο, οι Ρεπουμπλικανοί νομοθέτες σε 41 πολιτείες προσπαθούν συνεχώς να προωθήσουν τους στόχους του όχλου της 6ης Ιανουαρίου, όχι παραβιάζοντας τους νόμους, αλλά ψηφίζοντας νέους. Εκατοντάδες νομοσχέδια έχουν προταθεί και περίπου 35 έχουν ψηφιστεί, τα οποία δίνουν τη δύναμη στα νομοθετικά σώματα των πολιτειών να σαμποτάρουν τις δικές τους εκλογές και να ανατρέψουν τη θέληση των ψηφοφόρων τους.

Κάποια νομοσχέδια θα άλλαζαν τους κανονισμούς για να διευκολύνουν τους νομοθέτες να απορρίψουν την ψήφο των πολιτών αν δεν τους αρέσει το αποτέλεσμα. Αλλα προτείνουν την αντικατάσταση επαγγελματιών αξιωματούχων που οργανώνουν την εκλογική διαδικασία με κομματικούς υπαλλήλους, οι οποίοι θέλουν να δουν τους δικούς τους υποψήφιους να κερδίζουν. Ακόμα περισσότερα επιχειρούν να ενοχοποιήσουν τα ανθρώπινα λάθη εκλογικών αξιωματούχων, απειλώντας τους σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και με φυλάκιση.

Πολλά από αυτά τα νομοσχέδια προτείνονται και ψηφίζονται σε κρίσιμες για τις προεδρικές εκλογές πολιτείες, όπως η Αριζόνα, το Γουισκόνσιν, η Τζόρτζια και η Πενσιλβάνια. Μετά τις εκλογές του 2020, ο Τραμπ έβαλε στο στόχαστρο τα αποτελέσματα σε όλες αυτές τις πολιτείες, καταθέτοντας μηνύσεις με τις οποίες ζητούσε επανακαταμέτρηση και προσπαθώντας να τρομοκρατήσει τους αξιωματούχους για να βρουν «χαμένες» ψήφους.

Η προσπάθειά του απέτυχε, χάρη κυρίως στον επαγγελματισμό και την ακεραιότητα των υπευθύνων για την εκλογική διαδικασία. Πολλοί από αυτούς τους αξιωματούχους, έχουν, έκτοτε, χάσει τις αρμοδιότητές τους ή τη θέση τους και έχουν αντικατασταθεί από ανθρώπους που λένε ανοικτά ότι στις εκλογές σημειώθηκε νοθεία.

Κι έτσι, η εισβολή στο Καπιτώλιο συνεχίζεται σε τοπικά κοινοβούλια σε όλη τη χώρα, σε μία αναίμακτη, νομιμοποιημένη μορφή, όπου ούτε η αστυνομία μπορεί να συλλάβει κάποιον ταραχοποιό ούτε οι δικαστές να τον δικάσουν.

Δεν είναι η πρώτη φορά που πολιτειακά κοινοβούλια έχουν προσπαθήσει να πάρουν τον έλεγχο των ψήφων των εκλεκτόρων από τους πολίτες τους ούτε η πρώτη φορά που έχει τονισθεί ο κίνδυνος τέτοιου τεχνάσματος. Το 1891, ο πρόεδρος Μπέντζαμιν Χάρισον προειδοποίησε το Κογκρέσο για τον κίνδυνο ότι ένα τέτοιο «κόλπο» μπορεί να αποφασίσει το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών.

 

Οι οπαδοί του Τραμπ επιτίθενται στο Καπιτώλιο (EPA/JIM LO SCALZO)

Το Σύνταγμα εγγυάται σε όλους τους Αμερικανούς μία δημοκρατική μορφή διακυβέρνησης, είπε ο Χάρισον. «Τα απαραίτητα χαρακτηριστικά αυτής της διακυβέρνησης είναι το δικαίωμα του λαού να επιλέγει τους δικούς του αντιπροσώπους» και σε αυτή την επιλογή να μετρούν όλες οι ψήφοι το ίδιο.

«Ο βασικότερος εθνικός κίνδυνος είναι η ανατροπή του ελέγχου της πλειοψηφίας μέσω της κατάπνιξης ή της διαστρέβλωσης της ψήφου του λαού». Αν μία πολιτειακή Βουλή, καταφέρει να αντικαταστήσει την λαϊκή βούληση με τη δική της, «δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η δημόσια ειρήνη μπορεί να δεχθεί σοβαρό πλήγμα».

Ενα υγιές, λειτουργικό πολιτικό κόμμα αντιμετωπίζει τις εκλογικές του ήττες αξιολογώντας τι πήγε λάθος και εντείνοντας τις προσπάθειές του να προσελκύσει τους ψηφοφόρους την επόμενη φορά. Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, όπως τα απολυταρχικά καθεστώτα σε όλο τον κόσμο, έχει αποδείξει πρόσφατα ότι δεν είναι ικανό για κάτι τέτοιο. Η ρητορική των ηγετών του κόμματος δείχνει ότι το βλέπουν ως τη μοναδική νόμιμη δύναμη που πρέπει να κυβερνήσει και έτσι βλέπουν την νίκη οποιουδήποτε άλλου ως το αποτέλεσμα νοθείας –εξ ου και το θεμελιώδες ψέμα, που προκάλεσε την επίθεση της 6ης Ιανουαρίου, ότι δηλαδή ο Τζο Μπάιντεν δεν κέρδισε τις εκλογές.

«Αυτό που προβληματίζει περισσότερο είναι ότι (αυτό το ψέμα) επιμένει παρόλα τα αποδεικτικά στοιχεία», είπε χαρακτηριστικά ο βουλευτής Ανταμ Κίνζινγκερ, ένας από τους ελάχιστους Ρεπουμπλικανούς στο Κογκρέσο, που παραμένουν αφοσιωμένοι στην εμπειρική πραγματικότητα και την αντιπροσωπευτική δημοκρατία. «Και έχω φτάσει να αναρωτιέμαι αν υπάρχει οποιαδήποτε απόδειξη που θα μπορούσε να αλλάξει τη γνώμη ορισμένων ανθρώπων».

Ένας από τους εισβολείς ποζάρει στο γραφείο της Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων Νάνσι Πελόζι (EPA)

Προς το παρόν, η απάντηση φαίνεται πως είναι, «όχι». Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, η μεγάλη πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών πιστεύει ότι ο πρόεδρος Μπάιντεν δεν εκλέχθηκε νόμιμα και το ένα τρίτο αυτών εγκρίνει τη χρήση βίας για να πετύχουν πολιτικούς στόχους. Αν βάλετε αυτά τα δύο νούμερα μαζί, έχετε τη συνταγή ακραίου κινδύνου.

Η πολιτική βία δεν είναι ένα αναπόφευκτο αποτέλεσμα. Οι ηγέτες των Ρεπουμπλικανών θα μπορούσαν να βοηθήσουν αν είναι έντιμοι και πουν την αλήθεια στους ψηφοφόρους τους και πολεμήσουν τους εξτρεμιστές ανάμεσά τους. Σε όλη τη διάρκεια της αμερικανικής ιστορίας, οι ηγέτες του κόμματος, από τον Αβραάμ Λίνκολν μέχρι τη Μάργκαρετ Τσέις Σμιθ και τον Τζον ΜακΚέιν, προς τιμήν τους, έχουν παλέψει για το ενωμένο έθνος και τη δημοκρατία.

Οπαδοί του Τραμπ έχουν καταλάβει το Καπιτώλιο. Η Αστυνομία χρειάστηκε πολλές ώρες για να τους διώξει όλους! |EPA/JIM LO SCALZO

Αλλά ούτε και οι Δημοκρατικοί είναι ανήμποροι. Διαθέτουν ενωτική ισχύ στην Ουάσινγκτον, από ό,τι φαίνεται, για τελευταία φορά για μεγάλο διάστημα. Ομως, έχουν αποτύχει μέχρι σήμερα να δράσουν όπως αρμόζει σε αυτή την επείγουσα ανάγκη. Δεν φαίνονται πρόθυμοι ή ικανοί να δράσουν για να προστατέψουν τις εκλογές και να αποτρέψουν την υπονόμευσή τους.

Μπορείτε να κατηγορήσετε τα Δημοκρατικά μέλη της Γερουσίας, Τζο Μάντσιν ή Κίρστεν Σίνεμα, αλλά το μόνο που έχει σημασία στο τέλος είναι να φέρεις σε πέρας την αποστολή σου. Για αυτό τον λόγο, ο Μπάιντεν και οι υπόλοιποι ηγέτες των Δημοκρατικών, θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν κάθε δύναμη που τους έχει απομείνει για να βάλουν τέλος στην πολιτική μέθοδο της κωλυσιεργίας (filibuster) στο Κογκρέσο, τουλάχιστον για νομοσχέδια που αφορούν τα εκλογικά δικαιώματα των ψηφοφόρων –αν όχι για όλα.

Ο,τι και αν συμβεί στην Ουάσινγκτον, τους επόμενους μήνες και τα επόμενα χρόνια, οι Αμερικανοί κάθε πολιτικής ιδεολογίας, που θεωρούν σημαντικό το δικαίωμά τους να εκλέγουν τους αντιπροσώπους τους, πρέπει να κινητοποιηθούν σε κάθε επίπεδο –και όχι μόνο μία φορά κάθε τέσσερα χρόνια αλλά και σήμερα και αύριο και την επόμενη ημέρα– για να κερδίσουν εκλογικές αναμετρήσεις και να βοηθήσουν στην προστασία των βασικών λειτουργιών της δημοκρατίας. Αν οι άνθρωποι που πιστεύουν στις θεωρίες συνωμοσίας μπορούν να κερδίσουν τις εκλογές, το ίδιο μπορούν και αυτοί που πιστεύουν σε έναν κόσμο βασισμένο στην πραγματικότητα.

Πάνω από όλα, θα πρέπει να σταματήσουμε να υποτιμούμε την απειλή που αντιμετωπίζει η χώρα. Απειρες φορές, τα προηγούμενα έξι χρόνια, συμπεριλαμβανομένων των γεγονότων της 6ης Ιανουαρίου, ο Τραμπ και οι σύμμαχοί του δεν έκρυψαν την πρόθεσή τους να κάνουν κάτι εξωφρενικό ή παράνομο ή καταστροφικό.

Κάθε φορά, η συνηθισμένη απάντηση ήταν ότι δεν σοβαρολογούν ή ότι δεν θα πετύχουν. Πόσες φορές θα πρέπει να αποδειχθεί ότι κάνουμε λάθος στην εκτίμησή μας πριν τους πάρουμε στα σοβαρά; Οσο πιο σύντομα το κάνουμε, τόσο πιο σύντομα μπορούμε να ελπίζουμε να σώσουμε τη Δημοκρατία μας που βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο».

(Διαβάστε εδώ το πρωτότυπο του άρθρου των New York Times).

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News