Αντίθετα, τα πολωνικά pyzy, ένα είδος ντάμπλινγκ πατάτας δεν είναι τόσο βλαβερά για το περιβάλλον
Το Περιβαλλοντικό Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών περιγράφει την παγκόσμια παραγωγή τροφίμων, ιδιαίτερα τη κτηνοτροφία, ως τον πρωταρχικό παράγοντα απώλειας της βιοποικιλότητας, και βασικό μέρος του προβλήματος είναι η έκταση που απαιτείται για τα ζώα και τις ζωοτροφές τους.
«Τα βραζιλιάνικα βοοειδή, για παράδειγμα, χρειάζονται πολύ χώρο. Το ίδιο και τα ισπανικά αρνιά», είπε ο Καράσκο. Και τα όσπρια είναι μεν «μια εξαιρετική καλλιέργεια» όσον αφορά την αποτελεσματική χρήση της γης και την υψηλή θρεπτική αξία, αλλά θα μπορούσαν να καλλιεργηθούν καλύτερα σε περιοχές με μικρότερη βιοποικιλότητα.
Η Τσενγκ είπε ακόμη: «Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι ίσως χρειαζόμαστε μηχανισμούς αποζημίωσης των χωρών για να διατηρήσουν τη βιοποικιλότητά τους [αντί να χρησιμοποιούν τη γη για τη γεωργία] και να καλλιεργούμε περισσότερα πράγματα σε χώρες, που έχουν ήδη καθαρίσει το μεγαλύτερο μέρος του φυσικού τους περιβάλλοντος για τη γεωργία, όπως μέρη της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής».
Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν δεδομένα καλλιεργειών και βοσκοτόπων, καθώς και δεδομένα από την κόκκινη λίστα απειλούμενων ειδών και το BirdLife International της Διεθνούς Ενωσης για τη Διατήρηση της Φύσης, για να υπολογίσουν το αποτύπωμα βιοποικιλότητας κάθε πιάτου, δηλαδή το γεωργικό αποτύπωμα κάθε συστατικού, τον αριθμό των απειλούμενων ειδών και του «εύρους της σπανιότητας», που επηρεάζεται από τη μετατροπή των φυσικών οικοτόπων σε καλλιέργειες ή βοσκότοπους. Μεγάλη σπανιότητα σημαίνει ότι έχει απομείνει πολύ μικρό κομμάτι βιότοπου για κάποιο είδος. Για τα ζωικά συστατικά, η μελέτη μέτρησε τις εισροές των καλλιεργειών και των βοσκοτόπων που είναι απαραίτητες για την παραγωγή του κρέατος.
Ο Ρόμαν Καράσκο είπε ότι σταμάτησε να τρώει βοδινό κρέας πριν από περίπου πέντε χρόνια και τα ευρήματα της μελέτης επιβεβαίωσαν ότι ήταν το σωστό βήμα, γράφει ο Guardian. «Νομίζω ότι θα σταματήσω να τρώω αρνί τώρα», πρόσθεσε, διότι όπως τόνισε, «ακόμη και η κατανάλωση βοείου κρέατος και αρνιού βιώσιμης παραγωγής σημαίνει μεγαλύτερη ζήτηση, αλλά δεν είναι δυνατό να καλυφθεί η παγκόσμια ζήτηση μόνο με φυσικά βοσκοτόπια. Επομένως, είναι καλύτερα να αποφεύγεται εντελώς το βοδινό και το αρνίσιο κρέας».
Ο Τζόζεφ Μπουλ, αναπληρωτής καθηγητής Βιολογίας της Κλιματικής Αλλαγής στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, ο οποίος δεν συμμετείχε στην έρευνα, είπε στον Guardian ότι τα ευρήματα σχετικά με τα όσπρια και το ρύζι, που έχουν μεγαλύτερες επιπτώσεις στο Μεξικό, τη Βραζιλία και την Ινδία, ήταν «ενδιαφέροντα και προσθέτουν λεπτομέρειες σε όσα γνωρίζουμε». Αλλά υπογράμμισε το γεγονός ότι «τα φαγητά με τον μεγαλύτερο αντίκτυπο στη βιοποικιλότητα τείνουν να περιέχουν κρέας».
Και ο Μάικλ Κλαρκ, ανώτερος ερευνητής σε Βιώσιμες Λύσεις Τροφίμων στο Oxford Martin School, ο οποίος επίσης δεν συμμετείχε στη μελέτη, είπε στη βρετανική εφημερίδα ότι η έρευνα «δίνει έναν τρόπο στους ανθρώπους να κατανοήσουν τον αντίκτυπο στη βιοποικιλότητα των διαφορετικών πιάτων… [και δείχνει πώς αυτά] που περιέχουν κρέας μηρυκαστικών, όπως το βοδινό και το αρνίσιο κρέας, ή συστατικά από τροπικές περιοχές όπως η Βραζιλία ή η Ινδία, τείνουν να έχουν μεγάλες επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα».
Τέλος, η κακή ιχνηλασιμότητα των τροφίμων είναι άλλο ένα πρόβλημα που τονίζει η μελέτη. «Αν οι καταναλωτές είχαν καλύτερους τρόπους να προσδιορίσουν [την προέλευση των τροφίμων] και στη συνέχεια να κάνουν επιλογές, αυτό θα βοηθούσε», είπε σχετικά ο καθηγητής Ρομάν Καράσκο.
