1661
| ΙΝΤΙΜΕΝΕWS/ CreativeProtagon

Γιατί είναι και παιδαγωγικά απαράδεκτος ο Μπογδάνος

Νίκος Σαλτερής Νίκος Σαλτερής 17 Σεπτεμβρίου 2021, 21:20
|ΙΝΤΙΜΕΝΕWS/ CreativeProtagon

Γιατί είναι και παιδαγωγικά απαράδεκτος ο Μπογδάνος

Νίκος Σαλτερής Νίκος Σαλτερής 17 Σεπτεμβρίου 2021, 21:20

Η κοινοποίηση από τον βουλευτή της ΝΔ, Κ. Μπογδάνο, ονομαστικού καταλόγου μαθητών νηπιαγωγείου του κέντρου της Αθήνας καταδικάστηκε ως απαράδεκτη. Σωστά. Νομικά παραβιάζει προσωπικά δεδομένα, ηθικά στοχοποιεί ανήλικα παιδιά σε αβεβαιότητα και πολιτικά επισημαίνει την ακροδεξιά παρουσία στις γραμμές του κυβερνώντος κόμματος, σε μια συγκυρία που οι κεντρώοι-κεντροαριστεροί ψηφοφόροι του είναι αν όχι δυσαρεστημένοι, τουλάχιστον σε αμηχανία (βλέπε πρόσφατο ανασχηματισμό).

Ταυτόχρονα, βέβαια, απαράδεκτη είναι μέχρι σήμερα και η στάση του υπουργείου Παιδείας. Δεν έχει εκδώσει καταδικαστική ανακοίνωση –μια ανακοίνωση που θα έπρεπε να θυμίζει στον κ. βουλευτή και τους ομοίους του τις θεμελιακές αρχές του ελληνικού δημοκρατικού σχολείου, καθώς και το γεγονός ότι η παρουσία παιδιών μεταναστών στις τάξεις του προσθέτει και δεν αφαιρεί στα επιδιωκόμενα παιδαγωγικά και διδακτικά αποτελέσματα. Επιπροσθέτως, ως όφειλε υπηρεσιακά, δεν έχει παραγγείλει σχετική ΕΔΕ, ώστε να διαπιστωθεί πώς διέρρευσε ο σχετικός κατάλογος. Παρόμοια ΕΔΕ έπρεπε να έχουν παραγγείλει αυτοδικαίως και με βάση τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα η Περιφερειακή Διεύθυνση Αττικής ή η Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Αθήνας. (Κανείς, όμως, δεν περιμένει παρόμοιες ενέργειες από την κομματικά ελεγχόμενη εδώ και δεκαετίες διοίκηση της εκπαίδευσης.)

Η ουσία, βέβαια, της σχετικής ανάρτησης πέρα από τον νομικά, ηθικά και πολιτικά απαράδεκτο χαρακτήρα της έγκειται στην ακροδεξιά αντίληψη που την υπαγόρευσε. Αντίληψη που θεωρεί ότι η παρουσία παιδιών μεταναστών στο ελληνικό σχολείο αποτελεί απειλή για το ίδιο και κατά προέκταση για το μέλλον της χώρας.

Ας επικεντρώσουμε λοιπόν συνοπτικά, ιδιαίτερα για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τη σύγχρονη παιδαγωγική και με ό,τι έχει συμβεί τις τελευταίες δεκαετίες στο σχολείο μας, στο ελληνικό σχολείο μας, στο τι δηλαδή αγνόησε εντελώς ο κ. Μπογδάνος, πριν πετάξει τη «μολότοφ» που καίει πριν από όλα τις υποτιθέμενα «εθνικές» του προθέσεις.

Θα έπρεπε, λοιπόν, να γνωρίζει ο βουλευτής ότι το ελληνικό σχολείο, ως ευρωπαϊκό, εμπνέεται από τις αρχές του Διαφωτισμού και το Ελληνικό Σύνταγμα. Ετσι, θεσμικά δεν διακρίνει τους μαθητές του σύμφωνα με το φύλο, τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, το ονοματεπώνυμό τους και οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό της ταυτότητάς τους. Τους αντιμετωπίζει όλους ισότιμα με βάση της ιδιότητά τους ως μαθητές του και μόνο.

Σε αυτή τη θεμελιακή αρχή του σχολείου μας έγκειται και η ανεκτικότητα στο «διαφορετικό». Κι αυτό το χαρακτηριστικό του καθορίζει αποφασιστικά τον παιδαγωγικό του χαρακτήρα. Για να γίνει κατανοητή η σπουδαιότητα αυτής της αρχής και να μην εκληφθεί ως ηθικίζων βερμπαλισμός κενός περιεχομένου, ας αναλογιστούμε τι θα συνέβαινε στην αντίθετη περίπτωση. Αν σε μια τάξη ή στο προαύλιο ενός σχολείου μας επικρατούσαν η διάκριση των μαθητών σε επιμέρους ομάδες, κάποιες προτιμητέες και άλλες μη. Ο,τι ονομάζουμε «παιδαγωγικό κλίμα» θα είχε καταστραφεί εξ αρχής. Το μίσος τού ενός έναντι του άλλου, οι συνεχείς εντάσεις και κατηγοριοποιήσεις και, συνακόλουθα, η απέχθεια μεγάλης μερίδας «μη εκλεκτών» μαθητών τους για τους δασκάλους τους θα ήταν στην ημερήσια διάταξη. Έτσι, συνθήκες που αποτελούν προϋπόθεση για τη μάθηση και την αγωγή, όπως είναι η αποδοχή του «άλλου», η συνεργασία των μαθητών και η αλληλεγγύη σ’ όσους έχουν μεγαλύτερες διδακτικές ανάγκες θα ηχούσαν ως κακόγουστα αστεία.

Κάποιοι βέβαια, μπορεί να ισχυριστούν ότι οι «ομοιογενές» τάξεις είναι παιδαγωγικά και μαθησιακά ανώτερες. Αυτοί, όμως, όπως ο κ. Μπογδάνος, παραβλέπουν δύο πράγματα. Πρώτον, ότι η ύπαρξη ομοιογενών τάξεων αποτελεί ένα ξεπερασμένο μύθο. «Ομοιογενείς» τάξεις ουδέποτε υπήρξαν ακόμα και στο αμιγώς «εθνικό» σχολείο, όπως έχει δείξει με πολλούς τρόπους η σύγχρονη εκπαιδευτική έρευνα. Επίσης, κλείνουν πεισματικά τα μάτια στην πραγματικότητα. Διότι ήταν ακριβώς μετά το 1990 όταν στα ελληνικά σχολεία υποδεχτήκαμε το πρώτο κύμα παιδιών μεταναστών από τη γειτονική Αλβανία, που η παρουσία αυτών των παιδιών έδωσε την ευκαιρία στους έλληνες εκπαιδευτικούς να προετοιμάσουν τα Ελληνόπουλα με τον πιο φυσιολογικό τρόπο, ώστε αυτά να ζήσουν σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία, όπως εξελίσσεται εκ των πραγμάτων και η ελληνική.

Στο σχολείο μας, εδώ και τέσσερις δεκαετίες ο «άλλος» έπαψε να είναι ο μακρινός άγνωστος και έγινε ο συμμαθητής του διπλανού θρανίου, ο φίλος που καθόμαστε μαζί. Αυτή η «ζύμωση», που ευτυχώς για την πατρίδα μας υπαγορεύτηκε θεσμικά και σήμερα αντιμετωπίζει σποραδικές και μόνο αντιδράσεις, αποτελεί τον βασικό παράγοντα που συμβάλλει μακροχρόνια στη συνοχή της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Γιατί όταν το σχολείο αποδέχεται τον εθνικά «άλλο» και τον αντιμετωπίζει με ισότητα και «άλλος» με τη σειρά του αποδέχεται το σχολείο και κατ’ επέκταση την κοινωνία και τη χώρα υποδοχής.

Τι σημαίνει κάτι τέτοιο και γιατί στη χώρα μας δεν παρατηρούνται εντάσεις κοινωνικού χαρακτήρα με αφορμή εθνικά ταυτοτικά στοιχεία, όπως συμβαίνει αλλού, κάποιος πρέπει να το πει στον βουλευτή.

Εννοείται ότι η μετεξέλιξη του ελληνικού σχολείου από αποκλειστικά «εθνικό» σε πολυπολιτισμικό (ακόμα και στο πιο απομακρυσμένο χωρίο πλέον υπάρχουν στα σχολεία παιδιά μεταναστών) έθεσε και θέτει καθημερινά προβλήματα και νέες προκλήσεις στους έλληνες εκπαιδευτικούς, που έχουν εκπαιδευτεί ως «εθνικοί» δάσκαλοι.

Στην πράξη όμως, η παρουσία των μεταναστόπουλων κινητοποίησε στην πλειοψηφία των δασκάλων τα επαγγελματικά τους αντανακλαστικά με αποτέλεσμα αυτοί να ανταποκριθούν σε μεγάλο βαθμό στον νέο τους ρόλο και κατ’ επέκταση στα νέα διδακτικά και παιδαγωγικά τους καθήκοντα. Γιατί είναι αλήθεια ότι τόσο η διδασκαλία όσο και η διαπαιδαγώγηση τάξεων με μεταναστόπουλα, των οποίων η οικογενειακή κουλτούρα διαφέρει από αυτή των Ελλήνων, απαιτεί νέες και πιο σύνθετες διδακτικές δεξιότητες και εκλεπτυσμένη παιδαγωγική προσέγγιση.

Με δυο λόγια, η ύπαρξη παιδιών μεταναστών στα σχολεία μας έκανε μεγάλο ποσοστό των εκπαιδευτικών μας πιο ικανούς εκ των πραγμάτων. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι έλαβαν ελάχιστη, σχετική επιμορφωτική στήριξη από την Πολιτεία όλα αυτά τα χρόνια.

Δεν «φταίνε» οι μετανάστες και πολύ περισσότερο τα παιδιά τους, αν πλειοψηφούν σε μια περιοχή. Αντιθέτως, αν αυτά τα παιδιά δεν υπήρχαν, τα σχολεία της εν λόγω περιοχής δεν θα λειτουργούσαν εδώ και χρόνια

Σήμερα, όποιος δάσκαλος έχει εμπειρία διδασκαλίας και παιδαγωγική σχέση με τάξεις πολυπολιτισμικές γνωρίζει ότι το μάθημα σε αυτές –και ιδιαίτερα στο νηπιαγωγείο, τη σοβαρότερη βαθμίδα των σχολικών συστημάτων– μπορεί να παρουσιάζει δυσκολίες αλλά ταυτόχρονα έχει μεγάλο ενδιαφέρον και πολλές πηγές άντλησης θεμάτων, που εμπλουτίζουν την καθημερινή διδασκαλία με τον καλύτερο τρόπο και εγείρουν το ενδιαφέρον των μαθητών τους.

Παράλληλα, έχει δοκιμάσει τόσο αυτός όσο και οι μαθητές και μαθήτριες του την ικανοποίηση που δίνει το αίσθημα ότι η τάξη αναβαθμίζεται ουσιαστικά σε συνεκτική και δημιουργική ομάδα εργασίας (επιτρέψτε μου την υπερβολή).

Τέλος, το γεγονός ότι μεγάλος αριθμός μαθητών που οι γονείς τους είναι μετανάστες ή πρόσφυγες συγκεντρώνεται στο κέντρο (ή σε άλλες χώρες της Δύσης σε συγκεκριμένα προάστια μεγάλων πόλεων), δεν οφείλεται, βέβαια, σε κάποιο «μυστικό σχέδιο» των μεταναστών, αλλά είναι αποτέλεσμα δομών και πολιτικών που αναπτύχθηκαν στις δυτικές χώρες πριν το μεταναστευτικό φαινόμενο (εγκατάλειψη κέντρου πόλεων, ανάπτυξη αποκλειστικά εργατικών προαστίων κλπ.).

Αυτό μάλλον θα έπρεπε να το γνωρίζει και ο κ. Συρίγος, πριν αναφερθεί στο «πρόβλημα». Δεν «φταίνε» οι μετανάστες και πολύ περισσότερο τα παιδιά τους, αν πλειοψηφούν σε μια περιοχή. Αντιθέτως, αν αυτά τα παιδιά δεν υπήρχαν, τα σχολεία της εν λόγω περιοχής δεν θα λειτουργούσαν εδώ και χρόνια. Με ό,τι αυτό σημαίνει και συνεπάγεται για μια χώρα που γερνά σαν τη δική μας, όπως και η πλειοψηφία των δυτικών χωρών.

Η εμπειρία από παρόμοιες «δύσκολες» περιοχές διδάσκει ότι πολλά παιδιά μεταναστών-προσφύγων τελικά τα καταφέρνουν περίφημα και εξελίσσονται σε σημαντικές προσωπικότητες που κοσμούν όλες τις όψεις της εθνικής και κοινωνικής ζωής πολλών ευρωπαϊκών χωρών (το παράδειγμα των αδελφών Αντετοκούνμπο δεν είναι ένα και μοναδικό). Δεν έχουμε παρά να ενισχύσουμε αυτή την πραγματικότητα.

Το ζήτημα λοιπόν για οποιοδήποτε βουλευτή –και ιδιαίτερα για έναν κυβερνητικό βουλευτή– θα έπρεπε να είναι, τι κάνει η Ελλάδα ως χώρα υποδοχής, ώστε να υποδεχτεί αυτά τα παιδιά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και να μπει στην καρδιά τους, ώστε να αναχθεί σε σημαντικό πόλο τής έτσι κι αλλιώς σύνθετης ταυτότητάς τους. Όταν μεθαύριο γίνουν πλέον πολίτες της χώρας μας.

Και για να έχει, ως όφειλε, ο κ. Μπογδάνος, ως βουλευτής της συγκεκριμένης περιοχής μάλιστα, άποψη και εικόνα για το ποιες είναι οι πραγματικές ανάγκες του νηπιαγωγείου που αναφέρθηκε, θα έπρεπε να το είχε επισκεφθεί από καιρό, να γνωρίσει και να συνομιλήσει με όλα τα παιδιά που στον κατάλογό του δεν ήταν παρά απρόσωπα ονοματεπώνυμα. Ίσως τότε σχημάτιζε άλλη άποψη για τα πράγματα. Κι όχι μόνο ο κ. Μπογδάνος, αλλά κι όλοι οι βουλευτές της Α’ Αθήνας. Γιατί εκ των υστέρων ή εκ του μακρόθεν τα μεγάλα λόγια και οι όρκοι σε πανανθρώπινες αξίες και δικαιώματα δεν έχουν καμιά απολύτως αξία.

ΥΓ. Και κάτι προσωπικό. Είχα τη χαρά να είμαι από τους δάσκαλους που υποδέχτηκαν το πρώτο κύμα μετανάστευσης από την Αλβανία. Παιδί αμόρφωτων εσωτερικών μεταναστών κι εγώ (και μάλιστα από το νησί καταγωγής της μητέρας του κ. Μπογδάνου), λειτουργώντας περισσότερο με παιδαγωγικό ένστικτο και λιγότερο με γνώση, ανακαλώντας τις γλωσσικές δυσκολίες που είχα κι εγώ ως μαθητής (στην ουσία μιλούσα ναξιώτικα κι ας είχα γεννηθεί στην Αθήνα) δίδαξα με κατανόηση και αγάπη, πριν απ’ όλα, πολλά από αυτά. Σήμερα χαίρομαι να τα συναντώ στη γειτονιά μου και να με χαιρετούν με χαρά μετά από τριάντα και χρόνια.

Επιπλέον, είχα την ευκαιρία να διδάξω και παιδιά ελλήνων μεταναστών στη Γαλλία. Και στις δυο περιπτώσεις η διπλή ταυτότητα λειτουργούσε αρμονικά στον βαθμό που ο φορέας της είχε αντιμετωπιστεί από το σχολείο και το περιβάλλον της γειτονιάς όπως δηλώνουν ότι αντιμετωπίστηκαν οι αδελφοί Αντετοκούνμπο σε συνεντεύξεις τους. Θεωρώ ότι και από τις δυο εμπειρίες βγήκα πιο πλούσιος ως άνθρωπος και θέλω να πιστεύω ικανότερος ως δάσκαλος. Επιπλέον και στην πράξη έμαθα κάτι σημαντικό: η ταυτότητα κάθε παιδιού μεταναστών έχει εκ των πραγμάτων δύο «εθνικά» σημεία αναφοράς. Ένα τη χώρα καταγωγής και ένα τη χώρα υποδοχής και είναι αδύνατο κάποιος ή όποια πολιτική να «ξεριζώσει» ένα από τα δύο. Ο βαθμός που αυτά θα βρίσκονται σε ισορροπία και δεν θα αντιμάχονται το ένα το άλλο, προκαλώντας στον αυριανό ενήλικα πολίτη αλλά και στη χώρα υποδοχής πολλά και σύνθετα προβλήματα, εξαρτάται από τον τρόπο που το ένα σημείο έμαθε να «σέβεται» και θα αποδέχεται το άλλο και να ζει αρμονικά μαζί του. Και κάτι τέτοιο μαθαίνεται σε μεγάλο βαθμό στο σχολείο της χώρας υποδοχής και ιδιαίτερα στο νηπιαγωγείο και στις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Γιατί εκεί ο/η μικρός-η μαθητής/τρια αποκτά τις πρώτες σημαντικές εμπειρίες κοινωνικοποίησης και συνακόλουθα αποδοχής ή απόρριψης της προσωπικότητας του.
Οπότε αν ο κ. βουλευτής θέλει να προσφέρει καλές υπηρεσίες στην πατρίδα του, ας αφήσει τις ακροδεξιές ψυχώσεις κατά μέρος. Το μόνο που πετυχαίνουν είναι ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα.


* Ο Νίκος Σαλτερής είναι επίτιμος σχολικός σύμβουλος Δ.Ε. και συγγραφέας

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News