Δέκα μήνες πριν τις προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ και δέκα ημέρες πριν τις πρώτες προκριματικές κάλπες για το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών στην Αϊόβα, το ομοσπονδιακό Ανώτατο Δικαστήριο δέχθηκε, χθες Παρασκευή, να εξετάσει την υπόθεση που αφορά το εάν και κατά πόσον ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δικαίωμα να είναι υποψήφιος. Ήταν ο ίδιος ο Τραμπ που προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο, μετά την απόφαση της δικαιοσύνης στο Κολοράντο, στα τέλη του Δεκεμβρίου, που του απαγόρευσε να συμπεριληφθεί στα ψηφοδέλτια των Ρεπουμπλικάνων όταν θα διεξαχθεί εκεί τον Μάρτιο η εσωκομματική ψηφοφορία για την ανάδειξη του προεδρικού υποψηφίου τους.
Εμπλεκόμενο άμεσα στην —άκρως πολιτική— υπόθεση αυτή, το Ανώτατο Δικαστήριο, όπου οι συντηρητικοί έχουν καθαρή πλειοψηφία (6-3), ανήγγειλε πως θα την εξετάσει στις 8 Φεβρουαρίου.
Ως να αποφασίσει ο κορυφαίος θεσμός της αμερικανικής δικαιοσύνης, τα ψηφοδέλτια θα πρέπει να συμπεριλάβουν το όνομα του Ντόναλντ Τραμπ τόσο στο Κολοράντο, όσο και στο Μέιν, τη δεύτερη πολιτεία όπου οι αρχές έλαβαν παρόμοια απόφαση.
Ο μεγιστάνας, αδιαφιλονίκητο φαβορί της εσωκομματικής διαδικασίας των Ρεπουμπλικάνων εν όψει των εκλογών του Νοεμβρίου, προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο —στο οποίο όρισε προσωπικά τρία (!) μέλη κατά τη διάρκεια της θητείας του— ζητώντας να αποφανθεί για το ζήτημα.
Τη 19η Δεκεμβρίου, το Ανώτατο Δικαστήριο του Κολοράντο και κατόπιν, την 28η Δεκεμβρίου, η υπουργός Εσωτερικών του Μέιν αποφάσισαν να απαγορεύσουν στον Ντόναλντ Τραμπ να είναι υποψήφιος στην εσωκομματική ψηφοφορία του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Οι αποφάσεις αυτές χαρακτηρίστηκαν ιστορικές.
Και στις δύο περιπτώσεις, το επιχείρημα στο οποίο βασίστηκε η λήψη των αποφάσεων είναι πως ο 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ είναι τελικά ακατάλληλος για το κορυφαίο αξίωμα διότι ενεπλάκη σε «ανταρσία» και «εξέγερση» όταν έγινε η αιματηρή επίθεση οπαδών του στο Καπιτώλιο της Ουάσινγκτον την 6η Ιανουαρίου 2021. Οι αποφάσεις σε Κολοράντο και Μέιν βασίστηκαν στο άρθρο 3 της 14ης τροπολογίας του Συντάγματος των ΗΠΑ.
Η 14η τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος υιοθετήθηκε το 1868· στο στόχαστρο την εποχή εκείνη βρίσκονταν οι οπαδοί της Συνομοσπονδίας, οι Νότιοι που ηττήθηκαν στον εμφύλιο πόλεμο της απόσχισης (1861-1865), ώστε να αποκλείονται από κάθε δημόσιο αξίωμα όσοι, ενώ είχαν ορκιστεί να υπερασπίζονται το Σύνταγμα των ΗΠΑ, διέπραξαν «ανταρσία» ή «στάση».
Είναι όμως η τροπολογία εφαρμοστέα στην υπόθεση του Ντόναλντ Τραμπ; Αυτό είναι το φλέγον ερώτημα για το οποίο καλείται να αποφανθεί το ομοσπονδιακό Ανώτατο Δικαστήριο.
Κατά την επιχειρηματολογία του Ντόναλντ Τραμπ και της ομάδας των δικηγόρων του, αν η απόφαση που έλαβε η δικαιοσύνη στο Κολοράντο εφαρμοστεί, «θα σημάνει την πρώτη φορά στην ιστορία των ΗΠΑ που το δικαστικό σύστημα εμποδίζει τους ψηφοφόρους να καταθέσουν την ψήφο τους υπέρ βασικού υποψηφίου μεγάλου κόμματος για την προεδρία».
Κατ’ αυτούς, μόνο αρμόδιο για να πάρει αποφάσεις για το ζήτημα είναι το Κογκρέσο.
Οι δικηγόροι του κ. Τραμπ επιχειρηματολόγησαν ακόμη πως το άρθρο 3 της 14ης τροπολογίας δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωσή του, αφού ήταν ακόμη πρόεδρος την 6η Ιανουαρίου 2021, καθώς και ότι τα γεγονότα εκείνης της ημέρας δεν ήταν «εξέγερση» και ο μεγιστάνας «επ’ ουδενί συμμετείχε σε εξέγερση».
Εκατοντάδες οπαδοί του Ντόναλντ Τραμπ είχαν επιτεθεί τότε στο ομοσπονδιακό Καπιτώλιο, ναό της αμερικανικής δημοκρατίας, για να εμποδίσουν την τυπική επικύρωση στο Κογκρέσο της νίκης του αντιπάλου του Τζο Μπάιντεν στις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου του 2020.
Ο πρώην πρόεδρος και οι πιο παθιασμένοι υποστηρικτές του εξακολουθούν να διατείνονται, χωρίς να παρουσιάζουν καμιά απόδειξη, πως εκείνος ήταν ο νικητής των προεδρικών εκλογών του 2020.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News