472
| CreativeProtagon/Intimenews

Και που λες, Ευτυχία…

Ρέα Βιτάλη Ρέα Βιτάλη 12 Φεβρουαρίου 2021, 13:17
|CreativeProtagon/Intimenews

Και που λες, Ευτυχία…

Ρέα Βιτάλη Ρέα Βιτάλη 12 Φεβρουαρίου 2021, 13:17

Τι σόι άνθρωπος… Μια σκυφτή φιγούρα. Ο Αντώνης Καλογιάννης. Ενας διάσημος άσημος. Μοναχικός. Και ένα χαμόγελο που μόλις σχηματίζονταν στα μάτια του, μάλλον αιφνιδίαζε και τον ίδιο, οπότε, κατέβαζε το βλέμμα σαν να το ντρεπόταν ότι φάνηκε. Τι σόι άνθρωπος; Εβραζαν τα στάδια, οι κερκίδες σείονταν με Θεοδωράκη, «ήμασταν δυο, ήμασταν τρεις, ήμασταν χίλιοι δεκατρείς».

Οντως, χίλιοι δεκατρείς ήμασταν. Και παρασύρονταν τα χέρια μας σε μια μπουνιά στον αέρα, ότι θα γαμήσουμε το σύμπαν, θ’ αλλάξουμε τον κόσμο. Γενικώς. Ολα! Ολα, κάπως θα τα πιάσουμε και θα τα φέρουμε, τα πάντα-όλα τούμπα. Ηταν μια μεταδοτική ανάταση, μια μεταδοτική επαναστατικότητα, μια ορμή.

Μόνο εκείνος, αν και πρωταγωνιστική μορφή στα στάδια εκείνα, δεν έμπαινε στο «τριπάκι». Τι τον κρατούσε; Μια ακραία αυτοσυγκράτηση. Ενας τραγουδιστής που ενώ μαρκάρισε με τα τραγούδια του τη γενιά μας, ενώ συνόδευσε πολλές στιγμές μας, ενώ τρυπώνει στη σκέψη μας με το που ακούς, για παράδειγμα, «Αννούλα»…«Αχ Αννούλα του χιονιά» σαν σύνθημα-παρασύνθημα…

Ενώ ήταν, όπως το είπα στην αρχή, διάσημος, διάσημος, διάσημος, αυτοσυγκρατήθηκε «άσημος». Δεν αναμείχθηκε. Στάθηκε κάπου παραδίπλα μας, στο παραδίπλα τραπέζι, στο παραδίπλα αυτοκίνητο, στο παραδίπλα βραχάκι. Στο κοινό «τοπίο» δεν μοιραστήκαμε κοινή θέα, αλλά νιώσαμε κοινά. Με τον Καλογιάννη ενώνονταν τα μελαγχολικά μας, ήσυχα ξεφύσαγαν ανικανοποίητα που γνωρίζαμε ότι δεν θα ικανοποιούνταν ποτέ, γιατί έτσι. Γιατί έτσι είναι η ζωή. Ηταν ένα γλυκό γκρι, γαλήνης, συγκατάβασης.

Τα τραγούδια του αυτόματα μου φέρνουν στη σκέψη τα μάτια της μάνας μου. Είχε τις κασέτες του, τους δίσκους του, νομίζω πήγαινε και στο Taboo να τον ακούσει. (Ενα κέντρο τής τότε εποχής.) Θυμάμαι καλοκαίρια σε θάλασσα, σε γεμάτα φεγγάρια, σε νύχτες. Ο,τι και να ερχόταν στη ζωή της, το έβγαζε πέρα. Αρνί σε κόσμο λύκων, τους πάλεψε χωρίς όμως να λυκέψει. Δεν τους χαράμισε τον εαυτό της, το Βεττάκι. Τον κράτησε καθαρό. Ούτε ποτέ μιζέριασε να εκφράζει παράπονα.

Ολα στη ζωή και, άλλωστε, δεν την έφτανε ο χρόνος για γκρίνιες. Είχε και έχει εξαιρετική αίσθηση του μικρού μας χρόνου στη γη. Μας το μετέδωσε. Ολα τα δράματα κατέληγαν σε ένα γέλιο. Εκτός από μερικά. Που καταλήγουν πάντα σε ένα στιγμιαία πονεμένο χαμόγελο. Οπως όταν σιγοντάρει τον Αντώνη της νοητής κασέτας της, «Και που λες, Ευτυχία, ευτυχία δεν βρήκαμε. Λίγα μόνο στοιχεία ευτυχίας χαρήκαμε…».

Διαβάζοντας για τον θάνατο του Αντώνη Καλογιάννη, σιγοτραγούδησα. Τους σπουδαίους καλλιτέχνες δεν τους κλαις, τους σιγοτραγουδάς. Θα τον ξαναβρούμε στους μπαχτσέδες; Αυτόν που μοιραστήκαμε μαζί το γλυκό μας γκρι; Της στιγμής. Οι στιγμιαία αχάριστοι.

Υ.Γ Μόλις παρέδωσα το χρονογράφημά μου της τηλεφώνησα «Ποιο ήταν το πιο αγαπημένο σου τραγούδι από όλα του Καλογιαννη;», «Aνοιξε το παράθυρο να μπει, δροσιά να μπει του Μάη. Εμείς γι’ άλλου κινήσαμε γι’ άλλου, κι άλλου η ζωή μας πάει» μου τραγούδησε. «Βεττάκι μου νόμιζα ότι ήταν αυτό που έλεγε «και που λες Ευτυχία, ευτυχία δεν βρήκαμε» της είπα . «Όλα του Καλογιάννη τα αγαπούσα. Και αυτό σίγουρα, σίγουρα. Αλλά, Ε όχι και δεν βρήκαμε ευτυχία!». Είδατε; Ζωή ζωένια.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News