485
Το πιο ωραίο πράγμα στον έρωτα είναι το γέλιο | SOOC / George Vitsaras

Το γέλιο των ερωτευμένων

Ρέα Βιτάλη Ρέα Βιτάλη 14 Φεβρουαρίου 2021, 11:35
Το πιο ωραίο πράγμα στον έρωτα είναι το γέλιο
|SOOC / George Vitsaras

Το γέλιο των ερωτευμένων

Ρέα Βιτάλη Ρέα Βιτάλη 14 Φεβρουαρίου 2021, 11:35

Διασχίζοντας γκρίζους δρόμους. Η κεντρική αρτηρία της Γλυφάδας, η λεωφόρος Α. Μεταξά, ξαφνιαστικά γκρι για Σάββατο. Λες πόλη που εγκατέλειψαν οι κάτοικοι. Κλείδωσαν όπως όπως τα μαγαζιά τους κι έφυγαν αναθεματίζοντας. Σαν να απηύδησαν να κάνουν την ανάγκη φιλοτιμία. Κατέβασαν ρολά στην αντοχή τους. Είναι και ο καιρός μιας συννεφιάς που απλώθηκε και γκριζάρει ακόμα πιο πολύ το σύμπαν.

Το τραμ περνάει σαν τεράστιο ασημένιο φίδι και μάλιστα ακούγεται σαν μέσα σε χορτάρι. Αδειο, κατα-άδειο τραμ, πεντάρφανο. Και ένας οδηγός μόνος, ούτε ν’ ανησυχεί ότι κάποιος μπορεί να πεταχτεί μπροστά του. Οδηγεί κοιτάζοντας άδεια ως αναστενάρης. Στρίβω στο μικρό στενό «του Τάσου». Ετσι τους λέμε τους δρόμους. Οχι με τα ονόματά τους, αλλά με το όνομα του πιο γνωστού καταστήματος.

Κλειστό; Πλησιάζω. Κλειστό; Πλησιάζω περισσότερο. Στο ένα μέτρο το διαπιστώνω ανοιχτό. Και ενώ έτσι το ήθελα, μου έρχεται να βάλω φωνή, όπως στα θρίλερ που ενώ περιμένεις, σχεδόν εύχεσαι το πτώμα να τελειώνει το μαρτύριο μιας αγωνιώδους ατμόσφαιρας, πάλι τρομάζεις σαν ηλίθιος στη θεά του!

Τόσα κλειστά μαγαζιά, σε ξαφνιάζει έντρομα το ανοιχτό. Παραφωνία σε πένθος. Ξαναβγαίνω με μια τυρόπιτα στο χέρι στη λεωφόρο, διασχίζω τη Λαμπράκη με τα ψηλά δέντρα, ο δρόμος με τις λεύκες, προχωρώ κάνοντας τον γύρο της Πλατείας Εσπερίδων. Κλειδωμένες και οι κούνιες. Πουθενά παιδιά.

Λίγοι, έξω από το «Φυστίκι» σε ετοιμότητα κάποιου γνωστού, κάποιον, ρε παιδί μου, να εντοπίσουν, κάτι, ρε παιδί, μου να πούνε δυο κουβέντες. Το βλέμμα όποιου συναντάς σε ικετεύει να είσαι γνωστός του.

Χώνομαι σε πιο στενά δρομάκια. Αν οι λεωφόροι επιφυλάσσουν και μια έκπληξη, κάποιου εμπόρου που ανθίσταται του πένθους και έχει στάξει μια σταγόνα αντοχής, είτε με στολισμένη βιτρίνα είτε με ένα φωτάκι… Στα στενά τον κλαίνε χειρότερα τον πεθαμένο. Το γκρι πάει μαύρο.

Μα ενώ περπατώ, κάπου κάπου, στο βάθος ένα παράταιρα χαρωπό κόκκινο. Ενα σαγηνευτικό κόκκινο. Πιο κόκκινο πεθαίνεις! Λουστρινένιο μάλιστα! Λάμπει! Δυο τεράστια μπαλόνια αναδεύονται γλυκά και με χαιρετάνε. Και προχωρώντας, βλέπω κι άλλα! Κι άλλα! Με προσκαλούνε, με προκαλούνε, με εξαναγκάζουν να φτάσω εκεί. Ανθοπωλείο του Αγίου Βαλεντίνου. Αντίσταση. Αέρα! Και βλέπω μια ουρά ανθρώπων με μάσκες και σωστές αποστάσεις.

Συγκινητική η ράτσα μας όπως δάμασε την αναρχία της. Αχαμογέλαστη ουρά. Δεν έχω δει πιο πολλούς αχαμογέλαστους, σε χαράς περιβάλλον. Επιλέγουν κατηφείς, παραγγέλνουν κατηφείς, λαμβάνουν κατηφείς, φεύγουν κατηφείς. Αχαμογέλαστοι αποχωρούν με ανθοδέσμη.

Κι όπως μας παρατηρώ, ξαμολιέται αδάμαστο το μυαλό και η φαντασία και εύχομαι από καρδιάς να σκάσει στο σύμπαν μας κάποιος ακραίος έρωτας. Κι ας είναι και αιματηρός. Σε όλη την πόλη! Τρελός, αλλοπαρμένος, άτσαλος. Να μας πετάξει σ’ άλλον πλανήτη κι ας κατοικούμε σ’ ετούτον! Και να σκορπίσει γέλιο. Πολύ. Ανέμελο, χαζό. Το χαζό του ερωτευμένου. Που γελάει με ό,τι του/της λέει. Οχι γι’ αυτό που λέει, αλλά για τη χαρά στα μάτια του όταν το λέει.

Τελικά, τώρα που το καλοσκέφτομαι, το πιο ωραίο πράγμα του έρωτα είναι το γέλιο. Τα γέλια μας δεν μπορώ να ξεχάσω από εσένα. Και του χρόνου!

ΥΓ. Πώς το έλεγε η Μαλβίνα; «Οταν ερωτεύομαι γίνομαι χαζή». Ναι. Ναι, Μαλβίνα μου.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News