444
| CreativeProtagon/Shutterstock

Ταξιδεύοντας δίπλα στη θάλασσα με Θεοδωράκη

Χριστίνα Πουτέτση Χριστίνα Πουτέτση 3 Σεπτεμβρίου 2021, 20:46

Ταξιδεύοντας δίπλα στη θάλασσα με Θεοδωράκη

Χριστίνα Πουτέτση Χριστίνα Πουτέτση 3 Σεπτεμβρίου 2021, 20:46

«Στο περιγιάλι το κρυφό κι άσπρο σαν περιστέρι»…

Έτσι ξεκινούσε το ταξίδι. Το ταξίδι προς τη θάλασσα. Τη θάλασσα του Ιονίου.

Η κασέτα 8 track εφάρμοζε στο κασετόφωνο του κυπαρισσί Audi 100 LS με το ξύλινο ταμπλό.

Και το ταξίδι ξεκινούσε.

Ασπρόπυργος, Κακιά Σκάλα, Κόρινθος και μετά Ρίο για το ferry boat, Αιτωλικό, Αγρίνιο, Αμφιλοχία, Άκτιο για ένα ακόμα ferry boat. Και επιτέλους φθάναμε.

Το ταξίδι διαρκούσε σχεδόν έξι ώρες.

Η κασέτα έπαιζε στη διαδρομή.

Κάποια στιγμή, όλοι συναντηθήκαμε με τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. Για μένα και τον αδελφό μου, αυτό συνέβαινε, πιτσιρίκια τότε, στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του πατέρα μας, καθώς ταξιδεύαμε για την Πρέβεζα στα τέλη του ’70. Ο Θεοδωράκης ήταν η μουσική που άκουγε στο αυτοκίνητο.

Εμείς την ακούγαμε στα ταξίδια. Μια και τότε μέναμε για τόση ώρα στο αυτοκίνητο του μπαμπά.

Το άκουσμα και τα λόγια μας ξένιζαν. Μας φαίνονταν «βαριά», «σοβαρά». Για τους μεγάλους.

Όταν όμως ερχόταν η σειρά του «Η Μαργαρίτα, η Μαργαρώ», αναθαρρούσαμε. Και συνοδεύαμε ρυθμικά τους στίχους ως χορωδία.

Για να συνεχίσουμε με το «Είμαστε δυο, είμαστε τρεις, είμαστε χίλιοι δεκατρείς». Και μετά «Στρώσε το στρώμα σου για δυο».

Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, Λειβαδίτης, Αναγνωστάκης.

Μπιθικώτσης, Φαραντούρη, Δημητριάδη, Καλογιάννης.

«… Ανάθεμα την ώρα, κατάρα στη στιγμή, σκοτώσαν οι εχθροί μας το γελαστό παιδί…»

Μα γιατί να ακούμε λυπητερά τραγούδια, όταν ταξιδεύουμε για διακοπές;

Η κασέτα τελείωνε με το «Της δικαιοσύνης ‘Ηλιε νοητέ». Το πιο δωρικό απ’ όλα. «.. μη παρακαλώ σας μη, μη λησμονάτε τη χώρα μου».

Εκεί, στο πίσω κάθισμα, με φόντο τη θάλασσα και τον αέρα να μας φυσάει από τα ανοιχτά παράθυρα, προσπαθούσαμε να κάνουμε τα λόγια που ακούγαμε, εικόνες. Η μουσική υποβλητική, δεν άφηνε περιθώρια. «Ένα το χελιδόνι και η άνοιξη ακριβή, για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή…».

Για εμάς τα μικρά, δεν υπήρχαν τα βιώματα της δικτατορίας, των αγώνων, του Πολυτεχνείου.

Τα λόγια και η μουσική όμως «έγραψαν» στη μνήμη. Σαν αποτύπωμα. Έμειναν στο υποσυνείδητο. Μεγαλώνοντας, σε κάθε φάση της ζωής μας, συναντιόμασταν ξανά με τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη.

Πια, με περισσότερη γνώση, με ακούσματα, με πιο έντονη αντίληψη της ιστορίας και της πολιτικής διαδρομής της χώρας. Με αίσθηση του εύρους και της εμβέλειας του συνθέτη Θεοδωράκη στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Με συνείδηση του εκτοπίσματος του ανδρός και της θέσης του στη μουσική και στους αγώνες για δημοκρατία.

Και ανάμεσα σε όλα αυτά έμπαιναν οι μνήμες από τα παιδικά χρόνια και τα καλοκαιρινά ταξίδια στην Πρέβεζα, με τον ήλιο να μας χτυπάει από το πλάι, καθώς διασχίζαμε ανέμελοι την Ελλάδα για την οποία ο Μίκης Θεοδωράκης αγωνίστηκε με το πάθος, τις ιδέες και τις μελωδίες του.

Μνήμες αγαπημένες, χρόνια αθωότητας και ασφάλειας, για δύο πιτσιρίκια στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του μπαμπά τους.

Έτσι γνώρισα τον Μίκη Θεοδωράκη.

Μου τον σύστησε ο πατέρας μου.

Κι έτσι κάπως, αργότερα, γνώρισα κι εκείνον.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News