3036
Η νικήτρια του Οσκαρ Β' Γυναικείου Ρόλου Ζόε Σαλντάνα και η συμπρωταγωνίστριά της Κάρλα Σοφία Γκασκόν στην «Εmilia Pérez» | Reuters / Daniel Cole / Imdb

«Εμίλια Πέρεζ», το ναυάγιο του Netflix στα Οσκαρ

Η νικήτρια του Οσκαρ Β' Γυναικείου Ρόλου Ζόε Σαλντάνα και η συμπρωταγωνίστριά της Κάρλα Σοφία Γκασκόν στην «Εmilia Pérez»
|Reuters / Daniel Cole / Imdb

«Εμίλια Πέρεζ», το ναυάγιο του Netflix στα Οσκαρ

Η πορεία της ταινίας του Ζακ Οντιάρ «Εμίλια Πέρεζ» ξεκίνησε θριαμβευτικά με την παγκόσμια πρεμιέρα της στις Κάννες και πριν φτάσει να προταθεί για 13 βραβεία της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, είχε ήδη κατακτήσει αναρίθμητες υποψηφιότητες και βραβεία σε άλλα φεστιβάλ. Αλλά όταν έφτασε πια η ημέρα της 97ης τελετής των Οσκαρ, η ταινία είχε πέσει πλέον στα Τάρταρα, έχοντας στο μεταξύ ξεσηκώσει πολύ κόσμο εναντίον της. Ευτυχώς, το μουσικό θρίλερ με το οποίο το Netflix υπολόγιζε σε θρίαμβο, έφυγε με δύο βραβεία: η Ζόε Σαλντάνα τιμήθηκε με το Οσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου και το «El Mal» με το Οσκαρ Καλύτερου Τραγουδιού.

Ο όλεθρος για την, ίσως καλύτερη ταινία της χρονιάς, ήταν πρωτοφανής, και το γιατί συνέβη θα μείνει στην ιστορία της βιομηχανίας του θεάματος μαζί με το γεγονός ότι ήταν η πρώτη ξενόγλωσση ταινία στα χρονικά με τόσο πολλές υποψηφιότητες αλλά και το ότι η πρωταγωνίστριά της, Κάρλα Σοφία Γκασκόν, είναι η πρώτη ανοικτά τρανσέξουαλ ηθοποιός υποψήφια για Οσκαρ.

Η ιστορία ξεκινάει μετά τις μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις του 2023 ηθοποιών και σεναριογράφων του Χόλιγουντ, όταν το Netflix συνειδητοποίησε ότι δεν είχε τίποτα έτοιμο για την ερχόμενη σεζόν των Οσκαρ. Τα τελευταία έξι χρόνια, ο γίγαντας του streaming είχε πάντα έτοιμο ένα δικό του φιλμ με καλές προοπτικές για το βραβείο Καλύτερης Ταινίας, σημειώνει στην Telegraph o Ρόμπι Κόλιν, επικεφαλής κριτικός κινηματογράφου της βρετανικής εφημερίδας.

Οι ταινίες «Roma» (2018), «Ιστορία Γάμου» (2019), «Ο Ιρλανδός» (2019), «Mank» (2020), «Η εξουσία του σκύλου» (2021), «Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο» (2022), και ο «Μαέστρος» (2023), είχαν όλες από έξι έως 10 υποψηφιότητες η καθεμία. Τρεις από αυτές μάλιστα («Roma», «Η εξουσία του σκύλου», «Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο»), είχαν κερδίσει ακόμη και το βραβείο Καλύτερης Ταινίας στα Bafta, αν και το αντίστοιχο βραβείο της Ακαδημίας παρέμενε πάντα απρόσιτο.

Πέρσι τον Μάιο, λοιπόν, ο νέος πρόεδρος του κινηματογραφικού τμήματος της πλατφόρμας, Νταν Λιν, ζήτησε από τα στελέχη του να σκεφτούν έξυπνα. Και πήγαν στις Κάννες με την αποστολή να βρουν μια ταινία όπως τα «Παράσιτα» (2019), που θριάμβευσε στην τελετή των Οσκαρ του 2020 κερδίζοντας τα βραβεία Καλύτερης ταινίας, Σκηνοθεσίας, και Σεναρίου. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να ψάξουν για μια ταινία κομψή, προκλητική, και ίσως ξενόγλωσση, έργο γνωστού δημιουργού, με κάποιο κοινωνικό μήνυμα που θα είχε απήχηση στους προοδευτικούς κύκλους του Χόλιγουντ, γράφει στην Telegraph ο Κόλιν.

Την τρίτη μέρα του φεστιβάλ, ο Λιν ήταν σίγουρος ότι την είχε βρει. Εκείνο το βράδυ, στο Grand Théâtre Lumière προβλήθηκε το μουσικό θρίλερ «Εμίλια Πέρεζ» του Ζακ Οντιάρ, ο οποίος είχε τιμηθεί και παλιότερα (το 2015) με τον Χρυσό Φοίνικα για το «Dheepan» του. Ηταν μια ταινία ξενόγλωσση με υπόθεση εξωφρενική: ο Μανίτας, το αδίστακτο αφεντικό ενός μεξικανικού καρτέλ ναρκωτικών, ζητά τη βοήθεια της Ρίτα, μιας ταλαντούχου δικηγόρου, για να κάνει φυλομετάβαση, και αργότερα για να τον φέρει σε επαφή με την πρώην σύζυγό του Τζέσι και τα παιδιά τους. Πρωταγωνίστριες η αγαπημένη της γενιάς Ζ, Σελένα Γκόμεζ (Τζέσι), με τους περισσότερους followers στο Instagram, η βετεράνος του «Avatar» και της Marvel, Ζόε Σαλντάνα (Ρίτα) και η Κάρλα Σοφία Γκασκόν (Μανίτας – Εμίλια Πέρεζ), μια 52χρονη ισπανίδα σταρ σε μεξικάνικες σαπουνόπερες, η οποία μάλιστα –όπως και ο χαρακτήρας που υποδύεται στην ταινία του Οντιάρ–, είναι και στην πραγματική ζωή τρανς.

Για την πρώτη χρονιά του στο Netflix, ο Νταν Λιν δεν θα μπορούσε να ελπίζει σε μια καλύτερη προοπτική για Οσκαρ από την «Εμίλια Πέρεζ», η οποία έφυγε από το φεστιβάλ Καννών με το βραβείο Καλύτερης Ηθοποιού (μοιρασμένο στις τρεις πρωταγωνίστριες) και το Prix du Jury. Και έβγαλε αμέσως το καρνέ των επιταγών. Η Pathé, εταιρεία διανομής στην Ευρώπη, είχε ήδη συμφωνήσει να κυκλοφορήσει η ταινία στη Γαλλία πριν από το φεστιβάλ, αλλά το Netflix ξόδεψε 8 εκατ. δολάρια (7,62 εκατομμύρια ευρώ) για τα δικαιώματα στις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και τον Καναδά. Επιτέλους, το Netflix είχε στα χέρια του την υποψήφιά του για τα Οσκαρ του 2025. Τι θα μπορούσε να πάει στραβά;

Σύμφωνα με βετεράνους σχεδιαστές στρατηγικής, υπεύθυνους δημοσίων σχέσεων και διανομείς που μίλησαν στην Telegraph υπό τον όρο της ανωνυμίας, η απάντηση ήταν «σχεδόν τα πάντα». Ενας από αυτούς, για παράδειγμα, περιέγραψε την «Εμίλια Πέρεζ» σαν ένα project του τύπου «όλα τα αυγά στο ίδιο καλάθι». Η 60μελής ομάδα των στελεχών του Netflix που είναι υπεύθυνη για τα βραβεία, με επικεφαλής την τρομερή Λίζα Ταμπάκ, η οποία έμαθε την τέχνη της στη Miramax του Χάρβεϊ Γουάινσταϊν και στην The Weinstein Company κατά τη διάρκεια της ακμής τους από το 1990 έως το 2010, επικεντρώθηκε στην ταινία του Οντιάρ, βάζοντας στην άκρη ακόμη και τη «Μαρία» με την Αντζελίνα Τζολί, μια πιο συμβατική πρόταση για την περίοδο απονομής βραβείων, την οποία η πλατφόρμα streaming απέκτησε πέρυσι στη Βενετία. Οι δαπάνες γα την καμπάνια προώθησης της «Εμίλια Πέρεζ» «έφτασαν τα 30 εκατ. ευρώ», αποκάλυψε ένας άλλος, ποσό μεγαλύτερο από τον συνολικό προϋπολογισμό παραγωγής της ταινίας, και μάλιστα το είδος του ποσού που συνήθως προορίζεται για μεγάλα έργα του Χόλιγουντ και όχι για εκκεντρικές επιλογές του φεστιβάλ.

Ωστόσο, παρ’ όλες τις μηχανορραφίες και τα έξοδά του, το Netflix έχει να επιδείξει μόλις δύο βραβεία Οσκαρ για τον κόπο του. Επιπλέον, παρά τις 13 υποψηφιοτήτες για Οσκαρ και τις 11 για Bafta τον περασμένο μήνα, από τα οποία κέρδισε επίσης δύο, η «Εμίλια Πέρεζ» βγαίνει από τη σεζόν των βραβείων με τη φήμη της καταρρακωμένη.

Δυσκολεύτηκε, δε, να βρει κοινό ακόμη και στο ίδιο το Netflix. Στο τέλος του 2024 είχε συγκεντρώσει μόλις 1,5 εκατ. προβολές, μένοντας εκτός των 1.500 πιο δημοφιλών ταινιών της πλατφόρμας. (Τα στοιχεία για τις αρχές του τρέχοντος έτους θα ανακοινωθούν τον Ιούνιο.) Και αν αναλογιστεί κανείς ότι οι βαθμολογίες των χρηστών, τόσο στο Letterboxd, τον παράδεισο των σινεφίλ, όσο και στο πιο άγριο Rotten Tomatoes, είναι οι χαμηλότερες από κάθε υποψήφια ταινία για το βραβείο Καλύτερης Ταινίας στην ιστορία, όσοι την είδαν δεν φαίνεται να ενθουσιάστηκαν ιδιαίτερα.

Στο μεταξύ, στον Τύπο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η ταινία έχει κατακεραυνωθεί από κάθε πιθανή οπτική γωνία, καθώς ομάδες ΛΟΑΤΚΙ, φεμινίστριες, πολλά σημαντικά μέλη της μεξικανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας, δεξιοί ειδήμονες της επικαιρότητας και ευρωπαίοι λαϊκιστές ηγέτες έχουν συμπαραταχθεί για να την κατακεραυνώσουν. Πώς, λοιπόν, η ταινία-σιγουράκι του Netflix έγινε πλέγμα ενός τέτοιου χάους;

Η απάντηση μπορεί να δόθηκε τον περασμένο Μάιο. «Ο,τι και αν πιστεύετε για την “Εμίλια Πέρεζ”», είπε στην Telegraph ένας σύμβουλος στρατηγικής με δεκαετή εμπειρία, «απλώς δεν φτιάχτηκε ποτέ για να αντέχει στις απαιτήσεις μιας κούρσας για το βραβείο Καλύτερης Ταινίας. Για βραβείο Καλύτερης Ξένης Ταινίας, στο κύκλωμα των κριτικών, σίγουρα ναι. Αλλά κάτω από τέτοιου είδους προβολείς, τα κενά είναι απλώς πολύ εμφανή, πόσο μάλλον όλα τα άλλα πράγματα που περίμεναν να βγουν προς τα έξω», τόνισε.

Τρύπα νούμερο ένα: σε μια βιομηχανία που επί του παρόντος ποθεί την ηθική διαφάνεια, η «Εμίλια Πέρεζ» είναι ένα ιδεολογικό χάος. Μια αφήγηση με πρωταγωνίστρια τρανσέξουαλ θα πρέπει να ακούστηκε προοδευτική στους αγοραστές του Netflix, αλλά ο χαρακτήρας της είναι ένα δολοφονικό αφεντικό καρτέλ που χρησιμοποιεί την αλλαγή του φύλου εν μέρει για αυτο-εξύμνηση και εν μέρει ως μέσο αποφυγής της δικαιοσύνης. Εξ ου και οι αντιδράσεις από το λόμπι των ΛΟΑΤΚΙ μετά την πρεμιέρα της ταινίας στην πλατφόρμα του Netflix τον περασμένο Νοέμβριο: η επιδραστική αμερικανική οργάνωση GLAAD, που ιδρύθηκε το 1985 για να παρακολουθεί την κάλυψη των ζητημάτων LGBTQ από τα ΜΜΕ, περιέγραψε την απεικόνιση ενός τρανσέξουαλ χαρακτήρα ως «μη αυθεντική» και «βαθιά οπισθοδρομική».

Η δεύτερη τρύπα αφορούσε τα πολυπολιτισμικά διαπιστευτήρια της ταινίας. Με μια πρώτη ματιά έμοιαζαν ανακουφιστικά αντι-Τραμπ, αλλά υπονομεύτηκαν κάπως από το γεγονός ότι η ταινία γυρίστηκε εξ ολοκλήρου σε ένα στούντιο στα περίχωρα του Παρισιού από έναν γάλλο σκηνοθέτη, ο οποίος ομολόγησε με άνεση ότι η έρευνά του στο σύγχρονο Μεξικό ήταν περιορισμένη και στο καστ του περιέλαβε μόνο μια μεξικάνα ηθοποιό. Επιπλέον, η ταινία απεικόνιζε το ίδιο το Μεξικό σαν μια οριακή-καρτουνίστικη κόλαση, ωθώντας τον καταξιωμένο κινηματογραφιστή Ροδρίγο Πριέτο να την περιγράψει ως «εντελώς μη αυθεντική» και «ανησυχητική». Ο Πριέτο, συνεργάτης των Μάρτιν Σκορσέζε, Ανγκ Λι και Αλεχάντρο Γκονσάλες Ινιαρίτου, ήταν τέσσερις φορές υποψήφιος για Οσκαρ Καλύτερης Φωτογραφίας με τις ταινίες «Το Μυστικό του Brokeback Mountain» (2005), του Ανγκ Λι, και «Ο Λύκος της Γουόλ Στριτ» (2013), «Η Σιωπή» (2016) και «Ο Ιρλανδός» (2019) του Σκορσέζε. Ωστόσο, όπως και με τα επίμαχα σημεία γύρω από την εκπροσώπηση των τρανσέξουαλ, αυτό το θέμα δεν απασχόλησε το πρώτο κύμα δημοσιογραφικής κάλυψης από τις Κάννες. Ο,τι κι αν υπονοούν οι έξαλλοι YouTubers, ο διεθνής κινηματογραφικός Τύπος δεν ξεχειλίζει από τρανσέξουαλ Μεξικανούς, και το Netflix δεν είδε ότι αυτή η οπτική έλειπε από το πρώτο κύμα των (σε γενικές γραμμές θετικών) κριτικών.

Στη συνέχεια, η τρύπα νούμερο τρία, αποδείχθηκε ότι είχε το μέγεθος του κρατήρα Τσιξουλούμπ (σχηματίστηκε από την πρόσκρουση μεγάλου αστεροειδούς ή κομήτη και είναι θαμμένος κάτω από τη χερσόνησο Γιουκατάν στο Μεξικό), αλλά χρειάστηκε κάποιος χρόνος για να αποκαλυφθεί πλήρως, γράφει ο Κόλιν στην Telegraph. Με την Γκόμεζ και τη Σαλντάνα, η «Εμίλια Πέρεζ» είχε στο καστ της δύο σταρ σχολαστικά εκπαιδευμένες στα μέσα ενημέρωσης. Αλλά δεν μπορεί να πει κανείς το ίδιο και για τη συνάδελφό τους Γκασκόν, της οποίας η φωνακλάδικη δραστηριότητα στο X, πρώην Twitter, προκάλεσε το πρώτο μεγάλο πρόβλημα της καμπάνιας για την προώθηση της ταινίας.

Υπήρξε μια σύντομη περίοδος χάριτος, τουλάχιστον, μετά την ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων των  Οσκαρ τον Ιανουάριο, όταν η Γκασκόν έγινε η πρώτη τρανς ερμηνεύτρια που προτάθηκε για την κατηγορία Α’ Γυναικείου Ρόλου. Αυτή η οπτική γωνία της ιστορίας τονίστηκε πολύ στην πρώτη φάση της καμπάνιας του Netflix, με ειδήμονες στο Variety, τους New York Times και αλλού να την παπαγαλίζουν ευλαβικά ήδη από τον περασμένο Αύγουστο.

Και προφανώς έκανε κλικ στην Ακαδημία, η οποία επέλεξε να προτείνει την ερμηνεία της Γκασκόν έναντι των αναγνωρισμένων Νικόλ Κίντμαν, Εϊμι Ανταμς, Μαριάν Ζαν-Μπαπτίστ, Σίρσα Ρόναν και Αντζελίνα Τζολί, της πιο διάσημης σταρ του Netflix με το «Μαρία», αλλά με λιγότερες πιθανότητες. Και κάπως έτσι στην ψηφοφορία, σχεδόν κάθε κατηγορία από το σενάριο μέχρι την σκηνοθεσία, και από το μοντάζ μέχρι τον ήχο, ήθελε να συνδεθεί με αυτήν την επικείμενη πρωτιά.

«Θα εκπλαγείτε από το πόσες από αυτές τις υποψηφιότητες καλλιτεχνικής και τεχνικής φύσεως μπορούν να εξασφαλιστούν αν έχετε απλώς ένα συναρπαστικό μήνυμα και στη συνέχεια μπορείτε να ξοδέψετε, να ξοδέψετε, να ξοδέψετε», λέει στην Telegraph ένας στρατηγικός αναλυτής, «Οι ψηφοφόροι βλέπουν κάτι μεγάλο και νέο να έρχεται και θέλουν να συμμετέχουν σε αυτό». Ή τουλάχιστον, το έκαναν για λίγο στην περίπτωση της «Εμίλια Πέρεζ».

Μια εβδομάδα μετά την ημέρα των υποψηφιοτήτων, η δημοσιογράφος Σάρα Χάγκι αποκάλυψε ανόητες αναρτήσεις που έκανε επί χρόνια η Γκασκόν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και μερικές πολύ πρόσφατες.  Η ηθοποιός είχε κάνει ρατσιστικά σχόλια για την Κίνα, χαρακτήρισε «ναρκομανή» τον αφροαμερικανό Τζορτζ Φλόιντ που δολοφονήθηκε από αστυνομικό, αναφέρθηκε κατ’ επανάληψη απαξιωτικά για το Ισλάμ, και ειρωνεύτηκε την διαφορετικότητα στα Οσκαρ. Παρομοίασε, μάλιστα, την τελετή του 2021 με «αφροκορεατικό φεστιβάλ», «διαδήλωση του Black Lives Matter» και διαδήλωση για τα δικαιώματα των γυναικών.

Μια άλλη ανάρτησή της περιείχε την ατυχή φράση «Δεν καταλαβαίνω αυτόν τον παγκόσμιο πόλεμο εναντίον του Χίτλερ, είχε απλώς τη γνώμη του για τους Εβραίους», για την οποία η Γκασκόν είπε αργότερα ότι παρερμηνεύτηκε ευρέως. Εν τω μεταξύ, το 2022 εμφανίστηκε να αποκαλεί τη μελλοντική συμπρωταγωνίστριά της Σελένα Γκόμεζ «πλούσιο αρουραίο», αν και λέγεται ότι αυτό είχε γίνει με Photoshop.

Τα προειδοποιητικά σημάδια ήταν αναμφισβήτητα ορατά σε ένα tweet μετά τις Κάννες, στο οποίο η Γκασκόν περιέγραψε τους επικριτές της ως «GARGOYLES OF BEELZEBUB» (τερατόμορφους Βελζεβούληδες), με κεφαλαία. Αυτό έγινε λίγες ημέρες αφότου η Μαριόν Μαρεσάλ, γαλλίδα ευρωβουλευτής της «Εθνικής Συσπείρωσης» –εγγονή του Ζαν Μαρί Λε Πέν και ανιψιά της Μαρίν Λε Πεν–, έγραψε στο Twitter κατά τη διάρκεια της τελετής απονομής των βραβείων του φεστιβάλ: «Ενας άντρας, λοιπόν, κέρδισε το βραβείο Καλύτερης Ηθοποιού». Αλλά ακόμη και αυτό δεν στάθηκε ικανό να ωθήσει το Netflix να «χτενίσει» προληπτικά τον λογαριασμό της, και η Ταμπάκ και η ομάδα της, κατά γενική ομολογία, αιφνιδιάστηκαν από τις αποκαλύψεις.

Στο ίδιο το Χόλιγουντ, η διαδικτυακή παρουσία των ανερχόμενων σταρ συνήθως «καθαρίζεται» από εξειδικευμένες εταιρείες δημοσίων σχέσεων προτού βρεθεί υπό δημόσιο έλεγχο – μια εργασία που κοστίζει μεταξύ 6.000 και 18.000 ευρώ, σύμφωνα με εκτιμήσεις, γράφει στην Telegraph ο επικεφαλής κριτικός κινηματογράφου της εφημερίδας. Η Γκασκόν δεν ήταν ούτε φρέσκο ​​πρόσωπο ούτε ανακάλυψη του Χόλιγουντ, γιατί, λοιπόν, το Netflix δεν έκανε ελέγχους, διά παν ενδεχόμενο;

«Φυσικά, από τη σεζόν των φεστιβάλ του 2025 και μετά, όλοι θα χτενίζουν τους λογαριασμούς κοινωνικής δικτύωσης των ηθοποιών όπως ελέγχουν τα μαλλιά των παιδιών τους για ψείρες», τόνισε ένας σχεδιαστής στρατηγικής. «Αν και ακούγεται γελοία αφελές, η ομάδα της Ταμπάκ θα είχε υποθέσει ότι επειδή η ίδια η Γκασκόν είναι τρανς, οι απόψεις της για κάθε θέμα κάτω από τον ήλιο θα ήταν πιο woke και από woke», είπε.

Στην Ευρώπη, όπου η κουλτούρα της ακύρωσης δεν έχει τόση δύναμη, η αντίδραση στις αναρτήσεις της Γκασκόν ήταν πιο μετρημένη. Η υποψηφιότητά της εξακολουθούσε να είναι αφορμή για πανηγυρισμούς στην πατρίδα της, την Ισπανία, έστω κι αν οι απόψεις της ήταν κάπως λυπηρές. Και ένα πρόσφατο προφίλ ιταλικής εφημερίδας δεν βρήκε καν χώρο να αναφέρει αυτά τα tweet-βόμβες που είχε αναρτήσει.

Ωστόσο, στις ΗΠΑ, η Ταμπάκ αιφνιδιάστηκε τόσο πολύ από αυτή την τροπή των γεγονότων, ώστε σχεδόν αμέσως έχασε τον έλεγχο του επακόλουθου κύκλου συγγνώμης, συνηθισμένο χαρακτηριστικό προεκλογικής εκστρατείας. Παράδειγμα για το πώς πρέπει να γίνονται αυτά τα πράγματα αποτελεί η αντιμετώπιση της Φερνάντα Τόρες (αντίπαλος της Γκασκόν για το Οσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου), η οποία εμφανίστηκε το 2008 σε κωμικό σκετς μιας βραζιλιάνικης σειράς, με μαύρο πρόσωπο. Λίγες ώρες μετά την αποκάλυψη του κλιπ τον Ιανουάριο, δημοσιεύτηκε στο Deadline μια σχολαστική δήλωση, στην οποία η Τόρες ζήτησε συγγνώμη, αναπλαισίωσε το γεγονός και πρόσφερε ελπίδα για το μέλλον με 160 λέξεις.

Αντίθετα, η πολύ πιο σύντομη αρχική δήλωση της Γκασκόν είχε έναν ξύλινο τόνο αυτολύπησης – «ως μέλος μιας περιθωριοποιημένης κοινότητας, γνωρίζω πολύ καλά αυτά τα βάσανα»– και κυκλοφόρησε παράλληλα με το κλείσιμο του λογαριασμού της στο X. Μόλις 24 ώρες αργότερα ακολούθησε μια δεύτερη δήλωση, σχεδόν 10 φορές μεγαλύτερη από την πρώτη, στην οποία περιέγραφε ότι είχε στοχοποιηθεί και δεχόταν απειλές θανάτου και παρενόχληση, έκανε λόγο για ένα μακρύ ιστορικό «υπεράσπισης καθεμιάς από τις μειονότητες σε αυτόν τον κόσμο», αναφερόταν στον εαυτό της σε τρίτο πρόσωπο και μίλησε για  μια ιστορία που προήλθε από «κάτι πολύ σκοτεινό». (Σε μια βιντεοσκοπημένη συνέντευξη πριν ξεσπάσει το σκάνδαλο με το tweet, η Γκασκόν κατηγόρησε την ομάδα δημοσίων σχέσεων της ταινίας ότι «την κατέστρεψε», αλλά «είμαι ακόμη εδώ», αν και αργότερα απέσυρε την κατηγορία με άλλη μια δήλωση στον Τύπο.)

Αυτό το παραλήρημα, συμφώνησαν όλοι οι σχεδιαστές στρατηγικής με τους οποίους μίλησε η Telegraph, δεν το «μυρίστηκαν» εγκαίρως τα κεντρικά γραφεία του Netflix. «Πρόκειται ιδιοτελείς ασυναρτησίες», είπε κάποιος.

Και τρεις μέρες αργότερα, η Γκασκόν έδωσε μια δακρύβρεχτη συνέντευξη μιας ώρας στο ισπανικό ειδησεογραφικό κανάλι CNN en Español, στην οποία εμφανίστηκε και πάλι ως θύμα, τόνισε ότι «δεν δίνει δεκάρα για τα βραβεία» και υπαινίχθηκε με σκοτεινό τρόπο ότι πρόκειται για μια καμπάνια βρώμικων κόλπων. Αν η δεύτερη δήλωσή της ήταν ένα απρόβλεπτο λάθος στα μάτια του Netflix, αυτή ήταν η απόλυτη καταστροφή.

«Οταν έγινε γνωστή η ιστορία, μπορούσαμε να ακούσουμε την έκρηξη από την άλλη άκρη της πόλης», λέει στην Telegraph καγχάζοντας ένας υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων. Για την πλατφόρμα, αυτό ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Το όνομα και η εικόνα της Γκασκόν αφαιρέθηκαν από όλο το υλικό της καμπάνιας για την προώθηση της «Εμίλια Πέρεζ», ενώ ο μέχρι πρότινος πλούσιος προϋπολογισμός της για ταξίδια, γκαρνταρόμπα και μακιγιάζ κόπηκε με συνοπτικές διαδικασίες.

Στο μεταξύ, σε μια φορτισμένη συνέντευξή του στο Deadline, ο Ζακ Οντιάρ αναρωτήθηκε: «Γιατί κάνει κακό στον εαυτό της; Γιατί;» Και πρόσθεσε «Σκέφτομαι… το πώς πληγώνει τους άλλους, το πώς πληγώνει το συνεργείο και όλους αυτούς τους ανθρώπους που δούλεψαν τόσο απίστευτα σκληρά για αυτή την ταινία. Σκέφτομαι τον εαυτό μου, σκέφτομαι τη Ζόε και τη Σελένα. Απλώς δεν καταλαβαίνω γιατί συνεχίζει να μας βλάπτει».

Και το κόλπο έπιασε. Επειτα από λίγες μέρες, σε μια ανάρτησή της στο Instagram, η Γκασκόν υποσχέθηκε μια περίοδο «σιωπής» κατά την οποία «θα άφηνε το έργο να μιλήσει από μόνο του». Και πράγματι μέχρι τη τελετή της απονομής, ήταν σε μεγάλο βαθμό αόρατη. Δεν εμφανίστηκε στα βραβεία Γκόγια της Ισπανίας, όπου η «Εμίλια Πέρεζ» κέρδισε το βραβείο Καλύτερης Ταινίας, ούτε στο δείπνο των υποψηφίων για Οσκαρ της περασμένης εβδομάδας, στο οποίο και βγήκε η εμβληματική ετήσια φωτογραφία της Ακαδημίας.

Ωστόσο πήγε τελικά στην τελετή των Οσκαρ, αν και με ένα απλό φόρεμα από αυτά που βρίσκει κανείς σε κοινά μαγαζιά, που απέχει κάπως από τις λαμπερές εμφανίσεις της στις Κάννες και τις Χρυσές Σφαίρες. Απέφυγε, όμως, το κόκκινο χαλί. Η πιο αξιοσημείωτη παρουσία της ήταν σε ένα από τα πρώτα αστεία  του Κόναν Ο’ Μπράιεν, που δεν έχασε την ευκαιρία να αφήσει υπονοούμενα για τις προσβλητικές αναρτήσεις της ηθοποιού.

«Η “Anora” χρησιμοποιεί τη λέξη “γ*”  479 φορές. Eίναι τρεις περισσότερες από το ρεκόρ που σημείωσε η υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων της Κάρλα Σοφία Γκασκόν» είπε ο οικοδεσπότης της τελετής. Και αφού τσίριξε «ΤΙ tweet έκανες;», μιμούμενος την εκπρόσωπο της ηθοποιού, έκανε γελώντας μια χορευτική στροφή και απευθυνόμενος στην Γκασκόν –η οποία μάλλον δεν κατάλαβε το αστείο του– είπε: «Κάρλα, αν πρόκειται να κάνεις tweet για τα Οσκαρ απόψε, με λένε Τζίμι Κίμελ»… «Εσφαξε» με άλλα λόγια και τον προκάτοχό του δίνοντας την ευκαιρία σε ένα όργιο σχολίων στο διαδίκτυο. (Ο Τζίμι Κίμελ είχε παρουσιάσει τα Οσκαρ τέσσερις φορές στο παρελθόν αλλά αρνήθηκε να το κάνει φέτος)

Για τους αντιπάλους του Netflix στο κύκλωμα των Οσκαρ, όλη αυτή η ιστορία ήταν «πηγή μεγάλης χαιρεκακίας», δήλωσε μια από τις ανώνυμες πηγές της Telegraph. Και παρατήρησε ότι «Με μια άλλη ταινία –εννοώ, όσο απαίσιο κι αν ακούγεται, ακόμα και με την ίδια ταινία αλλά με άλλη πρωταγωνίστρια – το Netflix θα μπορούσε να είχε κάνει όλες τις ίδιες κινήσεις και να σαρώσει».

Αλλά εδώ υπάρχει μόνο ένα θύμα, και σε αυτό συμφωνούν όλοι: η ίδια η καημένη «Εμίλια Πέρεζ» (Η ταινία, όχι ο πρώην βαρόνος των ναρκωτικών.) «Προσπαθώντας να κάνει το έργο του Οντιάρ κάτι που δεν προοριζόταν ποτέ να είναι, έγινε κάτι εντελώς διαφορετικό, κατά κάποιον τρόπο ένα γελοίο τέρας», είπε ένας διανομέας και πρόσθεσε «Μπορεί να περάσει πάρα πολύς καιρός μέχρι να τη σκεφτεί κανείς ως απλώς μια ταινία».

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News

Διαβάστε ακόμη...

Διαβάστε ακόμη...