550
| CreativeProtagon/Shutterstock

Η μέρα που καταστράφηκε η φόρμα μου

Λίλα Σταμπούλογλου Λίλα Σταμπούλογλου 1 Ιανουαρίου 2021, 10:15
|CreativeProtagon/Shutterstock

Η μέρα που καταστράφηκε η φόρμα μου

Λίλα Σταμπούλογλου Λίλα Σταμπούλογλου 1 Ιανουαρίου 2021, 10:15

«Τι θα θυμάσαι από το 2020;» με ρώτησε μια φίλη σε μια από τις γιορτινές διαδικτυακές συναντήσεις μας και ύστερα από δύο ποτά. 

«Τη φόρμα που χάλασε!» είπα αυθορμήτως. 

Αν δεν είχα πιει τα ποτάκια, μπορεί και να ντρεπόμουν να το ξεστομίσω. Μα, τη φόρμα; Εδώ έγιναν πράγματα και θάματα, γύρισε ο κόσμος ανάποδα, εγκλωβιστήκαμε σπίτια μας, χάσαμε δουλειές, αγκαλιές, βόλτες, ταξίδια, ανθρώπους, κι εσύ έχεις εστιάσει σε μια φόρμα; 

Ναι, γιατί εκείνη η φόρμα δεν ήταν σαν τις άλλες. Ηταν άνετη, αλλά αγκάλιαζε ωραία το σώμα, πράγμα σπάνιο για φόρμα. Θα μπορούσε να είναι μια φόρμα υψηλής ραπτικής, να την έχει φτιάξει μοδίστρα σε κάποιο ακριβό προάστιο του Λονδίνου για να τη φοράει η Κέιτ Μίντλετον, όταν αράζει μέσα στα ανάκτορα. Από ένα κατάστημα του συρμού την αγόρασα τη φόρμα, μη φανταστείτε, αλλά της άλλαξα το ιστορικό γιατί δεν της άξιζε τέτοια ταπεινή καταγωγή. Τόσο ωραία ήταν.

Και πού δεν την έβαλα, όλο το 2020 αυτήν φορούσα. Καταρχάς, ταίριαζε σε όλα τα νούμερα μετακινήσεών μου. Μ’ έβγαλε ασπροπρόσωπη σε άπειρες ώρες τηλεργασίας και συνδυάστηκε επιτυχώς με όλα τα πουκάμισα της ντουλάπας μου σε τηλεδιασκέψεις. Μαγειρέψαμε μαζί όλες τις συνταγές του Ακη Πετρετζίκη, συμμαζέψαμε από δυο-τρεις φορές τις ντουλάπες, βουλιάξαμε στον καναπέ, τσακωθήκαμε, φιλιώσαμε, είδαμε ντουζίνες επεισόδια σειρών στο Netflix. 

Αμα με ρωτούσαν ποια τρία πράγματα θα έπαιρνα μαζί μου στην πανδημία, αυτή η φόρμα θα ήταν οπωσδήποτε στη λίστα. Ηταν το πιο απαραίτητο αντικείμενο του εγκλεισμού μου, μετά το φαΐ και την οθόνη (και το αλκοόλ). Ενα απαλό, ελαστικό μαύρο ύφασμα, που έντυνε τον, σε περιορισμό, εαυτό μου, κάνοντάς τον να νιώθει λίγο καλύτερα με ό,τι του συμβαίνει. Ηταν το στυλιστικό διεγερτικό μου, μέσα στην ανυπόφορη μονοτονία των ατσούμπαλων, άχαρων, άγευστων ρούχων σπιτιού.

«Και πώς σου χάλασε η φόρμα;» με ρώτησε η φίλη, που επειδή είναι φίλη, κάθισε στο Zoom ν’ ακούσει το δράμα μου μέχρι τέλους. 

Ηταν πρωί, ένα από αυτά τα ηλιόλουστα πρωινά του Δεκέμβρη που νομίζεις ότι φτάνει το Πάσχα. «Να βγάλεις έξω τα παιδιά να περπατήσετε», μου είπε ο άνδρας μου. «Αποκλείεται», του λέω, «σήμερα βαριέμαι πιο πολύ κι από εισπράκτορα διοδίων. Σκέφτομαι ότι θα δω για ακόμα μία φορά το τετράγωνο και μου έρχεται να κόψω φλέβα» 

Κι έτσι μείναμε σπίτι. Τα παιδιά έβγαλαν τα μπλοκ, τους μαρκαδόρους, τα ψαλίδια και άρχισαν τις χειροτεχνίες. Κι εγώ, πήγα να βάλω πλυντήρια και ξεχάστηκα στις δουλειές μου. 

Κάποια στιγμή, μια φωνούλα με φώναξε: «Μαμά, έλα να δεις, έκοψα μαύρα προβατάκια!». Είδα από μακριά δυο μαύρα κομμάτια σε σχήμα προβάτου, να υψώνονται σε περήφανα παιδικά χέρια. 

«Πού το βρήκανε το μαύρο χαρτόνι; Εμείς δεν έχουμε μαύρο χαρτόνι σπίτι», σκέφτηκα. Η καρδιά μου σφίχτηκε. Μήπως άφησα τη φόρμα μου στο σαλόνι; 

Ναι, εκεί την άφησα γιατί ήθελα να την πλύνω. Ηταν διπλωμένη πάνω στο τραπέζι, αυτό, που από τη στιγμή που έκλεισαν τα σχολεία, έγινε πάγκος δημιουργικής απασχόλησης.

Πλησίασα και την είδα. Ο,τι είχε απομείνει από αυτήν. Ενα λάστιχο, ο καβάλος, λίγο δεξί μπατζάκι και λίγο αριστερός γοφός. Ολο το υπόλοιπο είχε γίνει ένα κοπάδι μαύρων προβάτων.

Μπήκα στο μπάνιο κι έκλαψα, έκλαψα, έκλαψα. Για την αγαπημένη μου φόρμα, για τη χρονιά που έβγαλα με μια φόρμα, για τη χρονιά που μ’ έκανε να κλαίω για μια φόρμα. 

ΥΓ. «Να σκέφτεσαι ότι υπάρχουν και χειρότερα. Να μην πετσόκοβαν τα πιτσιρίκια τη φόρμα σου. Να πετσόκοβαν τις μάσκες σου», μου είπε η φίλη. 

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News