Επικαιρότητα

«Atelier Jolie», εκεί που ήταν το ατελιέ του Ζαν-Μισέλ Μπασκιά

Ο νεαρός καλλιτέχνης που έφυγε πρόωρα από τη ζωή, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του φίλου του Αντι Γουόρχολ, έβαλε τη σφραγίδα του στο Νο 57 της οδού Γκρέιτ Τζόουνς του Μανχάταν. Ομως το σπίτι που νοίκιασε η Αντζελίνα Τζολί αποτελεί τοπόσημο της Νέας Υόρκης, έχοντας στεγάσει επίσης αρχιμαφιόζους και μποξέρ
Κική Τριανταφύλλη

«Χτίζω ένα μέρος για δημιουργικούς ανθρώπους, όπου θα συνεργάζονται με μια εξειδικευμένη και ποικιλόμορφη οικογένεια από επαγγελματίες ράφτες, σχεδιαστές πατρόν, καλλιτέχνες και τεχνίτες από όλον τον κόσμο. Ενα μέρος για να διασκεδάζετε. Για να δημιουργείτε τα δικά σας σχέδια με ελευθερία» έγραψε η Αντζελίνα Τζολί στον λογαριασμό της στο Instagram και στην ιστοσελίδα του Atelier Jolie πριν από λίγους μήνες, όταν παρουσίασε το νέο της εγχείρημα.

Πρόσφατα εγκαινίασε το πρώτο της «Atelier Jolie» σε ένα παλιό σπίτι στην οδό Γκρέιτ Τζόουνς 57 (Great Jones Street) του Μανχάταν, το οποίο νοίκιασε καταρχάς για οκτώ χρόνια. Στη σοφίτα αυτού του κτιρίου έζησε και εργάστηκε από το 1983 μέχρι το 1988 ο Ζαν-Μισέλ Μπασκιά, δημιουργώντας μερικά από τα πιο σημαντικά έργα του. Εκεί έχασε και τη ζωή του, μόλις στα 27 του χρόνια, μετά από μια μοιραία δόση ηρωίνης.

Το «Atelier Jolie» άρχισε να λειτουργεί σε ένα παλιό σπίτι της οδού Γκρέιτ Τζόουνς 57, στο Μανχάταν

Το πλινθόκτιστο κτίριο στον δρόμο του NoHo έχει συνδεθεί με τον ζωγράφο, που υπήρξε φίλος και προστατευόμενος του βασιλιά της ποπ αρτ Αντι Γουόρχολ – μάλιστα, μια αναμνηστική πλάκα υπενθυμίζει την εκεί παρουσία του. Ωστόσο, το οίκημα της Γκρέιτ Τζόουνς 57 είναι απόλυτα συνδεδεμένο με ολόκληρη την ιστορία της Νέας Υόρκης: εκτός από καλλιτέχνες, έχει φιλοξενήσει στο παρελθόν σιδεράδικα, μπαρ, μαφιόζους και μποξέρ.

Στη μαφιόζικη καρδιά της Νέας Υόρκης

Σύμφωνα με έρευνα του Village Preservation, στο «Gangs of New York» (1928), το βιβλίο του δημοσιογράφου Χέρμπερτ Ασμπερι για τις εγκληματικές συμμορίες της Νέας Υόρκης που ενέπνευσε το ομώνυμο φιλμ (2002) του Μάρτιν Σκορσέζε, αναφέρεται ότι το «New Brighton Athletic Club» είχε εγκατασταθεί για ένα διάστημα στην οδό Γκρέιτ Τζόουνς 57. Το γυμναστήριο ήταν η έδρα του διαβόητου μαφιόζου Πολ Κέλι, που είχε ιδρύσει τη συμμορία «Πέντε Σημεία».

Το σημερινό οίκημα χτίστηκε μάλλον τη δεκαετία του 1860 στον δρόμο που πήρε το όνομά του από τον δικηγόρο και πολιτικό Σάμιουελ Τζόουνς και όπου αρχικά εγκαταστάθηκε η εύπορη τάξη των εμπόρων της πόλης. Το 1845, ο γιατρός Μπέντζαμιν Μπέιλι είχε αγοράσει το οικόπεδο στη γωνία των οδών Γκρέιτ Τζόουνς και Μπάουερι. Φορολογικά αρχεία και οδικοί χάρτες του 1851 δείχνουν ότι ένας μανάβης και ένας οικοδόμος νοίκιαζαν χώρους στο κτίσμα που υπήρχε τότε, ενώ μετά το 1869 χρησίμευσε ως αρχιτεκτονικό γραφείο.

Σε άλλη έκθεση αναφέρεται ακόμη ότι «το 1879 το κτίριο εμφανίζεται ως στάβλος σε σχεδιαγράμματα ασφαλιστικής εταιρείας, αλλά δεν υπάρχει καμία αναφορά σε αυτή τη χρήση, η οποία άλλαξε το 1882 από τον Τζον Α. Νταν. Αυτός, μέχρι περίπου το 1901, διατηρούσε στην οδό Γκρέιτ Τζόουνς 57 και 59 κατάστημα επίπλων και οίκο δημοπρασιών».

Οδός Γκρέιτ Τζόουνς 57-59, λεπτομέρεια από τον Ατλαντα της Πόλης της Νέας Υόρκης, 1898 (New York Public Library)

Στο μεταξύ, καθώς το Μανχάταν μεγάλωνε και οι πλούσιοι κάτοικοί του μετακόμιζαν προς τα πάνω, η γειτονιά άρχισε να υποβαθμίζεται. Στο ανατολικό άκρο της Γκρέιτ Τζόουνς, η κάποτε φημισμένη λεωφόρος Μπάουερυ είχε πλέον γεμίσει με οίκους ανοχής, μπιραρίες, άθλια καταλύματα και ενεχυροδανειστήρια.

Εκείνη την εποχή στο κτίριο της οδού Γκρέιτ Τζόουνς 57 λειτουργούσε το «Brighton», διαβόητο σαλούν και αίθουσα χορού, που παραλίγο να καταστραφεί το 1901, όταν άνδρες που έκαναν παράδοση μπίρας προκάλεσαν ζημιά σε έναν καυστήρα γκαζιού στο κελάρι. Ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης, ονόματι Σαρλ Ντεβενιούντ, άναψε ένα κερί για να δει τι έγινε. Η έκρηξη που ακολούθησε ακούστηκε «αρκετά τετράγωνα μακριά», ανέφερε το ρεπορτάζ των New York Times της εποχής, και ο Ντεβενιούντ υπέστη εγκαύματα στο πρόσωπο, στα χέρια και στους ώμους.

Λίγα χρόνια αργότερα, το «Brighton» πουλήθηκε στον Πολ Κέλι, τον πραγματικό πατέρα του οργανωμένου εγκλήματος στην Αμερική. Ηταν «ίσως ο πιο επιτυχημένος και ισχυρός γκάνγκστερ στην ιστορία της Νέας Υόρκης» είχαν γράψει οι New York Times σε ένα άρθρο του 1912.

Τιμώντας την ιταλική του προέλευση, ο Κέλι, πρώην πυγμάχος ονόματι Πάολο Αντόνιο Βακαρέλι, μετονόμασε το σαλούν σε «Little Naples». Εκεί συγκεντρωνόταν η πολιτική ελίτ της Νέας Υόρκης αλλά και τα μέλη των «Five Points», μεταξύ των οποίων οι μετέπειτα αρχιμαφιόζοι Αλ Καπόνε, Λάκι Λουτσιάνο και Τζόνι Τόριο.

Το μπαρ «Little Naples» και το «New Brighton Athletic Club» του Πολ Κέλι, περίπου το 1905 (Wikimedia Commons)

Μια από τις πιο τρομακτικές συμμορίες των δρόμων της Νέας Υόρκης εκείνη την εποχή, οι «Five Points» του Πολ Κέλι, ήταν οι εκτελεστές της Tammany Hall, της διεφθαρμένης πολιτικής οργάνωσης πίσω από το Δημοκρατικό Κόμμα, παρέχοντας μεταξύ άλλων πληρωμένους ψηφοφόρους –γνωστούς ως «floaters»– για να ψηφίσουν τους υποψηφίους της Tammary.

Φυσικά, τα φονικά στο μπαρ του Κέλι δεν έλειψαν. Τον Νοέμβριο του 1905 ένας μπάρμαν το έσκασε και πήγε στην αστυνομία για να πει ότι μέλη αντίπαλης συμμορίας βρίσκονταν μέσα «πυροβολώντας ο ένας στον άλλον», όπως ανέφερε τότε δημοσίευμα των New York Times. Το αποτέλεσμα ήταν ένας νεκρός και πολλοί τραυματίες.

Οι αστυνομικοί έφτασαν τις πρώτες πρωινές ώρες, για να βρουν έναν νεκρό άνδρα με τα πόδια σφηνωμένα κάτω από την πόρτα μιας τουαλέτας, ενώ το συνήθως γεμάτο κόσμο μπαρ ήταν άδειο. Στους τοίχους και στην οροφή υπήρχαν τρύπες από σφαίρες, τα παράθυρα ήταν σπασμένα και «κάθε έπιπλο εκεί μέσα έμοιαζε σαν να είχε χρησιμοποιηθεί ως όπλο», σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εποχής.

Ο άνδρας, που διαπιστώθηκε ότι ονομαζόταν Τζον Χάρινγκτον, είχε σκοτωθεί στον επάνω όροφο, σε έναν χώρο με εμφανή ξύλινα δοκάρια και vintage έπιπλα, που σήμερα είναι το δωμάτιο κοπτικής και ραπτικής του «Atelier Jolie». Ενας σκύλος σπάνιελ έκλαιγε πάνω από το πτώμα του κυρίου του.

Ο «πατέρας» των αρχιμαφιόζων της Νέας Υόρκης Πολ Κέλι (δεξιά) και το πρωτοπαλίκαρό του, Τζακ ΜακΜάνους, ποζάρουν στο «New Brighton» (Wikimedia Commons)

Στην τσέπη του βρήκαν ένα γράμμα από τη σύζυγό του, που τον προειδοποιούσε ότι «ο Τζον, ο Μάικ και τέσσερις άλλοι ήταν εδώ και σε έψαχναν», προσθέτοντας ότι δεν προσπάθησαν να εισβάλουν στο δωμάτιο, «γιατί αν το έκαναν θα τους είχα ανοίξει τα κεφάλια. Ελπίζω να είσαι καλά, με αγάπη και φιλιά, παραμένω η αγαπημένη σου σύζυγος».

Τις επόμενες δεκαετίες το κτίριο στέγασε σιδηρουργεία και επιχειρήσεις που προμήθευαν εξοπλισμό κουζίνας.

Ο Ντον Ντελίλο έδωσε το όνομα του δρόμου στο τρίτο μυθιστόρημά του, «Great Jones Street» (1973). Κεντρικό πρόσωπο και αφηγητής του βιβλίου είναι ο Μπάκι Γουόντερλικ, ένας ροκ σταρ που θυμίζει τον Μπομπ Ντίλαν. Απογοητευμένος από το περιβάλλον, τη ζωή που του έφερε η φήμη, η περιουσία και η επαναστατική εικόνα του, ο Γουόντερλικ αποσύρεται μέσα στο καταχείμωνο σε ένα άδειο διαμέρισμα της Γκρέιτ Τζόουνς: «Πήγα στο δωμάτιο της οδού Γκρέιτ Τζόουνς, ένα μικρό στραβό δωμάτιο, κρύο σαν δεκάρα, που έβλεπε σε αποθήκες, φορτηγά και μπάζα», γράφει ο κορυφαίος αμερικανός συγγραφέας

Γουόρχολ και Μπασκιά

Τ ο 1970, ο Αντι Γουόρχολ αγόρασε το σπίτι της Γκρέιτ Τζόουνς 57 με την εταιρική επωνυμία Factory Films Inc., σύμφωνα με έκθεση της Επιτροπής Διατήρησης Οροσήμων της Νέας Υόρκης. Και το 1983 ενοικίασε την σοφίτα στον ανερχόμενο καλλιτέχνη Ζαν-Μισέλ Μπασκιά, ο οποίος ζωγράφισε εδώ μεταξύ άλλων τα έργα του «King Zulu» και «Riding With Death».

«Τηλεφώνησε ο Ζαν-Μισέλ», έγραψε ο Γουόρχολ στο ημερολόγιό του στις 5 Σεπτεμβρίου 1983, προσθέτοντας: «Φοβάται ότι είναι απλώς ένα πυροτέχνημα. Και του είπα να μην ανησυχεί, ότι δεν θα ήταν. Αλλά μετά φοβήθηκα, επειδή έχει νοικιάσει το κτήριο μας στην Γκρέιτ Τζόουνς, και τι θα συμβεί αν είναι μόνο ένα πυροτέχνημα και δεν θα έχει χρήματα να πληρώνει το ενοίκιο του;», αναφέρει ο Αλεξ Βαντούκουλ στο άρθρο του στους New York Times.

Το 1985 ένας έμπορος έργων τέχνης που γνώρισε τον Μπασκιά στον Γουόρχολ, τους έπεισε να κάνουν μαζί μια έκθεση. Ο Γουόρχολ δεν είχε ξαναζωγραφίσει από το 1962. Αλλά η έκθεση δεν έτυχε καλής υποδοχής. (Η Christian Science Monitor έγραψε ότι ήταν «μερικές από τις πιο φρικιαστικές εικόνες που κάποιος είχε ποτέ το θράσος να αποκαλέσει τέχνη»). Αγανακτώντας που τον έβλεπαν σαν προστατευόμενο του Γουόρχολ, ο Μπασκιά έπαψε να απαντάει στα τηλεφωνήματα του μέντορά του και να βλέπει τους φίλους του. Και ο Γουόρχολ πέθανε ξαφνικά το 1987, προτού τους δοθεί η ευκαιρία να συμφιλιωθούν.

Εκτοτε o Μπασκιά συμπεριφερόταν ακόμα πιο απρόβλεπτα, έκανε χρήση ναρκωτικών πιο συχνά και πιο καταστροφικά, και τα οικονομικά του ήταν εντελώς ακατάστατα. Επί τέσσερα χρόνια δεν είχε πληρώσει φόρους, δεν είχε ποτέ τραπεζικό λογαριασμό και αγόραζε τις δόσεις του δίνοντας  έργα του. Ηταν πεπεισμένος ότι θα προσπαθούσαν  να τον διώξουν από το σπίτι του, ενώ στην πραγματικότητα ο δικηγόρος του Γουόρχολ είχε την εντολή να πουλήσει το μέρος στον Μπασκιά σε χαμηλή τιμή.  Παρά τις απανωτές προσπάθειές του να αποτοξινωθεί, ο νεαρός καλλιτέχνης δεν τα κατάφερε. Στις 12 Αυγούστου 1988, μια εβδομάδα πριν από ένα ταξίδι του στην Ακτή Ελεφαντοστού, φτιάχτηκε και πάλι. Την επόμενη μέρα, η κοπέλα του τον βρήκε νεκρό στη σοφίτα του.

Το σπίτι της οδού Γκρέιτ Τζόουνς 57 όπου έζησε ο Ζαν-Μισέλ Μπασκιά και πάνω δεξιά η αναμνηστική πλάκα (Wikimedia Commons)

Μετά τον θάνατο του Μπασκιά, η πρόσοψη του κτιρίου έγινε η Μέκκα των street artists, που θεώρησαν υποχρέωσή τους να αποτίνουν φόρο τιμής στον πρόωρα χαμένο καλλιτέχνη αφήνοντας στον τοίχο tags, μεταξύ των οποίων κυριαρχούν τα βασικά σύμβολα του Μπασκιά, η κορώνα και η υπογραφή SAMO («Same Old Shit»), που έβαζε στα δικά του γκράφιτι.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, το κληροδότημα Warhol πούλησε το κτίριο. Εκτοτε, άρχισε να επιταχύνεται η ανάπλαση (gentrification) της υποβαθμισμένης γειτονιάς, το «B Bar» και το «Bowery Hotel» έγιναν hot spots της νυχτερινής ζωής, και στο νο 57 της Γκρέιτ Τζόουνς εγκαταστάθηκε το «Bohemian», ένα μυστικοπαθές ιαπωνικό εστιατόριο χωρίς αριθμό τηλεφώνου, μόνο για ψαγμένους πελάτες, κρυμμένο πίσω από ένα μινιμαλιστικό κρεοπωλείο, που υπήρχε στο ισόγειο (όπου μισό κιλό μοσχαρίσιο κρέας κόστιζε 60 δολάρια).

Το 2022 το ακίνητο βγήκε προς ενοικίαση έναντι 60.000 δολαρίων τον μήνα. Ιδιοκτήτης του είναι ο Ρόμπερτ φον Ανκεν, ένας εξέχων εκτιμητής ακινήτων στη Νέα Υόρκη, ο οποίος το αγόρασε μαζί με την συνεταίρο του Λέσλι Γκάρφιλντ, όπως είπε στους New York Times. H κυρία Γκάρφιλντ πέθανε πέρσι, και τώρα συνιδιοκτήτες του κτιρίου  είναι ο Φον Ανκεν και η οικογένειά της θανούσης.

Από αριστερά, Αντι Γουόρχολ, Ζαν-Μισέλ Μπασκιά, Μπρούνο Μπισοφμπέργκερ, Φρανσέσκο Κλεμέντε, Νέα Υόρκη 1984 (Wikimedia Commons / Galerie Bruno Bischofberger)

«Οταν μπήκαμε για πρώτη φορά στον χώρο, δεν ξέραμε πολλά για τον καλλιτέχνη που ζούσε εκεί, γιατί τότε δεν ήταν τόσο γνωστός», θυμάται ο Ρόμπερτ φον Ανκεν. «Υπήρχαν όλα αυτά τα σχέδια στους τοίχους. Το νοικιάσαμε όπως ήταν. Ενας ένοικος το έβαψε παντού. Ολα αυτά χάθηκαν», είπε στους New York Times.

Και πρόσθεσε: «Το κτίριο έχει γκράφιτι εδώ και χρόνια. Προσπάθησα να βάψω ξανά την πρόσοψη, αλλά τελικά τα παράτησα. Είναι σαφώς πολύ σημαντικό για τους νέους καλλιτέχνες, ακόμη και σήμερα, να αφήσουν το στίγμα τους σε αυτή την πρόσοψη».

Εδρα ενός πρωτοποριακού project

Το κτίριο της Γκρέιτ Τζόουνς 57, όπου λες και όλοι οι street artists ένιωσαν την ανάγκη να αφήσουν το στίγμα τους, είναι πλέον ένα είδος ιερού για τους λάτρεις της τέχνης.

Η Αντζελίνα Τζολί και η μεγαλύτερη κόρη της, η 18χρονη Ζαχάρα συνεργάζονται στο project του «Atelier Jolie»

Πριν από περίπου έναν χρόνο, αναζητώντας έναν χώρο λιανικής πώλησης στο κέντρο της Νέας Υόρκης, η Αντζελίνα Τζολί και η μεγαλύτερη κόρη της, η 18χρονη Ζαχάρα -φοιτήτρια στο ιστορικό Spelman College, πρωτοπόρο στην εκπαίδευση Μαύρων γυναικών- μόλις πέρασαν την πόρτα ένιωσαν ότι το κτίριο τους «μιλάει». Και το νοίκιασαν αμέσως.

«Εγώ μπορεί να είμαι πολύ παρορμητική, αλλά η Ζαχάρα είναι προσγειωμένη, αποφασιστική και σκεπτόμενη» είπε σε συνέντευξή της στη Vogue η 48χρονη ηθοποιός, «Οταν συμφώνησε, ένιωσα το είχαμε αποφασίσει και οι δύο». Και όταν πλησίαζαν τα εγκαίνια του καταστήματος, ένας από τους γιους της, ο Παξ, ζωγράφισε με σπρέι το λογότυπο του «Atelier Jolie» σε έναν καμβά που κάλυπτε την πόρτα.

Στο «Atelier Jolie» λειτουργεί ένα καφέ σε συνεργασία με την @eatoffbeat, μια ομάδα ταλαντούχων σεφ από όλο τον κόσμο

Το πρωτοποριακό κατάστημα διαθέτει ρούχα από vintage υλικά και ρετάλια από άλλους οίκους μόδας, που μπορούν να αλλάξουν μορφή και να κεντηθούν, λευκά μακό μπλουζάκια που μπορούν να βαφτούν, να τους προστεθούν «μπαλώματα» ή εκτυπώσεις, καθώς και κομμάτια από βιώσιμες μάρκες μόδας. Υπάρχει επίσης ένα καφέ.

Η Τζολί ελπίζει, όπως λέει, να «δημιουργήσει μια κοινότητα δημιουργικότητας και έμπνευσης», προσφέροντας παράλληλα θέσεις μαθητείας σε πρόσφυγες «και άλλες ομάδες ταλαντούχων αλλά υποτιμημένων ανθρώπων», ανακυκλώνοντας αποκλειστικά. Και έπεται η συνέχεια.