469
| CreativeProtagon/Shutterstock

Ο μουρμούρης ξενοδόχος

Δημήτρης Ευθυμάκης Δημήτρης Ευθυμάκης 2 Αυγούστου 2022, 20:42
|CreativeProtagon/Shutterstock

Ο μουρμούρης ξενοδόχος

Δημήτρης Ευθυμάκης Δημήτρης Ευθυμάκης 2 Αυγούστου 2022, 20:42

Θα έχει περάσει καμιά δεκαετία, αλλά θυμάμαι τη συζήτησή μας πολύ καθαρά. Καθόμουν εγώ στο μπαλκόνι του δωματίου στο οποίο έκανα διακοπές, που προφανώς ήταν στην ίδια νοητή ευθεία με τη ρότα των αεροπλάνων που ανεβοκατέβαιναν στο αεροδρόμιο της Ζακύνθου. Τα χάζευα γιατί έκαναν διαρκώς κύκλους πάνω απ’ το κεφάλι μας, μέχρι να πάρουν σειρά και να προσγειωθούν. Μιλιούνια ήταν τα αεροπλάνα, Αύγουστος μήνας γαρ και το νησί –αν θυμάμαι καλά– είχε πάνω από ενενήντα πτήσεις τσάρτερ την ημέρα. 

Ο ξενοδόχος στεκόταν στην έξω πλευρά του υπερυψωμένου μπαλκονιού και τα κοίταζε μαζί μας. «Χαμός από κόσμο», του είχα πει, «σε λίγο δεν θα ξέρετε τι να τους κάνετε τόσους τουρίστες». Με είχε κοιτάξει με μια γκριμάτσα απαξίωσης στο πρόσωπό του. «Μην τα βλέπεις έτσι. Κόσμος έρχεται, αλλά λεφτά δεν κουβαλάει. Μπατίρηδες. Ολη μέρα μέσα στο ξενοδοχείο τη βγάζουν και τρώνε τα σκουπίδια που τους δίνουν τσάμπα οι μεγαλοξενοδόχοι. Μας έχει καταστρέψει το βραχιολάκι. Ούτε μεροκάματο δεν βγάζουμε, θα το κλείσω να ησυχάσω».

Πέρασα ξανά φέτος. Δεν βρήκα δωμάτιο να μείνω, παρά το γεγονός ότι το τότε μικρό ξενοδοχείο των δεκαπέντε δωματίων είχε γίνει κανονική μονάδα με σαράντα δωμάτια. Ο ξενοδόχος, πιο ασπρομάλλης από τότε και πιο παχύς, με θυμήθηκε. Το επάγγελμά μου, βλέπετε, που κάνει τους ανθρώπους να μας προσέχουν λίγο παραπάνω και να μας θυμούνται λίγο περισσότερο. 

Λυπήθηκε –μου είπε– που δεν μπορεί να με βολέψει, για δωμάτιο έπρεπε να έχω πάρει τηλέφωνο από Μάρτη-Απρίλη. Αν ήθελα όμως, είχε μια βίλα να μου δώσει παραδίπλα με ιδιωτική πισινούλα, από ακύρωση, 430 ευρώ τη βραδιά την έδινε, αλλά για μένα 380. Κοιμίζει όμως έξι άτομα, μου διευκρίνισε. Τέσσερις βιλίτσες έχει φτιάξει στην πλαγιά παρακάτω, «για τους καλούς πελάτες» μου διευκρίνισε ξανά. 

Του απάντησα χαμογελώντας ότι δεν είμαι εγώ για 380 ευρώ τη βραδιά και ας ήταν με έκπτωση. «Πάντως, χαίρομαι που βλέπω ότι μεγαλώνεις τη δουλειά σου, μπράβο. Και φέτος, πάτε καλά έτσι;». Μεμιάς πήρε ξανά εκείνο το ύφος κακομοιριάς που είχε πριν από δέκα χρόνια. «Ναι, καλύτερα από πέρυσι και πρόπερσι, αυτά δα έλειπε. Αλλά μη νομίζεις, κόσμος έρχεται αλλά έχει καβούρια στην τσέπη. Κρίση περνά η Ευρώπη, ο σημερινός Ευρωπαίος δεν έχει καμιά σχέση με τον παλιό. Μετράει και το σεντς. Τις δε ζημιές που συσσωρεύσαμε τα δύο τελευταία χρόνια, ούτε σε μια δεκαετία δεν θα καταφέρουμε να τις ισοφαρίσουμε. Βοήθεια από το κράτος; Καμία, μόνο κοροϊδίες. Τι τα θες; Στην αρχή κάθε σεζόν προβληματίζομαι σοβαρά μήπως με συμφέρει καλύτερα να το κλείσω, παρά να το δουλεύω».

Αν αξιωθώ να βρεθώ ξανά στη Ζάκυνθο (και στην κάθε Ζάκυνθο για να μιλήσω με τον κάθε ξενοδόχο) το 2032, είμαι βέβαιος ότι τα σαράντα δωμάτιά του θα έχουν γίνει ογδόντα και οι τέσσερις βίλες του δώδεκα. Και όλο θα προβληματίζεται αν (μέσα σε τούτη την ανέχεια και την κακομοιριά) τον συμφέρει να τα κρατά ανοικτά ή να τα κλείσει τα ρημαδιασμένα…

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News