Πωλίν, θα πάω, για μια μέρα μόνο, στο Κάιρο
Πωλίν, θα πάω, για μια μέρα μόνο, στο Κάιρο
Πορτ-Τεουφίκ, Σουέζ, Σεπτέμβρης του 1960. Γύρω στις έντεκα το πρωί. Τα σχολεία δεν έχουν αρχίσει ακόμα. Χτυπάει το τηλέφωνο. Ο πατέρας. Πωλίν, θα περάσω για λίγο από το σπίτι με τον διευθυντή της Μυστικής Αστυνομίας. Κάτι θέλει να σου πει. Έρχονται. Η μητέρα ανήσυχη. Πάνε στην άκρη του σαλονιού. Ο διευθυντής της Μυστικής Αστυνομίας φοράει κοστούμι και γραβάτα. Με ύφος πολύ ευγενικό και καθησυχαστικό κάτι λέει στη μητέρα μου. Εκείνη βάζει τα κλάματα και σωριάζεται στον καναπέ μισολιπόθυμη. Πέφτουν πάνω της να τη συνεφέρουν. Η αδελφή μου κι εγώ δεν καταλαβαίνουμε. Η αδελφή μου βάζει, κι αυτή, τα κλάματα. Ο πατέρας με πηγαίνει στη γωνία. Θα με πάνε στο Κάιρο. Θέλουν να μου κάνουν κάποιες ερωτήσεις και θα γυρίσω, λένε, το βράδυ. Δεν ξέρω αν μου λένε αλήθεια και πόσο θα λείψω. Βάζει το χέρι του στον ώμο μου (των δώδεκα χρόνων) και με ύφος επίσημο αλλά και πολύ συγκινημένο μου λέει: Να προσέχεις την μητέρα σου και την αδελφή σου. Από δω και μπρος εσύ είσαι ο αρχηγός της οικογένειας. Αισθάνομαι σαν να πέφτει τούβλο στο κεφάλι μου. Μας φιλάει όλους και κατευθύνεται προς τις σκάλες. Τρέχω προς τη βεράντα που βλέπει στον κεντρικό δρόμο. Βλέπω τον πατέρα μου και τον αρχηγό της αστυνομίας να βγαίνουν από το σπίτι και να κατευθύνονται προς ένα αυτοκίνητο. Πριν μπει ο πατέρας στο αυτοκίνητο, του περνάνε χειροπέδες. Ωρίμασα απότομα.
Τον ξαναείδαμε, για πρώτη φορά, μετά από έξη μήνες στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, μετά την απέλασή του από την Αίγυπτο και τη μεταφορά του κατευθείαν από τη φυλακή στο αεροπλάνο για Αθήνα. Ήταν 52 ετών αλλά έμοιαζε γέρος. Αδυνατισμένος κατά είκοσι τουλάχιστον κιλά, με περιουσία δύο βαλίτσες άπλυτα ρούχα για αποσκευές και μπόλικες ψείρες.
Τον Σεπτέμβρη του 1960 οι αιγυπτιακές αρχές συνέλαβαν 25 έλληνες με την κατηγορία της κατασκοπείας κατά του καθεστώτος Νάσερ. Είχαν προηγηθεί άλλοι πριν τον πατέρα μου. Οι φήμες ότι θα τον συλλάμβαναν και αυτόν, κυκλοφορούσαν έντονα. Διευθυντής μεγάλης αγγλικής ναυτιλιακής εταιρείας, και αναπληρωτής πρόξενος της Ελλάδας (χωρίς διπλωματική ασυλία). Περίπτωση λουκούμι. Ούτε απαγγέλθηκε κατηγορητήριο, ούτε έγιναν, βέβαια, δίκες. Βασανιστήρια και εικονικές εκτελέσεις. Όσοι έχουν διαβάσει το καταπληκτικό μυθιστόρημα «Το μηδέν και το άπειρο» του Άρθουρ Καίσλερ για τις δίκες της Μόσχας του 1936, θα ξέρουν ότι στις φυλακές υπάρχει μια κάστα, οι φύλακες, οι οποίοι συχνά ενεργούν αυτόνομα από την ιεραρχία τους, με ξύλο, βασανιστήρια κ.λπ. Έτσι συνέβη και στην περίπτωση εκείνων των 25 ελλήνων.
Όλα αυτά, έγιναν στο πλαίσιο της στοχοποίησης και του φανατισμού κατά των Ελλήνων που ακολούθησαν τους διωγμούς των Άγγλων και των Γάλλων. Η οικονομία δεν πήγαινε καθόλου καλά και υπήρχε δυσαρέσκεια μέσα στην κοινωνία Έτσι το καθεστώς ακολούθησε την κλασσική συνταγή γι’ αυτές τις περιπτώσεις. Την κατασκευή ενός εχθρού-φταίχτη και τη στροφή της κοινής γνώμης εναντίον του. Οι αγγλογάλλοι είχαν φύγει όλοι μετά το 1956 και “τον πόλεμο της διώρυγας του Σουέζ”. Ο κλήρος έπεσε στους Έλληνες, που ήσαν ουσιαστικά οι τελευταίοι εναπομείναντες ξένοι. Καλλιεργήθηκε μίσος εναντίον τους. Όχλος μαζευόταν τις Κυριακές έξω από την εκκλησία και πέταγε πέτρες. Υπερδιπλασίασαν τις ώρες των αραβικών στα ελληνικά σχολεία. Μπήκε μάθημα ιστορίας και αγωγής του πολίτη στα αραβικά. Και αυτό, παρά το γεγονός πως οι Έλληνες, σε αντίθεση με τους Άγγλους και τους Γάλλους, δεν είχαν ποτέ συμπεριφορά κατακτητή. Άλλωστε δεν ήταν. Οι περισσότεροι ήταν εργάτες και τεχνικό προσωπικό (εργοδηγοί, κ.λπ.), υπάλληλοι γραφείου, ράφτες, κουρείς, μικρέμποροι και μικροκαταστηματάρχες. Λίγοι ήσαν μεγαλέμποροι, κυρίως στο βαμβάκι και στα κρασιά. Πολλοί Έλληνες κατοικούσαν σε λαϊκές γειτονιές από κοινού με Αιγύπτιους, και μιλούσαν άπταιστα αραβικά. Δεύτερη και τρίτη γενιά στην Αίγυπτο. Οι περισσότεροι με καταγωγή από τη Δωδεκάνησο, αν και υπήρχαν στην Αίγυπτο Έλληνες απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας. Έτσι ενώ στην Ελλάδα, οι Κασσιώτες και οι Συμιακοί αποτελούν το μηδέν κόμμα κάτι του συνολικού πληθυσμού, στην Αίγυπτο ήσαν σχεδόν ο μισός ελληνικός πληθυσμός!
Μέσα στη δεκαετία του ’60 εγκατέλειψαν την Αίγυπτο δεκάδες χιλιάδες Έλληνες, άλλοι για την Ελλάδα, άλλοι για την Αυστραλία και άλλοι για τον Καναδά και τις ΗΠΑ. Από περισσότεροι από διακόσιες χιλιάδες το 1950, έχουν μείνει σήμερα γύρω στις δύο με τρεις χιλιάδες το πολύ.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
