1416
Ο Μαριάνο και η Ανριέτ ήταν συνεργάτες σε μια επιχείρηση που έδωσε στον κόσμο περισσότερες από 100 πατέντες, από το πρώτο μεταξωτό φόρεμα μέχρι ένα σύστημα ναυτικής πρόωσης | Shutterstock/CreativeProtagon

Palazzo Fortuny, το παλάτι δύο σύγχρονων Ντα Βίντσι

Protagon Team Protagon Team 21 Απριλίου 2024, 11:56
Ο Μαριάνο και η Ανριέτ ήταν συνεργάτες σε μια επιχείρηση που έδωσε στον κόσμο περισσότερες από 100 πατέντες, από το πρώτο μεταξωτό φόρεμα μέχρι ένα σύστημα ναυτικής πρόωσης
|Shutterstock/CreativeProtagon

Palazzo Fortuny, το παλάτι δύο σύγχρονων Ντα Βίντσι

Protagon Team Protagon Team 21 Απριλίου 2024, 11:56

Το Palazzo Fortuny, το μεγαλύτερο ιδιωτικό παλάτι στη Βενετία, υπήρξε η ιδιωτική κατοικία του Μαριάνο Φορτούνι Ι Μαντράτζο και της Ανριέτ Νεγκρέν, δυο καλλιτεχνών, σχεδιαστών μόδας και εφευρετών, με στιλ που βγήκε από τις «1.000 και μία νύχτες». Στο piano nobile (κυριολεκτικά «ευγενές δάπεδο» ή πρώτος όροφος) σκούρα μεταξωτά μπροκάρ και πίνακες ζωγραφικής καλύπτουν τους τοίχους, ενώ μεταξωτές κουρτίνες κρέμονται σαν σκηνές της ερήμου πάνω από μεγάλα ανάκλινδρα, γλυπτά, ανθρωπόμορφες κούκλες με μυστηριώδη πέπλα και δυο απόκοσμα κέρινα αγάλματα μικρών παιδιών με μπαρόκ ενδυμασίες.

Ανοιχτή στο κοινό από το 2022, αυτή η πολυτελής κατοικία εκπλήσσει, όπως γράφει το BBC, όποιον περνάει από την ανεπιτήδευτη πρόσοψή της και μπαίνει μέσα, κάνοντας τους πάντες να αναρωτιούνται πώς βρέθηκε ένα τόσο εκλεκτικό σύμπαν σε μια κατά τα άλλα βαρετή βενετσιάνικη πλατεία.

Ο Μαριάνο, ένας ισπανός αριστοκράτης, αγόρασε το παλάτι του 15ου αιώνα –που αρχικά ονομαζόταν Palazzo Pesaro degli Orfei– το 1898, όταν ήταν 27 ετών. Αμέσως μετά πήγε στο Παρίσι, ερωτεύθηκε τη Νεγκρέν (η οποία ήταν ακόμη παντρεμένη με τον έμπορο έργων τέχνης και ζωγράφο Ζαν Εζέμπ Λεόν Μπελορζουά) και την έφερε μαζί του στη Βενετία. Την ημέρα που η Νεγκρέν πάτησε το πόδι της στην πόλη της λιμνοθάλασσας, στις 14 Ιουλίου 1902, το εμβληματικό καμπαναριό στην πλατεία του Αγίου Μάρκου κατέρρευσε.

O Mαριάνο και η Ανριέτ πίστευαν ότι τα ρούχα δεν έπρεπε να τροποποιούν τη φιγούρα, αλλά να την καλύπτουν με πολύ φυσικό, κομψό και μινιμαλιστικό τρόπο (Shutterstock)

Φήμες λένε ότι η μητέρα του Μαριάνο, που δεν ενέκρινε την ένωσή τους, το είδε ως κακό σημάδι. Παρ’ όλα αυτά, η Ανριέτ χώρισε από το γάλλο σύζυγό της λίγες εβδομάδες αργότερα και το ζευγάρι συνέχισε να γράφει ιστορία. Οι ικανότητές τους να δημιουργούν και να μεταμορφώνουν υλικά και αντικείμενα τούς προσέδωσαν τη φήμη «μάγων και αλχημιστών της Τέχνης».

Ο Μαριάνο και η Ανριέτ ήταν συνεργάτες σε μια επιχείρηση που έδωσε στον κόσμο περισσότερες από 100 πατέντες, από το πρώτο μεταξωτό φόρεμα μέχρι ένα σύστημα ναυτικής πρόωσης. Αποκατέστησαν το παλάτι, το οποίο ήταν σε κατάσταση ερείπωσης, ξεκινώντας από τη σοφίτα και πηγαίνοντας σταδιακά τους άλλους ορόφους, διαμορφώνοντάς τους σε σπίτι και στούντιο.

«Ο Μαριάνο είναι ο Λεονάρντο ντα Βίντσι της σύγχρονης εποχής» λέει στο BBC η ιστορικός Κριστίνα ντα Ρόιτ, «ακριβώς λόγω της εξαιρετικής δημιουργικότητάς του, που παντρεύει την τέχνη με την επιστήμη».

Οι δημιουργίες του εκτείνονταν από έναν επαναστατικό θόλο θεάτρου που μπορούσε να αναπαράγει τις μεταβαλλόμενες αποχρώσεις του ουρανού από την αυγή μέχρι το σούρουπο, μέχρι χρώματα τέμπερας που αγαπούσε ο αυστριακός ζωγράφος Γκούσταβ Κλιμτ.

Ωστόσο, η σύντροφός του Ανριέτ σχεδίασε την πιο διάσημη δημιουργία τους: το φόρεμα Delphos (1909), ένα εμβληματικό κομμάτι που έγινε παγκοσμίως γνωστό. «Είναι το μόνο φόρεμα δημιουργημένο γύρω στο 1910 που μπορείς να το φορέσεις ακόμα και σήμερα και να είσαι στη μόδα» σημειώνει ο ιστορικός Γκιγέρμο ντα Οσμα μιλώντας στο BBC. «Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με τον Πουαρέτ ή τον Λανβέν, ούτε καν με τη Σανέλ».

Εξωτερική άποψη του παλατιού, το οποίο στο πέρασμα του χρόνου γνώρισε αρκετές ανακαινίσεις (Shutterstock)

Το φόρεμα Delphos είναι ταυτόχρονα άνετο, κομψό και σαγηνευτικό. Προσφέρει την ελευθερία τού να φοράς κάτι που μοιάζει με μεταξωτές πιτζάμες, αλλά κάνει μια γυναίκα να μοιάζει με ελληνίδα θεά, αγαλματοποιημένη και αισθησιακή ταυτόχρονα. Με την απλή, ελαφριά και λεπτή γραμμή του, αυτό το φόρεμα έγινε σύντομα σύμβολο της εμπιστοσύνης των γυναικών στο σώμα τους.

Η Αλμπερτίν, η ερωμένη του πρωταγωνιστή στο «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» του Μαρσέλ Προυστ, φορούσε ένα φόρεμα Delphos. Σχεδόν 100 χρόνια αργότερα, η Αμερικανίδα φεμινίστρια συγγραφέας Σούζαν Σόνταγκ θάφτηκε φορώντας το ίδιο φόρεμα.

«Στα τέλη του 19ου αιώνα τα ρούχα ήταν τεχνητές δομές που επιβάλλονταν στο σώμα» λέει ο ντα Οσμα. «Αυτό δεν άρεσε στον Μαριάνο και στην Ανριέτ, λόγω της ακαδημαϊκής τους κατάρτισης, που ήταν η μελέτη του γυμνού. Πίστευαν ότι τα ρούχα δεν έπρεπε να τροποποιούν τη φιγούρα, αλλά να την καλύπτουν με πολύ φυσικό, κομψό και μινιμαλιστικό τρόπο. Και αυτό ήταν μια επανάσταση».

Το φόρεμα είναι πράγματι ένα έργο τέχνης, με τέσσερα στρώματα από λεπτό μετάξι και ένα σύστημα κορδονιών που συγκρατούνται από χάντρες από κρύσταλο Μουράνο. Βγήκε σε μόνο ένα μέγεθος, αλλά μπορούσε, λόγω των κορδονιών, να ταιριάξει σε κάθε σιλουέτα. Η τεχνική των πτυχώσεων παραμένει μυστική, αλλά οι περισσότεροι ειδικοί πιστεύουν ότι το μετάξι πρώτα βρεχόταν και στη συνέχεια, με τη βοήθεια ενός νυχιού, διπλωνόταν σε μικρές πιέτες που ράβονταν στη θέση τους. Τελικά θερμαινόταν με μια ζεστή ράβδο για να πήξει, δημιουργώντας φυσικές, ακανόνιστες και αστραφτερές πτυχές, που παραμένουν στη θέση τους ακόμα και μετά από 100 χρόνια.

Οπως και ο προκάτοχός του στη συλλογή Fortuny, το σάλι Knossos (1907), το φόρεμα Delphos ήταν εμπνευσμένο από αρχαιολογικές ανασκαφές που έγιναν στην Κρήτη λίγα χρόνια νωρίτερα. «Ο Μαριάνο είδε τα διακοσμητικά σχέδια στα βάζα και σε άλλα αρχαιολογικά ευρήματα, τα οποία είναι απίστευτα όμορφα, και σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να τα φέρει στον κόσμο μέσω της μόδας» εξηγεί στο BBC η Ντα Ρόιτ.

Ο Μαριάνο και η Ανριέτ άντλησαν έμπνευση από την ελληνική αρχιτεκτονική, αλλά και από τα μαυριτανικά ισπανικά πιάτα και την οθωμανική κεραμική. Οταν ρωτήθηκε αν επρόκειτο για πολιτιστική ιδιοποίηση, η Ντα Ρόιτ απάντησε ότι θα προτιμούσε να ορίσει το ζευγάρι ως μοντέρνους καλλιτεχνικούς διευθυντές με πλούσιο εύρος. «Ο Μαριάνο μεταφράζει σχέδια που προέρχονται από πολύ διαφορετικούς πολιτισμούς και τα φέρνει μαζί, δημιουργώντας μια μοναδική, σύγχρονη αλλά διαχρονική οπτική γλώσσα».

Κατά ειρωνικό τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη ότι το φόρεμα υπήρξε σύμβολο της γυναικείας απελευθέρωσης, ο Μαριάνο ήταν εκείνος που πήρε τα εύσημα για αυτό. Αν και το σύστημα πτυχώσεων εφευρέθηκε από την Ανριέτ, αυτός κατέθεσε το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας με το όνομά του, προσθέτοντας σε σημείωμα ότι το έκανε για πρακτικούς λόγους και συγκεκριμένα «για το επείγον της κατάθεσης».

Δεν γνωρίζουμε αν αυτό το επεισόδιο προκάλεσε κάποια σύγκρουση μεταξύ τους, πάντως το ζευγάρι παντρεύτηκε, μετά από 22 χρόνια σχέσης, στο Παρίσι στις 29 Φεβρουαρίου 1924. «Είναι οι πρωταγωνιστές μιας υπέροχης ιστορίας, μιας ιστορίας αγάπης» εξηγεί στο BBC η Κιάρα Σκαρτσίνα, διευθύντρια του MUVE (Fondazione Musei Civici Venezia – Οργανισμός Δημοτικών Μουσείων Βενετίας). «Και πριν ο Μαριάνο πεθάνει, το 1949, δώρισε αυτό το όμορφο παλάτι στον Δήμο της Βενετίας γιατί ήθελε να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του».

To ζευγάρι συνδύαζε στιλ από πολύ διαφορετικούς πολιτισμούς – κάτι που αντανακλάται και στα αντικείμενα που κοσμούν το Palazzo Fortuny (Shutterstock)

Εκτοτε το παλάτι έχει γνωρίσει διάφορες ανακαινίσεις, με πιο πρόσφατη εκείνη του 2019. Μέχρι σήμερα οι ιστορικοί διαφωνούν για τον τρόπο της τελευταίας ανακαίνισης και αμφισβητούν την ιστορική της ακρίβεια. Οπως λέει ο Ντα Οσμα, «το παλάτι έχει χάσει την ψυχή του. Ηταν ένα απίστευτο, μαγικό μέρος. Τώρα είναι εκθεσιακός χώρος. Είναι η Ντίσνεϊλαντ».

Οι εσωτερικοί χώροι διακοσμήθηκαν από τον διάσημο σχεδιαστή θεάτρου Πιέρ Λουίτζι Πίτζι, ο οποίος χαρακτηρίζεται από ένα υπερβολικό, μαξιμαλιστικό στιλ. Οταν του ζητήθηκε να αναδημιουργήσει το σπίτι του «μάγου» Μαριάνο μετά τις πλημμύρες του Νοεμβρίου 2019, ο Πίτζι έκανε ο ίδιος τα δικά του μαγικά, με καλλιτεχνικές επιλογές για τα κομμάτια που θα εξέθετε και εκείνα που θα δανειζόταν από άλλα μουσεία. Αν ο Ντα Οσμα πιστεύει ότι το παλάτι έχει χάσει την αυθεντικότητά του, ο Πίτζι πιστεύει ότι τώρα δείχνει την πραγματική του ουσία.

Μετά τον θάνατο της Ανριέτ, το παλάτι χρησιμοποιήθηκε επί χρόνια για εκθέσεις σύγχρονης τέχνης και ο Πίτζι ήθελε να το απαλλάξει από την υπερκόπωση του χρόνου. «Ο χειμερινός κήπος ήταν μια αποθήκη, ενώ υπήρχαν πάνελ που κάλυπταν τα παράθυρα» εξηγεί στο BBC. Ο Πίτζι έβγαλε από τη λήθη τα αντικείμενα που ήταν αποθηκευμένα στα πολλά δωμάτια του κτιρίου και ανέκτησε τη συλλογή ρούχων της μητέρας του Μαριάνο, που εκείνη την εποχή φυλασσόταν στο Palazzo Mocenigo. «Κυρίως, το παλάτι ήταν βυθισμένο στο σκοτάδι» λέει. «Τράβηξα τις βαριές κουρτίνες που κάλυπταν τα παράθυρα και ξαφνικά το φως πέταξε μέσα».

Ο επισκέπτης μπορεί να πιστέψει ότι η σημερινή θεατρική διάταξη δείχνει το σπίτι στην αρχική του κατάσταση και ότι τα αγάλματα, οι πίνακες, τα πινέλα και τα χρώματα τέμπερας είναι ακριβώς εκεί που τα είχε τοποθετήσει ο Μαριάνο. Ωστόσο, οι αρχειακές φωτογραφίες δείχνουν διαφορετικά εσωτερικά σχέδια, τα οποία άλλαζαν με την πάροδο των ετών, καθώς το ζευγάρι άλλαζε συχνά τη θέση των επίπλων, των έργων τέχνης και των αντικειμένων, καθιστώντας δύσκολο για τους επιμελητές να καταλήξουν σε μια συγκεκριμένη διάταξη.

Τελικά, ο Μαριάνο και η Ανριέτ αγαπούσαν τα θεατρικά σκηνικά και τις ψευδαισθήσεις. Ισως, αν μπορούσαν να περιπλανηθούν στο Palazzo Fortuny σήμερα, να τους άρεσε η υποβλητική σχεδιαστική δουλειά του Πίτζι.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News

Διαβάστε ακόμη...

Διαβάστε ακόμη...