1080
| CreativeProtagon

Θέλει ο Τσίπρας εκλογές;

Μυρτώ Λιαλιούτη Μυρτώ Λιαλιούτη 22 Δεκεμβρίου 2020, 12:10
|CreativeProtagon

Θέλει ο Τσίπρας εκλογές;

Μυρτώ Λιαλιούτη Μυρτώ Λιαλιούτη 22 Δεκεμβρίου 2020, 12:10

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που περίμεναν πως ο Αλέξης Τσίπρας, κατά τη διάρκεια της πρόσφατης συζήτησης για τον προϋπολογισμό, θα ζητήσει εκλογές. Είχε προηγηθεί μια δήλωση του Νίκου Βούτση για την οποία αργότερα δόθηκαν οι απαραίτητες διευκρινίσεις και ένα-δύο δημοσιεύματα σε φίλα προσκείμενα ΜΜΕ για την πιθανότητα εκλογικού αιφνιδιασμού από την πλευρά της ΝΔ και του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Τα λεπτά περνούσαν και ο Τσίπρας, παρότι θα μπορούσε πολλές φορές να έχει μιλήσει για κάλπες, δεν το έκανε. Η επίσημη εκδοχή είναι η πιο καθωσπρέπει: εν μέσω πανδημίας, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης θέλει να δείξει υπευθυνότητα. Μια άλλη ανάγνωση, όμως, λέει πως δεν χρειαζόταν να ζητήσει τίποτα. Αυτό που έχει σημασία για την Κουμουνδούρου είναι η πιθανότητα πρόωρων εκλογών να μένει στη δημόσια συζήτηση, χωρίς όμως να τους κάψει –χωρίς, δηλαδή, να τους αναγκάσει να μιλήσουν πιο γρήγορα για πράγματα που δεν θέλουν.

Για τον ΣΥΡΙΖΑ οι εκλογές είναι μέτρο. Με λίγη τύχη, θα μπορούσαν να είναι ακόμα και σανίδα σωτηρίας. Όσοι ξέρουν να διαβάζουν τους αριθμούς, εντός και εκτός του κόμματος, και κυρίως όσοι αντιλαμβάνονται τι συμβαίνει, αναγνωρίζουν πως με τα σημερινά δεδομένα στην κάλπη της απλής αναλογικής το πιο πιθανό σενάριο είναι ο ΣΥΡΙΖΑ να έρθει δεύτερος. Σημασία για την επόμενη μέρα έχει το ποσοστό του: αν κρατηθεί στα επίπεδα των εκλογών του 2019, περίπου στο 30%, τότε επί της ουσίας ανακηρύσσεται κυρίαρχος προοδευτικός πόλος –ό,τι κι αν σημαίνει αυτό για την προοδευτική παράταξη στην Ελλάδα.

Με συνεχή αποτελέσματα κυβερνητικής προοπτικής, ένα νέο 30άρι και το ΠΑΣΟΚ δέκα χρόνια εκτός κυβερνητικού συναγωνισμού, δεν θα υπάρχει πια αμφιβολία για την θέση του ΣΥΡΙΖΑ στο πολιτικό σύστημα. Με τέτοιο ποσοστό, ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να δώσει την μάχη μιας ενδεχόμενης διπλής εκλογικής αναμέτρησης χωρίς να φοβάται για την διπλή ήττα του. Εκτός από την θέση του ΣΥΡΙΖΑ, με ένα ποσοστό «τύπου 2019» εξασφαλίζεται και η παραμονή του Αλέξη Τσίπρα στο τιμόνι του κόμματος –η οποία δεν αμφισβητείται σήμερα από κανέναν, αλλά κανείς δεν ξέρει τι ενδεχομένως συμβεί στην περίπτωση που τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ πέσουν κάτω από το ψυχολογικό όριο που θα έχει τεθεί. Αυτή η θέση θα οπλίσει το χέρι του προέδρου με υπερεξουσίες, ώστε να πάει στο επόμενο συνέδριο με τους όρους του και να φτιάξει ένα κόμμα όπως το θέλει, χωρίς τις αγκυλώσεις που έχει σήμερα. Στόχος, άλλωστε, θα είναι η επάνοδος στην εξουσία. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, η ίδια διαδικασία μπορεί να έχει το ίδιο αποτέλεσμα αλλά θα είναι πολλά τσακ πιο δύσκολη, θα χρειαστεί περισσότερες εσωκομματικές συναινέσεις –και θα «χτίσει» αναπόφευκτα το προφίλ του επόμενου.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, η πιθανότητα τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ να είναι όντως στα επίπεδα του 2019 μοιάζει να απομακρύνεται όλο και περισσότερο. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις τον δείχνουν να βρίσκεται σε αρκετά πιο χαμηλά δημοσκοπικά επίπεδα, ενώ στα στοιχεία της Pulse το κόμμα δείχνει να πέφτει ακόμα και με βάση τις παρόμοιες μετρήσεις του περασμένου Μαρτίου. Πράγμα που σημαίνει πως, παρότι θα μπορούσε λόγω συνθηκών, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει καταφέρει να βρει ένα αντιπολιτευτικό αφήγημα ικανό να συσπειρώσει το ακροατήριό του –η συνεχής γκρίνια για τα μέσα ενημέρωσης, το ύφος της αντιπαράθεσης στη Βουλή, αλλά και η έλλειψη ενιαίας στρατηγικής δεν έχουν βοήθησει να βρει αντιπολιτευτικό λόγο που να του ταιριάζει. Μοιάζει λες και ακροβατεί σε δύο βάρκες, μια της υπεύθυνης αντιπολίτευσης (που έχει για παρακαταθήκη κάποιες σοβαρές επιλογές που έκανε ως κυβέρνηση, όπως η Συμφωνία των Πρεσπών) και μια της λαϊκίστικης, του απόηχου του 2012. Αυτή η δεύτερη βάρκα για λίγους είναι βαρίδι -για τους περισσότερους είναι ο στόχος. Το χειρότερο; Η διχογνωμία για το αν το κόμμα είναι το ένα ή το άλλο μοιάζει τόσο μεγάλη, που επιλέγεται πλέον ανά περίπτωση το προφίλ που συμφέρει κάθε φορά την Κουμουνδούρου.

Ενα κόμμα σε αυτή τη κατάσταση δεν θα ήθελε σε καμία περίπτωση να μιλάει για εκλογές. Ο ΣΥΡΙΖΑ, όμως, θέλει πάντα να θυμίζει την πιθανότητα εκλογικού αιφνιδιασμού. Γιατί, στην συγκεκριμένη φάση, αυτός ο φόβος είναι το μοναδικό πράγμα που λειτουργεί συσπειρωτικά. Η πιθανότητα ο Κυριάκος Μητσοτάκης να πάει σε πρόωρες κάλπες και να βρει τον μηχανισμό απροετοίμαστο κρατάει εκείνους που έχουν αποφασίσει να του δώσουν μια ακόμα ευκαιρία να κυβερνήσει.

Κι αυτοί, βέβαια, βλέπουν τα προβλήματα. Βλέπουν, όμως, και την λύση: ακόμα και το 2015, στην πιο δημοφιλή εποχή του, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να πάρει ποσοστό ικανό ώστε να κυβερνήσει μόνος του, χρειάστηκε το συμπλήρωμα των ΑΝΕΛ. Είναι, επομένως, μάλλον ανέφικτο να περιμένει, ακόμα κι αν κερδίσει, να μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση. Σε αντίθεση με όσα συνέβησαν εκείνον τον Ιανουάριο, σε αυτή τη Βουλή δεν υπάρχουν πρόθυμοι σχηματισμοί ή αρχηγοί σαν τον Πάνο Καμμένο. Δεν χρειάζεται, όμως, να υπάρχουν: αρκεί η καλλιέργεια της υποψίας ότι κάποιοι (δηλαδή το ΚΙΝΑΛ και η Φώφη Γεννηματά) την κατάλληλη στιγμή, θα πράξουν αυτό που συμφέρει περισσότερο τον ΣΥΡΙΖΑ, ώστε η Κουμουνδούρου να συμπιέσει την κεντροαριστερή εκλογική βάση και να φτάσει στον στόχο της –δηλαδή στο ρεαλιστικό 30%. Εξού και τα «ανοίγματα» από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ τον τελευταίο καιρό, που είναι περισσότερο επικοινωνιακά παρά ουσιαστικά.

Ακόμα κι έτσι, όμως, η επιμονή στο σενάριο των πρόωρων εκλογών είναι ριψοκίνδυνη. Γιατί μπορεί μεν με αυτόν τον τρόπο ένα μεγάλο κομμάτι των συριζαίων ψηφοφόρων να μην προσχωρεί στους αναποφάσιστους, όμως αν οι κάλπες όντως έρθουν πρόωρα, η θέση του ΣΥΡΙΖΑ θα είναι πιο δύσκολη απ’ ό,τι είναι σήμερα. Αν ο Μητσοτάκης αποφασίσει να προκηρύξει εκλογές στο τέλος του 2021, σε έναν χρόνο δηλαδή από τώρα, ο ΣΥΡΙΖΑ θα έρθει αντιμέτωπος με το κύμα αισιοδοξίας λόγω εμβολίου και με ένα ισχυρό πακέτο πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης.

Η κυβέρνηση, αν τα πράγματα «γυρίσουν» με τους εμβολιασμούς, θα θελήσει –λέει το αντίστοιχο σενάριο- να κάνει εκλογές πριν η αισιοδοξία κατακάτσει και η κοινωνία έρθει αντιμέτωπη με τις συνέπειες των συνεχόμενων lockdowns και των δανεισμών που σήμερα επιτρέπονται από την ΕΚΤ με χαμηλά επιτόκια. Πριν, άρα, αφήσει ευρύτερο πεδίο δράσης στην αντιπολίτευση -μεγαλύτερο από αυτό που αφήνει σήμερα και το οποίο, για διάφορους λόγους, δεν της έχει κοστίσει. Αν δε, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν καταφέρει να γίνει αποδέκτης έστω της σημερινής φθοράς, τότε δεν αποκλείεται να βρεθεί σε μια κατάσταση πιο δύσκολη απ’ όσο θα δείχνει το ποσοστό του: οι πασοκογενείς φίλοι του θα συνειδητοποιήσουν ότι το ενδεχόμενο επιστροφής στην εξουσία, έστω σε έξι χρόνια από σήμερα, είναι όνειρο θερινής νυκτός και θα ψάξουν αποκούμπι αλλού.

Μα, θα πει κανείς, δεν υπάρχει «αλλού». Αν ήθελαν να έχουν πάει στη ΝΔ ή στο ΚΙΝΑΛ θα το είχαν κάνει ήδη. Αυτού του είδους οι ψηφοφόροι, ωστόσο, έχουν την τάση να σε εγκαταλείπουν όταν θεωρήσουν πως δεν έχεις κάτι να τους δώσεις. Και αυτή τη στιγμή, «δανείζουν» χρόνο στον ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί; Γιατί έρχονται εκλογές.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News